«Τώρα είναι η ώρα» και «θα γίνει» δήλωσε την Κυριακή 18 Ιανουαρίου μέσω Truth Social ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, όσον αφορά το ζήτημα προσάρτησης της Γροιλανδίας από τη χώρα του. Από τη πλευρά της, η πρόεδρος της Κομισιόν ανήρτησε στην πλατφόρμα Χ, πως «θα προστατεύουμε πάντα τα στρατηγικά οικονομικά μας συμφέροντα, όπως και τα συμφέροντά μας στην ασφάλεια». Για κάποιους, όμως, αυτή η μετωπική μπορεί να είναι ευκαιρία ισχυροποίησης του NATO.
Παρότι η αγορά της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ φαίνεται να είναι η προτιμώμενη οδός της κυβέρνησης, δεν έχει αποκλειστεί η χρήση βίας για την απόκτηση του νησιού.
Για τον Ντάνιελ Φριντ (Daniel Fried), πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Πολωνία η απόκτηση της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ μέσω απειλών ή πολέμου, ενέχει υπερβολικά πολλούς κινδύνους και κόστη.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης πιστεύει ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι ικανή να επαναπροσδιορίζει γρήγορα τους στόχους της και, με αυτόν τον τρόπο, να επιτυγχάνει θετικά αποτελέσματα.
«Οι ΗΠΑ και οι συμμαχίες του ελεύθερου κόσμου που οικοδόμησαν πιθανότατα δεν θα μπορούσαν να ανακάμψουν από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ θα εξαπέλυαν έναν επιθετικό πόλεμο με σκοπό την κατάληψη της Γροιλανδίας. Μια συμφωνία, όμως, για τη Γροιλανδία και την ασφάλεια στην Αρκτική είναι εφικτή» αναφέρει σε ανάλυσή του στο Ατλαντικό Συμβούλιο, τη γνωστή αμερικανική δεξαμενή σκέψης.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρώην πρέσβης εκτιμά πως η κυβέρνηση Τραμπ έχει κατά καιρούς υποχωρήσει από αρχικές ακραίες θέσεις όταν αντιμετώπισε αντιδράσεις, όπως συνέβη με την πολιτική δασμών.
Έτσι για τον ίδιο, η άσκηση αντίθετης πίεσης στις πιο υπερβολικές φιλοδοξίες της κυβέρνησης για τη Γροιλανδία να ανοίξει τον δρόμο για μια διπλωματική συμφωνία.
Υπάρχουν περιθώρια
Ο Φριντ υποστηρίζει πως αν ο Λευκός Οίκος ενδιαφέρεται για μια συμφωνία, τότε υπάρχει περιθώριο να επιτευχθεί μέσω της ομάδας εργασίας υψηλού επιπέδου που συμφωνήθηκε στη συνάντηση της 14ης Ιανουαρίου μεταξύ Αμερικανών, Δανών και Γροιλανδών. Αυτή η ομάδα θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τους γενναιόδωρους όρους της Συμφωνίας Άμυνας της Γροιλανδίας ή ακόμη και να τη διαπραγματευτεί εκ νέου.
Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για μια συμφωνία του 1951, η οποία παρέχει στις ΗΠΑ εκτεταμένα δικαιώματα στρατιωτικών βάσεων στο νησί και δεν αμφισβητεί την κυριαρχία της Δανίας ούτε το καθεστώς της Γροιλανδίας.
«Η συμφωνία αυτή εξυπηρέτησε αποτελεσματικά τα αμερικανικά συμφέροντα σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και παραμένει σε ισχύ».
Ο Φριντ αν και παραδέχεται ότι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι περισσότερο θα μπορούσαν να θέλουν οι ΗΠΑ, η τελετουργία υπογραφής μιας νέας συμφωνίας, εξίσου γενναιόδωρης στους όρους της, θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επιτυχία της κυβέρνησης Τραμπ.
