Την επόμενη νύχτα χρειάστηκε να καταγράψω πιστά όλα τα όνειρα, όσα μπορούσα κάπως να ξεδιαλύνω, έτσι όπως μου είχαν έρθει. Το νόημα αυτής της δραστηριότητας μου ήταν σκοτεινό. Γιατί όλα αυτά; Συγχώρα τη βοή που σηκώνεται μέσα μου. Αλλά θέλεις να το κάνω. Τι είναι αυτά τα θαυμαστά που μου συμβαίνουν; Ξέρω πολλά για να μη βλέπω πάνω σε τι ασταθείς γέφυρες περπατώ. Πού με οδηγείς; Συγχώρα την ανησυχία μου, είναι που έχω δει πολλά. Τα πόδια μου διστάζουν να σε ακολουθήσουν. Σε ποια ομίχλη, σε ποια καταχνιά οδηγεί το μονοπάτι σου; Πρέπει άραγε να μάθω να χάνω τα λογικά μου; Αν αυτό ζητάς, γενηθήτω. Η ώρα αυτή είναι η δική σου.
Τι είναι εκεί που δεν υπάρχει κανένα νόημα; Μόνο έλλειψη νοήματος ή τρέλα, έτσι μου φαίνεται. Υπάρχει άραγε ένα υπερνόημα; Είναι αυτό το νόημά σου, ψυχή μου; Τρέχω πίσω σου να σε προλάβω με τα δεκανίκια της κατανόησης. Άνθρωπος είμαι κι εσύ περπατάς σαν θεός. Τι μαρτύριο! Πρέπει να γυρίσω πίσω, στα πιο μικρά δικά μου πράγματα. Είδα τα πράγματα της ψυχής μου μικρά, αξιολύπητα μικρά. Με αναγκάζεις να τα δω μεγάλα, να τα κάνω μεγάλα. Αυτή είναι η πρόθεσή σου; Ακολουθώ, αλλά φοβάμαι. Άκου τις αμφιβολίες μου, αλλιώς δεν μπορώ να ακολουθήσω, διότι το νόημά σου είναι υπερ-νόημα και ο βηματισμός σου βηματισμός θεού.
Advertisment
Καταλαβαίνω ότι δεν πρέπει ούτε να σκέφτομαι· ακόμα και η σκέψη, λοιπόν, πρέπει να πάψει; Πρέπει να αφεθώ ολοκληρωτικά στα χέρια σου – αλλά ποια είσαι; Δεν σου έχω εμπιστοσύνη –ούτε καν εμπιστοσύνη–, αυτή είναι, λοιπόν, η αγάπη που σου έχω, η χαρά μου για σένα; Εμπιστεύομαι έναν γενναίο άνθρωπο, αλλά εσένα όχι, ψυχή μου; Το χέρι σου είναι βαρύ επάνω μου, αλλά θέλω, θέλω. Δεν προσπάθησα μήπως να αγαπήσω τους ανθρώπους και να τους εμπιστευτώ και δεν θα το κάνω για σένα; Ξέχνα την αμφιβολία μου, ξέρω πόσο άσχημο είναι να αμφιβάλλω για σένα.
Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να εγκαταλείψει κανείς την ψωροπερηφάνια του για ό,τι μπόρεσε και σκέφτηκε. Ξέχασα ότι μέσα στους φίλους μου είσαι κι εσύ, ότι πρώτη απ’ όλους το δικαιούσαι να σε εμπιστευτώ. Ό,τι δίνω σ’ αυτούς δεν σου ανήκει; Αναγνωρίζω την αδικία μου. Σε καταφρόνησα, έτσι μου φαίνεται. Η χαρά μου που σε ξαναβρήκα δεν ήταν γνήσια χαρά. Αναγνωρίζω ότι ακόμα και το περιπαικτικό γέλιο μέσα μου είχε δίκιο.
