Φόρτωση Text-to-Speech…
Υπό μία έννοια,το 2025 θα μπορούσε να θεωρηθεί χρονιά της νοσταλγίας. Και γιατί αυτό;
Τρεις από τις ταινίες που έκοψαν τα περισσότερα εισιτήρια παγκοσμίως ήταν το ριμέικ μιας παραγωγής κινουμένων σχεδίων του 2002 (Lilo & Stitch), ένα φιλμ βασισμένο σε βιντεοπαιχνίδι του 2011 (A Minecraft Movie) και η συνέχεια ενός franchise που ξεκίνησε στα ’90s (Jurassic World: Αναγέννηση).
Ο Τόνι Μπλερ παραλίγο να επιστρέψει στη Μέση Ανατολή. Η Ανγκελα Μέρκελ ήρθε ξανά στην Ελλάδα. Τα χαμηλοκάβαλα τζιν λανσαρίστηκαν ξανά ως μόδα. Για πρώτη φορά ύστερα από έντεκα χρόνια, δίσκος της Λίλι Αλεν σκαρφάλωσε στα κορυφαία 10 άλμπουμ της χρονιάς στη Μεγάλη Βρετανία.
Στην Ελλάδα, οι ηθοποιοί της σειράς «Στο Παρά Πέντε» βρέθηκαν ξανά μαζί 20 χρόνια μετά την πρεμιέρα του πρώτου επεισοδίου. Στη μεγάλη και στη μικρή οθόνη, καθώς και στα ραδιόφωνα έπαιζε ξανά Καζαντζίδης. Και σύμφωνα με αρκετά δημοσιεύματα –ιδίως από το καλοκαίρι και μετά– θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι… έχουμε επιστρέψει στην προηγούμενη δεκαετία. «Ο Αντώνης Σαμαράς, ο Αλέξης Τσίπρας και τα σενάρια για νέα κόμματα» ήταν ένας κεντρικός τίτλος που επαναλήφθηκε πολλάκις σε διαφορετικές εκδοχές.
Από την αρχή της δεύτερης διακυβέρνησης Μητσοτάκη, στον κατακερματισμένο χώρο της αντιπολίτευσης μοιάζει να υπάρχει ένα συνεχώς διευρυνόμενο κενό, εγείροντας το ερώτημα: Ποιος, ποια, ποιοι τελικά θα το καλύψουν; Θα μπορούσε το 2026, τη χρονιά που τουλάχιστον δύο πρώην πρωθυπουργοί ενδέχεται να δημιουργήσουν ο καθείς το κόμμα του, η απάντηση να αναζητηθεί στο παρελθόν;

Το διεθνές παράδειγμα
Αν πράγματι επιστρέψουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, θα είναι μια κίνηση πρωτόγνωρη για το διεθνές στερέωμα, αναφέρει στην «Κ» ο Οθων Αναστασάκης, διευθυντής του Κέντρου Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Αν κοιτάξουμε άλλες χώρες, οι πρώην πρωθυπουργοί εξαφανίζονται, δεν μιλούν καθόλου ή μιλούν μόνο αν τους πάρουν συνέντευξη», δηλώνει.
Ορισμένοι γίνονται σύμβουλοι κυβερνήσεων ή επιχειρήσεων, άλλοι εργάζονται σε δεξαμενές σκέψης ή γράφουν βιβλία και κάποιοι παραμένουν βουλευτές – στα πίσω, όμως, έδρανα. «Δεν γίνονται σημείο αναφοράς για την κοινωνία ή την πολιτική», τονίζει, «στην Ελλάδα, όμως, δεν φεύγουν όταν λήξει η θητεία τους, δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τον εαυτό τους σε κάποιον άλλο ρόλο, δεν είναι εύκολο να βρουν διεθνή ρόλο».
Είναι μικρή η δική μας χώρα και κοινωνία, σημειώνει, και έχουμε πιο αδύναμα θεσμικά πλαίσια σε σχέση με δυτικοευρωπαϊκές χώρες. «Στις μικρότερες χώρες η πολιτική είναι αρκετά προσωπική, το όνομα έχει μεγάλη σημασία που συνεχίζει και μετά τη λήξη της θητείας».
