Σηµειωτέον η γείτονα χώρα- που έχει εγκαταλείψει την καλλιέργεια από το 1991 – λειτουργεί ως ένας κεντρικός κόµβος, που µετατρέπει την πρώτη ύλη σε προϊόν υψηλής εµπορικής και τεχνικής αξίας, συµµετέχοντας σε µια διεθνή αλυσίδα προστιθέµενης αξίας που ξεκινά από τα βαµβακοχώραφα της Ελλάδας και της Ισπανίας και καταλήγει στις πασαρέλες και τις µπουτίκ του κόσµου. Αυτά υπογραµµίζονται σε έρευνα αγοράς του γραφείου Οικονοµικών και Εµπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στη Ρώµη, σύµφωνα µε την οποία το παραγωγικό προφιλ της Ελλάδας της επιτρέπει να παραµένει βασικός εταίρος για τις ιταλικές υφαντουργίες. Μάλιστα, οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ιταλία ειδικά αναµένεται να αυξηθούν για έναν πρόσθετο λόγο: Ρυθµιστικές εξελίξεις.
Συγκεκριµένα, το 2026-2027 αποτελεί κοµβικό σηµείο, καθώς θα εφαρµοστεί πλήρως η ιταλική υποχρέωση διευρυµένης ευθύνης παραγωγού ( Extended Producer Responsibility-EPR) στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, που επιβάλλει αναλυτική ιχνηλασιµότητα και περιβαλλοντική ευθύνη στον κύκλο ζωής των υλικών. Οι επιχειρήσεις που δεν µπορούν να εξασφαλίσουν προέλευση και βιωσιµότητα θα δυσκολευτούν να εξάγουν, ενώ αντίστοιχα το ελληνικό βαµβάκι, το οποίο είναι ήδη ενσωµατωµένο σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες ιχνηλασιµότητας, αποκτά ανταγωνιστικό προβάδισµα. Παράλληλα, η εισαγωγή του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος (Digital Product Passport-DPP) θα καταστήσει υποχρεωτική τη λεπτοµερή ιχνηλασιµότητα πρώτων υλών, υλικών και περιβαλλοντικών επιδόσεων. Οι απαιτήσεις αυτές, σε συνδυασµό µε τους νέους κανόνες οικολογικού σχεδιασµού της ΕΕ, θα επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις µεταξύ προµηθευτών και βιοµηχανιών, ευνοώντας όσους µπορούν να προσφέρουν διαφάνεια, αξιοπιστία και τεκµηριωµένη βιωσιµότητα. Σηµειωτέων η Ελλάδα παραµένει ο µεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας βάµβακος στην ΕΕ, µε τις συνολικές εξαγωγές της να φτάνουν τα 486,4 εκατ. δολάρια το 2024 (COMTRADE). Η θέση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η χώρα κατατάσσεται ανάµεσα στους κορυφαίους παγκόσµιους εξαγωγείς βάµβακος, πίσω από µεγάλες παραγωγές χώρες, όπως αναφέρει και η έκθεση της FAS/USDA.
Αύξηση ζήτησης, στα 10 δις ως το 2030 αξία αγοράς
Η µεσοπρόθεσµη εικόνα δείχνει ότι η ζήτηση βάµβακος στην Ευρώπη αυξάνεται σταθερά, µε την αξία της αγοράς να αναµένεται να φτάσει τα 10,77 δισ. δολάρια έως το 2030 και µε ετήσιο ρυθµό ανάπτυξης 4,91% την περίοδο 2025-2030. Η Ιταλία, ως κορυφαία µεταποιητική δύναµη της Ευρώπης, θα απορροφήσει σηµαντικό µέρος αυτής της αύξησης, ιδιαίτερα σε κατηγορίες που απαιτούν υψηλή ποιότητα και ιχνηλασιµότητα.
Η ελληνική εξαγωγική δυναµική ενισχύεται επίσης από τη σταθερή θέση του ελληνικού βάµβακος σε διεθνείς αγορές, όπως δείχνουν τα στοιχεία της OEC, σύµφωνα µε τα οποία η Ελλάδα αποτελεί τον 14ο µεγαλύτερο εξαγωγέα βάµβακος παγκοσµίως µε εξαγωγές 511 εκατ. δολαρίων το 2023. Η αναµενόµενη αύξηση της αξίας και της ζήτησης της ιταλικής κλωστοϋφαντουργίας έως το 2027, όπως προκύπτει από κύριες µελέτες αγοράς για την περίοδο 2026-2031, θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά. Καθώς η Ιταλία επεκτείνει την παραγωγή τεχνικών υφασµάτων και επενδύει σε πιο καινοτόµες και βιώσιµες παραγωγικές διαδικασίες, η ανάγκη για σταθερή, ποιοτική πρώτη ύλη θα παγιωθεί και θα ενταθεί.