Στρατιωτικές δυνάμεις στο νησί
Στη συνέχεια ο πρέσβης εκτιμά πως δεδομένου ότι από μόνη της η ομάδα εργασίας δεν θα μπορεί να βρει τη λύση, η ρητορική περί προσάρτησης έχει προκαλέσει αντιδράσεις τόσο από το Κογκρέσο των ΗΠΑ όσο και από την Ευρώπη, οι οποίες, αν διατηρηθούν, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν συνθήκες για ένα πιο παραγωγικό αποτέλεσμα.
«Με την άσκηση αντίθετης πίεσης από το Κογκρέσο και τους Ευρωπαίους συμμάχους, η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να δει τη πραγματική ευκαιρία για μια καλή συμφωνία χωρίς να συνεχίσει στον επικίνδυνο δρόμο της εξαναγκαστικής προσάρτησης».
Επίσης, λέει ότι η δανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία, ενισχυμένη από περιορισμένα ευρωπαϊκά αποσπάσματα, είναι απίθανο να αντέξει μια αποφασισμένη αμερικανική επίθεση. Αλλά «θα μπορούσε όμως να περιπλέξει τον αμερικανικό σχεδιασμό, αφαιρώντας ουσιαστικά από το τραπέζι την προοπτική μιας ακίνδυνης και χαμηλού κόστους στρατιωτικής κατοχής της πρωτεύουσας, Νουούκ»
Η πίεση Τραμπ μπορεί να φέρει αποτελέσματα
Τέλος ο Αμερικανός διπλωμάτης πιστεύει ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι ικανή να επαναπροσδιορίζει γρήγορα τους στόχους της και, με αυτόν τον τρόπο, να επιτυγχάνει απτά, θετικά αποτελέσματα.
Εξηγεί πως έχοντας το προηγούμενο της αύξησης των αμυντικών δαπανών στο NATO στο 5% μετά από πιέσεις, ο Τραμπ μπορεί να πετύχει κάτι ανάλογο και με τη Γροιλανδία. «Η αμερικανική ασφάλεια στην Αρκτική εξυπηρετείται καλύτερα μέσω συνεργασίας με τη Δανία και τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, όχι μέσω σύγκρουσης μαζί τους, από τη Γροιλανδία έως το Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας και το Γκότλαντ της Σουηδίας».
Έτσι ο Φριντ πιστεύει πως «Αν τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ και ο Καναδάς συμφωνούσαν να συνεισφέρουν περισσότερες δυνάμεις στην ασφάλεια της Αρκτικής, η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι τακτικές πίεσής της απέδωσαν· ο Τραμπ θα μπορούσε να διεκδικήσει μια νίκη και εκ των υστέρων να ισχυριστεί δικαίωση για τις αρχικές του απειλές».
Η ομάδα εργασίας θα μπορούσε επίσης να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη εξέλιξη με χρήσιμο τρόπο, σημειώνει. Ορισμένοι Γροιλανδοί πιέζουν υπέρ της ανεξαρτησίας. Μια ανεξάρτητη Γροιλανδία δεν θα ήταν σε θέση να διασφαλίσει μόνη της την ασφάλειά της, και η ομάδα εργασίας θα μπορούσε να εξετάσει αυτή την πρόκληση.
«Η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να επιμείνει ώστε μια ανεξάρτητη Γροιλανδία να συνδεθεί με τις ΗΠΑ, για παράδειγμα, μέσω μιας Συμφωνίας Ελεύθερης Σύνδεσης παρόμοιας με εκείνες που έχουν οι ΗΠΑ με ορισμένα μικρότερα κράτη του Ειρηνικού. Μια λιγότερο φορτισμένη εναλλακτική, όμως, θα ήταν να συμφωνηθεί η εφαρμογή της Συμφωνίας Άμυνας της Γροιλανδίας και σε μια ανεξάρτητη Γροιλανδία, αν αυτό συνέβαινε, και η ένταξή της στο ΝΑΤΟ».