Η βαρύτητα των δύο συγκεκριμένων πολιτικών ονομάτων στην παρούσα πολιτική πραγματικότητα παρουσιάζει διακυμάνσεις τους τελευταίους μήνες.
Σύμφωνα με διαδικτυακή έρευνα της πλατφόρμας People of Greece, τον Ιούλιο του 2025, το 29% των ερωτηθέντων θεωρούσε τον Αλέξη Τσίπρα απολύτως ή αρκετά χρήσιμο και 25% τον Αντώνη Σαμαρά. Τα ποσοστά και των δύο σημείωσαν κατόπιν πτώση, μικρή άνοδο τον Σεπτέμβριο και μεγαλύτερη τον Οκτώβριο, όταν ο πρώτος συγκέντρωσε 35% και ο δεύτερος 29%. Τον προηγούμενο μήνα, η εκλαμβανόμενη «χρησιμότητα» και των δύο είχε πάλι πέσει, συγκριτικά – 30% ο Τσίπρας, 27% ο Σαμαράς.
Στην παρούσα φάση, οι δημοσκοπήσεις μάς δείχνουν ότι σχεδόν όλα τα κόμματα –με εξαίρεση το ΠΑΣΟΚ– βρίσκονται σε μια περίοδο ρευστότητας, επισημαίνει στην «Κ» η Βασιλική Γεωργιάδου, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο και διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών. «Η ρευστότητα φαίνεται να εισπράττεται με θετικό τρόπο από τα μικρότερα κόμματα – η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική Λύση μοιάζουν να κινούνται ανοδικά σε σχέση με τις εκλογές του 2023, ενώ τα κόμματα διακυβέρνησης εμφανίζουν από στασιμότητα (ΠΑΣΟΚ) μέχρι καθοδική τάση (Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ)», τονίζει.
Ισως είναι η προαναφερθείσα ρευστότητα στην κομματική αρένα που επιτρέπει παρεμβάσεις από πρώην πρωθυπουργούς και ίσως την πιθανή επιστροφή τους, ίσως το ότι δεν έχουν αναδειχθεί καινούργια πρόσωπα, λέει η κ. Γεωργιάδου. «Μήπως αυτό αποτυπώνει ένδεια σε επίπεδο πολιτικής και κομματικής ελίτ και ηγεσίας; Μήπως και στα δύο αυτά κόμματα δεν υπάρχουν προσωπικότητες με τα χαρακτηριστικά ή τα φόντα να διεκδικήσουν έναν τέτοιο θώκο, και αυτό δημιουργεί το παράθυρο πολιτικής ευκαιρίας στους πρώην;».
Είναι κάτι το οποίο επισημαίνει και ο κ. Αναστασάκης. Από τη μία, θεωρεί ότι σε κοινωνίες σαν την ελληνική, σε αντίθεση με κάποιες πιο κοσμοπολίτικες, τα πολιτικά συστήματα είναι πιο κλειστά και προσωποπαγή. Από την άλλη, τονίζει ότι σημειώνεται έλλειψη καταλυτικής ηγεσίας στον χώρο της αντιπολίτευσης. «Οταν υπήρχε χαρισματική ηγεσία στην Ελλάδα, δεν είχαμε εύκολα άλλους που μπορούσαν να παρέμβουν».
«Η επανεμφάνιση των πρώην από τη μία δείχνει την αδυναμία των νυν αντιπολιτευτικών δυνάμεων να εκφράσουν οι ίδιοι τις ανάγκες που πρέπει να καλύψει ο χώρος της συστημικής αντιπολίτευσης, ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με το κομμάτι της κυβερνησιμότητας», αναφέρει ο σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας Ευτύχης Βαρδουλάκης. Από την άλλη, όμως, τονίζει, καθώς είναι λύσεις που προέρχονται από το παρελθόν, δεν δημιουργούν κάποια ιδιαίτερη δυναμική ή προσδοκία.