Μικρή δύναµη παγκοσµίως η Ελλάδα
Με την Ιταλία και την Πορτογαλία να έχουν εγκαταλείψει την καλλιέργεια εδώ και χρόνια, η Ελλάδα είναι ο µεγαλύτερος παραγωγός βάµβακος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καλύπτοντας το 80% της ευρωπαϊκής παραγωγής (~1 εκατ. δεµάτια ετησίως), µάλιστα µαζί µε την Ισπανία είναι οι µόνες ουσιαστικά παραγωγές χώρες. Ωστόσο, όταν το ελληνικό µέγεθος τοποθετηθεί στο παγκόσµιο πλαίσιο, γίνεται σαφές ότι ακόµη και ως ο απόλυτος ηγέτης στην Ευρώπη, η Ελλάδα παραµένει πολύ µικρή δύναµη παγκοσµίως, καθώς η παγκόσµια αγορά ελέγχεται από χώρες µε παραγωγή πολλαπλάσια. Ως εκ τούτου στο διεθνές εµπόριο, η Ελλάδα δεν αποτελεί διαµορφωτή τιµών, αλλά περιφερειακό παραγωγό. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική παραγωγή θεωρείται ποιοτικά υψηλού επιπέδου και ιδιαίτερα δηµοφιλής για τη σταθερότητα και την οµοιοµορφία των ινών της, κάτι που την καθιστά στρατηγικής σηµασίας για ευρωπαϊκές κλωστοϋφαντουργίες.
Σύµφωνα µε την OEC, η Ελλάδα βρίσκεται ανάµεσα στους βασικούς προµηθευτές ακατέργαστου βάµβακος στην ιταλική αγορά. Το 2023 η Ιταλία εισήγαγε από την Ελλάδα βαµβάκι αξίας 5,38 εκατ. δολαρίων, καθιστώντας τη χώρα έναν από τους κορυφαίους προµηθευτές της ιταλικής υφαντουργίας µετά την Τουρκία, τη Βραζιλία, τη Γερµανία και την Ολλανδία. Αν και το ποσό αυτό είναι µικρότερο από το σύνολο των ελληνικών εξαγωγών προς την Ιταλία (αφού οι ελληνικές εξαγωγές περιλαµβάνουν και νήµατα και υφάσµατα), καταδεικνύει ότι: Η Ιταλία εισάγει σηµαντικές ποσότητες ελληνικού βάµβακος, αλλά µεγάλο µέρος των ελληνικών εξαγωγών αφορά ήδη επεξεργασµένα προϊόντα (νήµατα και υφάσµατα), τα οποία δεν ταξινοµούνται ως «raw cotton» στο ιταλικό εµπορικό σύστηµα.
Η εµπορική σχέση Ιταλίας–Ελλάδας στον κλάδο του βάµβακος χαρακτηρίζεται από πλεόνασµα υπέρ της Ελλάδας στην πρώτη ύλη, πλεόνασµα υπέρ της Ιταλίας στα µεταποιηµένα προϊόντα. Συµπερασµατικά, το διµερές εµπόριο ακολουθεί το κλασικό µοντέλο κάθετης ολοκλήρωσης. Η Ελλάδα προµηθεύει την πρώτη ύλη, ενώ η Ιταλία παράγει το τελικό προϊόν.
Με 7 βήµατα επιτυχηµένη είσοδος στην ιταλική αγορά
Η ανάλυση τους ελληνικής πρεσβείας παραθέτει έναν οδηγό µε πρακτικά βήµατα που θα πρέπει να κάνει µια ελληνική εταιρεία προκειµένου να εξάγει επιτυχώς στην Ιταλία:
- Βήµα 1: Συµµόρφωση µε EPR & DPP πριν το 2026.
- Βήµα 2: Εξασφάλιση πιστοποιήσεων ποιότητας & οικολογικών προτύπων GOTS, OCS, ISO, OEKO-TEX, traceability platforms.
- Βήµα 3: Χαρτογράφηση βιοµηχανικών clusters και εύρεση αντιπροσώπων.
- Βήµα 4: Συµµετοχή σε ιταλικές επαγγελµατικές εκθέσεις Milano Unica, Pitti Filati, ITMA (αντίστοιχα έτη).
- Βήµα 5: Στόχευση των αγορών που ήδη ενδιαφέρονται για ευρωπαϊκό βαµβάκι.
- Βήµα 6: ∆ηµιουργία ιταλικής παρουσίας (distributors / showroom / agent).
- Βήµα 7: – Σαφής στρατηγική branding.
Η Ιταλία καίρια αγορά και σημείο σύνδεσης με βαμβακοκαλλιέργεια ΕΕ
Η δοµή της αγοράς βάµβακος στην Ιταλία χαρακτηρίζεται από µια ιδιόµορφη αντίφαση: ενώ η χώρα διαθέτει µία από τις πιο ανεπτυγµένες και τεχνολογικά προηγµένες κλωστοϋφαντουργικές βιοµηχανίες στην Ευρώπη, η πρωτογενής παραγωγή βάµβακος έχει πρακτικά εκλείψει εδώ και δεκαετίες. Η Ιταλία εποµένως εξαρτάται πλήρως από εισαγόµενες ίνες για τη λειτουργία της τεράστιας υφαντουργικής και ενδυµατολογικής της βιοµηχανίας, αναφέρει, µεταξύ άλλων, η µελέτη της ελληνικής πρεσβείας στην Ρώµη.