Πρέπει να μάθω να σε αγαπώ. Ως και την κρίση μου για τον εαυτό μου πρέπει να την εγκαταλείψω; Φοβάμαι. Τότε μου μίλησε η ψυχή μου και μου είπε: «Αυτός ο φόβος μαρτυρεί εναντίον μου». Αλήθεια είναι, μαρτυρεί εναντίον σου. Σκοτώνει την ιερή εμπιστοσύνη ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα.
Advertisment
[2] Σκληρή που είναι αυτή η μοίρα! Φτάνετε στην ψυχή σας, και πρώτο πρώτο χάνεται το νόημα. Πιστεύετε ότι βυθίζεστε στο μη νόημα, στην αιώνια απουσία τάξης. Και έτσι είναι! Τίποτα δεν μπορεί να σας γλιτώσει από τη μη τάξη και το μη νόημα, διότι αυτό είναι το άλλο μισό του κόσμου. Ο θεός σας είναι παιδί, αρκεί να μην είστε σαν παιδιά. Είναι το παιδί τάξη και νόημα; Ή αταξία, καπρίτσιο; Η έλλειψη τάξης και η έλλειψη νοήματος είναι οι μητέρες της τάξης και του νοήματος. Τάξη και νόημα είναι ό,τι έχει γίνει και δεν γίνεται πια.
Ανοίξτε την πύλη της ψυχής για να αφήσετε να μπει στην τάξη και στο νόημά σας το σκοτεινό ρεύμα του χάους. Παντρέψτε το χάος με την τάξη και θα ’χετε γεννήσει το θείο παιδί, το υπερ-νόημα πέρα από το νόημα και το μη νόημα.
Φοβάστε να ανοίξετε την πύλη; Κι εγώ φοβόμουν, επειδή είχαμε ξεχάσει ότι ο Θεός είναι τρομερός. Ο Χριστός δίδαξε: Ο Θεός είναι αγάπη. Αλλά να ξέρετε ότι και η αγάπη είναι τρομερή.
Μίλησα σε μια ψυχή που αγαπούσε, και καθώς την πλησίαζα, με κατέλαβε τρόμος, σωρός οι αμφιβολίες μου και τις έκανα τοίχο, χωρίς να συνειδητοποιήσω ότι προσπαθούσα έτσι να φυλαχτώ από τη φοβισμένη ψυχή μου.
Φοβάσαι το βάθος· δεν γίνεται αλλιώς, αφού από πάνω του περνάει ο δρόμος του επερχόμενου. Πρέπει να αντέξεις τον πειρασμό της αγωνίας και της αμφιβολίας και να νιώσεις ως το μεδούλι σου ότι η αγωνία σου είναι δικαιολογημένη και η αμφιβολία σου εύλογη. Πώς αλλιώς θα ήταν αληθινός ο πειρασμός και αληθινή η υπέρβασή του;
Ο χριστιανός ξεπερνά τον πειρασμό του διαβόλου, όχι όμως τον πειρασμό του Θεού για το καλό και το λογικό. Ο χριστιανός υποκύπτει, λοιπόν, στον πειρασμό.
Ετούτο μένει ακόμη να μάθετε, να μην υποκύπτετε σε κανένα πειρασμό, αλλά να κάνετε ό,τι κάνετε οικειοθελώς· τότε θα είστε ελεύθεροι και πέρα από τον χριστιανισμό.
Αναγκάστηκα να αναγνωρίσω ότι έπρεπε να υποταχθώ σ’ αυτό που φοβόμουν, κι ακόμα περισσότερο, ότι αυτό που μου προξενούσε τρόμο έπρεπε να το αγαπήσω. Αυτό πρέπει να μάθουμε από την αγία εκείνη που, όταν αηδίασε από τους πανουκλιασμένους, ήπιε το πύον από τις πληγές τους και το βρήκε να ευωδιάζει σαν τριαντάφυλλο. Οι πράξεις των αγίων δεν ήταν μάταιες.