Ελλειμμα ηγεσίας. Σημειώνεται έλλειψη καταλυτικής ηγεσίας στον χώρο της αντιπολίτευσης. Οταν υπήρχε χαρισματική ηγεσία στην Ελλάδα, δεν είχαμε εύκολα άλλους που μπορούσαν να παρέμβουν. Οθων Αναστασάκης Διευθυντής Κέντρου Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Πανεπιστήμιο Οξφόρδης
Βέβαια, οι δύο συγκεκριμένοι «πρώην» έχουν σημαντικά διαφορετικές πορείες, σύμφωνα με την κ. Γεωργιάδου. «Ο 51χρονος Αλέξης Τσίπρας έφυγε με προσωπική του απόφαση. Στα χρόνια που παρέμεινε ενεργός στην πολιτική σκηνή, ενδεχομένως δεν κορέστηκε η πολιτική του παρουσία, δημιουργώντας ίσως περιθώρια επανάκαμψης – ο Αντώνης Σαμαράς έχει κάνει πολύ πιο ολοκληρωμένη διαδρομή πολιτικά».
Παρ’ όλα αυτά, οι δημοκρατίες είναι και οφείλουν να παραμένουν ανοιχτά πολιτικά συστήματα, τονίζει και «αν έχεις κάτι να πεις, οφείλεις να το κάνεις – κι αυτό θα κριθεί, και κρίνεται, όχι μόνο στην κάλπη, αλλά και στην πλουραλιστική δημόσια σφαίρα».
Για τον κ. Βαρδουλάκη, η πιθανή επιστροφή του Αντώνη Σαμαρά μοιάζει να έχει περισσότερο «προσωπική αφετηρία και λιγότερο σαφή πολιτικό στόχο – ο χώρος που πάει να εκφράσει, εκφράζεται ήδη από πολλά σχετικά κόμματα», αναφέρει.
«Ο Σαμαράς θα συνεχίσει την ιδεολογική, πιο εθνικιστική, πατριωτική του παρέμβαση. Ο Τσίπρας προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως έναν πιο εκσυγχρονισμένο ηγέτη, που έχει πάει στο εξωτερικό, έχει ασπαστεί ένα ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο – θέλει να δώσει στον εαυτό του ρόλο πιο επαναστατικό από αυτόν που εμφάνισε και να αποδεσμευθεί από την αποτυχημένη μεταπρωθυπουργική καριέρα του ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης», εκτιμά ο κ. Αναστασάκης.
Το γεγονός και μόνον ότι γίνεται η συγκεκριμένη συζήτηση υπογραμμίζει το πρόβλημα ανανέωσης του πολιτικού συστήματος, λέει ο κ. Βαρδουλάκης, αλλά, κατά τον ίδιο, δεν συνεπάγεται πολλά για την τωρινή κυβέρνηση, την οποία μπορεί και να ωφελεί. «Κάνει καλό η αντιπολίτευση να προέρχεται από παραδοσιακούς – η σύγκριση γίνεται πιο δύσκολη όταν στην αντιπολίτευση είναι κάποιος που δεν έχει κυβερνήσει, το άγνωστο ο καθένας το φαντάζεται όπως θέλει».
Πράγματι, δημοσκοπικές έρευνες δείχνουν ότι μπορεί ο «νέος» προς το παρόν να μην υπάρχει, αλλά ο «παλιός» παραμένει ξεπερασμένος. Σύμφωνα με έρευνα του People of Greece, τον Οκτώβριο του 2025, το 85% δήλωσε ότι σίγουρα ή μάλλον ο Αλέξης Τσίπρας θα προχωρήσει στην ίδρυση κόμματος, με το 74% να τονίζει ότι είναι απίθανο να το ψηφίσει και το 19% ότι είναι πιθανό. Αντίστοιχα, το 57% θεωρούσε ότι ο Αντώνης Σαμαράς θα ιδρύσει κόμμα, με το 79% να λέει ότι δεν θα τον ψήφιζε, σε αντίθεση με το 13% που μπορεί και να το επέλεγε.

Οι νέοι ψηφοφόροι
Πιο πρόσφατα, σε πανελλαδική έρευνα που διεξήγαγε η εταιρεία Kapa Research τη δεύτερη εβδομάδα του Δεκεμβρίου, μετά δηλαδή από την παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα «Ιθάκη», το 19,4% της ηλικιακής ομάδας 17-34 θα ψήφιζε κόμμα του ιδίου, με το ποσοστό να πέφτει όσο ανεβαίνουν οι ηλικίες. Το 15,1% των 35-54 απάντησε θετικά και μόλις 12% των 55+.