Ιταλικές εταιρείες µε διεθνή φήµη, όπως η Candiani Denim, η Berto Industria Tessile και ο όµιλος Albini, αποτελούν κορυφαίους παραγωγούς υφαντουργικών προϊόντων που χρησιµοποιούν βαµβάκι υψηλών προδιαγραφών. Η ιταλική µόδα έχει τεράστια ανάγκη από βαµβάκι υψηλής ποιότητας, ιδίως για υφάσµατα όπως denim, shirting fabrics και premium υφαντά που αποτελούν τη βάση των συλλογών των µεγαλύτερων οίκων µόδας.
Η εφοδιαστική αλυσίδα του βάµβακος στην Ιταλία ξεκινά από το εξωτερικό, ενώ συµπληρώνεται και από τον ρόλο της «Ευρωπαϊκής Συµµαχίας Βάµβακος (ECA) η οποία χρησιµοποιεί την Ιταλία όχι µόνο ως κέντρο µεταποίησης, αλλά και ως κέντρο προώθησης, ενηµέρωσης και εκπαίδευσης. Η ECA βλέπει την Ιταλία ως καίρια αγορά και σηµαντικό σηµείο σύνδεσης µεταξύ της ευρωπαϊκής παραγωγής βάµβακος και της βιοµηχανίας υψηλής ποιότητας υφασµάτων και ενδυµάτων. Στις εκδηλώσεις της συχνά συµµετέχουν ιταλικές εταιρείες µόδας και υφαντουργίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η χώρα λειτουργεί ως βασικός «καταναλωτής» και επεξεργαστής ευρωπαϊκού βάµβακος. Στην πρόσφατη εκδήλωση της ECA στο Μιλάνο, εταιρείες όπως Versace, Trussardi, Gucci, Superga και Candiani Denim συµµετείχαν σε συζητήσεις και παρουσιάσεις για τα πλεονεκτήµατα του ευρωπαϊκού βάµβακος, δείχνοντας τη δέσµευση της ιταλικής βιοµηχανίας στη χρήση βιώσιµων και ιχνηλάσιµων ινών. Τα στελέχη της ECA, όπως ο πρόεδρος κ. Αντώνιος Σιάρκος και ο κ. ∆ηµήτριος Πολύχρονος, παρουσιάζουν συχνά στην Ιταλία τα οφέλη του ευρωπαϊκού βάµβακος και τονίζουν τη σηµασία της χρήσης του από τις ιταλικές εταιρείες ώστε να ενισχύσουν την ιχνηλασιµότητα και τη βιωσιµότητα στην ευρωπαϊκή αλυσίδα της µόδας.
Προοπτικές στην εξέλιξη της ζήτησης
Η ζήτηση για βαµβάκι στην Ιταλία αναµένεται να αυξηθεί σταθερά τα επόµενα χρόνια, καθώς η ιταλική αγορά κλωστοϋφαντουργίας βρίσκεται σε φάση µετασχηµατισµού προς προϊόντα υψηλής ποιότητας, βιώσιµες πρώτες ύλες και τεχνικά υφάσµατα.
Η εικόνα της ιταλικής αγοράς υφασµάτων και βάµβακος για το 2027 διαµορφώνεται µέσα σε ένα περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης, συνεχούς τεχνολογικού µετασχηµατισµού και αυξανόµενων απαιτήσεων βιωσιµότητας.
Σύµφωνα µε προβλέψεις της Quantyny Analytics, η αξία της αγοράς βάµβακος στην Ιταλία, η οποία εκτιµήθηκε στα 39,8 δισ. δολάρια για το 2024, αναµένεται να φτάσει στα 54,3 δισ. δολάρια έως το 2033, ένδειξη ότι η ζήτηση θα ακολουθήσει σταθερά ανοδική πορεία σε βάθος δεκαετίας. Η αύξηση αυτή συνοδεύεται από ευρύτερη διεύρυνση της χρήσης τόσο στην κλασική µόδα όσο και σε τεχνικές και βιοµηχανικές εφαρµογές, µε τον ρυθµό ανάπτυξης να αγγίζει το 4,5% ετησίως. Η γενικότερη εικόνα της ιταλικής κλωστοϋφαντουργίας ενισχύει αυτή την προοπτική. Η συνολική αγορά υφασµάτων, η οποία το 2025 ανερχόταν στα 30,32 δισ. δολάρια, αναµένεται να αυξηθεί στα 36,64 δισ. δολάρια έως το 2031, µε την εξέλιξη αυτή να οφείλεται κυρίως στη στροφή προς premium υφάσµατα και υλικά υψηλής ποιότητας. Παρά το γεγονός ότι στον τοµέα αυτό κυριαρχούν τα τεχνικά υφάσµατα, το βαµβάκι διατηρεί µια κυρίαρχη θέση, καθώς εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική φυσική ίνα στην οποία στηρίζεται ο ιταλικός κλάδος ένδυσης. Καθώς η αγορά µεταβαίνει σε ακόµα ποιοτικότερα προϊόντα, η ζήτηση για βαµβάκι υψηλών προδιαγραφών ενισχύεται.