Σε όλα που έχουν να κάνουν με τη σωτηρία και την επίτευξη της χάριτος, είσαι εξαρτημένος από την ψυχή σου. Γι’ αυτό και καμιά θυσία δεν είναι πολύ δύσκολη. Αν οι αρετές σου εμποδίζουν τη σωτηρία σου, παράτα τες, επειδή σου έχουν γίνει κακό. Ο δούλος της αρετής βρίσκει τον δρόμο του τόσο λίγο όσο και ο δούλος της αμαρτίας.
Αν πιστεύεις ότι είσαι κύριος της ψυχής σου, γίνε δούλος της, αν ήσουν δούλος της, μάθε να την εξουσιάζεις, επειδή τότε αυτό της χρειάζεται. Τούτα να είναι τα πρώτα σου βήματα.
Επί έξι νύχτες σιωπούσε το Πνεύμα του Βάθους μέσα μου, διότι ταλαντευόμουν ανάμεσα στον φόβο, στο πείσμα της εναντίωσης και στην αηδία και ήμουν εντελώς έρμαιο του πάθους μου. Δεν μπορούσα και δεν ήθελα να ακούσω το βάθος. Την έβδομη νύχτα όμως το Πνεύμα του Βάθους μου μίλησε: «Κοίταξε στο βάθος σου, προσευχήσου στο βάθος σου, ξύπνα τους νεκρούς».
Εγώ όμως στεκόμουν σαν χαμένος και δεν ήξερα τι να κάνω. Κοίταξα μέσα μου, και το μόνο που βρήκα ήταν η ανάμνηση προηγούμενων ονείρων, που τα κατέγραψα χωρίς να ξέρω το γιατί. Ήθελα να τα αποτινάξω όλα από πάνω μου και να επιστρέψω στο φως της ημέρας. Αλλά το πνεύμα με συγκράτησε και με ανάγκασε να γυρίσω στον εαυτό μου.
Η έρημος
Έκτη νύχτα. Η ψυχή μου με οδηγεί στην έρημο, στην έρημο του ίδιου μου του εαυτού. Δεν πίστευα ότι ο εαυτός μου ήταν μια έρημος, μια ξερή, καυτή έρημος, σκόνη παντού και νερό πουθενά. Η διαδρομή περνούσε μέσα από καυτή άμμο, το βήμα αργό, προορισμός να μη φαίνεται, όλα αφημένα στην ελπίδα. Τι απόκοσμη που είναι αυτή η ερημιά. Μου φαίνεται σαν ο δρόμος να οδηγεί πολύ μακριά από τους ανθρώπους. Πηγαίνω τον δρόμο μου βήμα βήμα και δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει το ταξίδι.
Γιατί άραγε είναι ο εαυτός μου μια έρημος; Τόσο πολύ έζησα έξω από τον εαυτό μου μέσα σε ανθρώπους και σε πράγματα; Γιατί απέφυγα τον εαυτό μου; Μήπως επειδή δεν με αγαπούσα; Πάντως, τον τόπο της ψυχής μου τον απέφυγα. Έγινα ένα με τις σκέψεις μου όταν έπαψα να είμαι τα πράγματα και οι άλλοι άνθρωποι. Αλλά δεν ήμουν ο εαυτός μου, κάτι που να στέκει απέναντι στις σκέψεις μου.
Θα πρέπει να ανυψωθώ πάνω από τις σκέψεις μου πηγαίνοντας προς τον εαυτό μου. Εκεί οδηγεί το ταξίδι μου, γι’ αυτό οδηγεί μακριά από ανθρώπους και πράγματα, στη μοναξιά. Είναι μοναξιά όμως να είσαι μόνος με τον εαυτό σου; Είναι πράγματι μοναξιά, αν ο εαυτός σου είναι έρημος.
Απόσπασμα από το «Το κόκκινο βιβλίο» του Carl Jung που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. Δείτε περισσότερα εδώ