Είναι οι νέοι –ορισμένοι τόσο που σχεδόν δεν πρόλαβαν τις πρωθυπουργικές θητείες κανενός εκ των δύο πρώην– πιο επιρρεπείς στις πολιτικές παλινδρομήσεις;
Δεν είναι κάτι που μπορούμε με ασφάλεια να προβλέψουμε. Αλλά πολίτες κάτω των 30 που μίλησαν στην «Κ», καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: Θα προτιμούσαν το πολιτικό μέλλον της χώρας να συνδεθεί με νέα πρόσωπα.
«Και οι δύο μού βγάζουν ένα πολιτικό deja vu», τονίζει στην «Κ» ο 20χρονος Αγγελος Φλαμπουράρης, φοιτητής στο Τμήμα Τεχνολογιών Ψηφιακής Βιομηχανίας του ΕΚΠΑ στην Εύβοια.
Τα περισσότερα που γνωρίζει για εκείνους προκύπτουν από ακούσματα, και δικές του προσωπικές αναζητήσεις. Αλλά θεωρεί ότι επαναφέρουν «παλιές ατζέντες». «Εχουμε πάλι ανακύκλωση προσώπων με τις ίδιες ιδέες, δεν είναι αυτή η λύση – είναι και οι δύο άμεσα συνδεδεμένοι με πολιτικά και οικονομικά τραύματα για τη χώρα, μπορεί να μην το έζησα αλλά βλέπω τον αντίκτυπο των πράξεών τους στην οικογένειά μου», συμπυκνώνει.
Τους δόθηκε ήδη η ευκαιρία να αποδείξουν τι μπορούσαν να κάνουν, αναφέρει η λίγο μεγαλύτερη Ελίνα Δούνια από τη Σύρο, 24χρονη απόφοιτος Νομικής και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στην Παγκόσμια Διακυβέρνηση. «Δεν είναι παραγωγική η ανακύκλωση, δεν θεωρώ ότι θα κάνουν αντιπολίτευση – ο μεν Σαμαράς παρουσιάζει ένα δριμύ κατηγορώ χωρίς κάποια πρόταση», πιστεύει, «ο δε Τσίπρας μάλλον θα οδηγήσει σε κατακερματισμό της Αριστεράς και ακήρυκτο εμφύλιο, παρά σε συσπείρωση του χώρου».
«Σε καμία περίπτωση», τονίζει ο 27χρονος Νίκος Καρουζάκης, «η αντιπολίτευση δεν βρίσκεται στο παρελθόν». Η πολιτική σκηνή πάσχει, θεωρεί ο ίδιος, και τα λάθη της τωρινής κυβέρνησης προκύπτουν από την έλλειψη ισχυρής αντιπολίτευσης. Οι φίλοι του περισσότερο συζητούν τον Τσίπρα, ειδικά με αφορμή το βιβλίο, σε σχέση με τον Αντώνη Σαμαρά ή με τις περιστασιακές παρεμβάσεις του Κώστα Καραμανλή, που δεν συζητούνται καθόλου, αναφέρει. «Αλλά η λύση για την αντιπολίτευση δεν είναι οι άνθρωποι που έχουν, επιτυχώς ή μη, ήδη περάσει και προσπαθούν να κάνουν comeback, ζητώντας κάτι παραπάνω από την Ιστορία».
Οσον αφορά τη διευθύντρια του ΕΚΚΕ, κ. Γεωργιάδου, θεωρεί ότι, με βάση την ευρωπαϊκή εμπειρία, τέτοιες επιστροφές δεν πετυχαίνουν. «Μέσα στο εκλογικό σώμα, υπάρχει διάθεση να επικροτηθεί το καινούργιο και όχι η επιβεβαίωση κάποιων παλαιότερων προτάσεων», λέει στην «Κ».
Αφήνει όμως μια χαραμάδα αμφιβολίας. «Στην πολιτική αρένα, όλα κρίνονται στις λεπτομέρειες, άλλωστε, η κινητικότητα έχει, ανεξαρτήτως αποτελέσματος σημασία. Μπορεί να ενισχύσει ή να αποδυναμώσει την κυβέρνηση και τα υπόλοιπα κόμματα – ό,τι γίνεται δεν αφορά μόνο τον χώρο από τον οποίο προέρχεται η κάθε προσωπικότητα. Αφορά την πολιτική σκηνή στο σύνολό της», καταλήγει.

