Από τα «εάν» στην πολιτική επιτάχυνση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Στο διεθνές πεδίο, το 2025 ήταν χρονιά αναταραχής και αστάθειας. Ηταν το έτος Τραμπ. Στην Ελλάδα, όμως, το 2025 ήταν έτος μεγάλης πολιτικής σταθερότητας. Παρά τις κινητοποιήσεις και τα σημαντικά κινήματα, παρά τις αυξομειώσεις της επιρροής πολλών κομμάτων, η σταθερότητα έδωσε τον τόνο. Στον πυρήνα της σταθερότητας βρίσκεται ένα πρωτοφανές γεγονός: το τεράστιο κενό εκπροσώπησης στον χώρο της Κεντροαριστεράς – Αριστεράς, χωρίς αντίστοιχο στον μισό αιώνα ζωής της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ετσι, η βασική αρχιτεκτονική του κομματικού συστήματος χαρακτηρίζεται από τη σταθερή υπεροχή της Ν.Δ., παρά το γεγονός ότι η πολιτική της αξιολογείται αρνητικά από την πλειοψηφία των πολιτών – με το 62% να επιθυμεί πολιτική αλλαγή (Μetron, Δεκέμβριος 2025). Η διαφθορά, τα πλήγματα στο κράτος δικαίου, η φυσική φθορά της άσκησης της εξουσίας, αλλά και ο κενός λόγος των αντιπολιτευτικών κομμάτων, έχουν παραγάγει μια «fatigue démocratique» που ευνοεί νέους σχηματισμούς και «άφθαρτα» πρόσωπα. Ως συνέπεια, το 2025 ήταν, εκτός από έτος πολιτικής σταθερότητας, και το έτος των «εάν» – εάν θα δημιουργηθούν νέα κόμματα και ποια θα είναι αυτά.

Από τα «εάν» στην πολιτική επιτάχυνση-1

Το 2026 θα είναι μια χρονιά επιτάχυνσης των εξελίξεων. Πολλά από τα «εάν» θα απαντηθούν. Το θολό τοπίο θα ξεκαθαρίσει. Ωστόσο, πριν αυτό συμβεί, οι ανακατατάξεις θα πολλαπλασιαστούν, η σύγχυση, οι προσδοκίες και οι ματαιώσεις θα φουντώσουν.

Δεν θα ανοίξουμε εδώ το «μαύρο κουτί» των μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων. Δεν θα ήταν αξιόπιστο με τόσα «εάν» να επικρέμανται στον αέρα. Θα περιοριστούμε σε κάτι ταπεινό: να δώσουμε κάποια δεδομένα που αφορούν τον πυρήνα του σημερινού ελληνικού «κομματικού προβλήματος», το οποίο εστιάζεται στην κρίση της ευρείας Κεντροαριστεράς – Αριστεράς.

Οι τάσεις

Στο διάγραμμα αποτυπώνεται η εκλογική δυναμική των τριών κομματικών ρευμάτων –ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ– που δομούν το μη δεξιό φάσμα του πολιτικού συστήματος. Η περίοδος 2019 – Δεκέμβριος 2025 έχει επιλεγεί γιατί είναι αυτή που οδήγησε στο μείζον κενό εκπροσώπησης της ευρείας Κεντροαριστεράς – Αριστεράς. Το «διαφορετικό» ή «πρωτότυπο» στη μέτρηση βρίσκεται στο ότι παρακολουθεί την εξέλιξη του συριζαίικου «ρεύματος» συμπεριλαμβάνοντας και αθροίζοντας τις εκλογικές επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και όλων των κομμάτων (υπό τον όρο ότι έχουν υπερβεί το 0,5% στην υπό εξέταση περίοδο) που στην πορεία προέκυψαν από διασπάσεις του αρχικού ΣΥΡΙΖΑ – του νικηφόρου ΣΥΡΙΖΑ του 36,34% του Ιανουαρίου 2015. Τα κόμματα αυτά, από το ΜέΡΑ25 και την Πλεύση Ελευθερίας, ήδη παρόντα στις εκλογές του 2019, μέχρι τη Νέα Αριστερά και το Κίνημα Δημοκρατίας του Κασσελάκη, αναφέρονται έως και σήμερα –θετικά, αρνητικά ή πολύ αρνητικά– στην εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ και, άρα, στην αρχική μήτρα από την οποία προέρχονται.

Οι αριθμοί καταγράφουν γνωστές τάσεις και ταυτόχρονα εκπλήσσουν.

Η χαμηλή πτήση ΠΑΣΟΚ

Η πλαγιοανοδική τάση του ΠΑΣΟΚ αποτυπώνεται καθαρά στην καμπύλη της δυναμικής του. Μετά τη σημαντική, αν και όχι εντυπωσιακή, άνοδο των εκλογών του Μαΐου 2023 (+3,7%), η κίνηση προς τα πάνω, ήδη από τις εκλογές του Ιουνίου 2023 (μόνο +0,3% σε σχέση με τον Μάιο) είναι περιορισμένη και βασανιστικά αργή. Είναι όμως αδιαμφισβήτητη. Για κόμμα, εντούτοις, που από το 2024 ασκεί –για πρώτη φορά μετά το 2012, λόγω αυτοχειρίας του ΣΥΡΙΖΑ– τον προνομιακό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η ανοδική τάση είναι εξόχως ανεπαρκής. Δεν το καθιερώνει σε κεντρικό πόλο εναλλακτικής διακυβέρνησης.

Ως συνέπεια, ο μεγάλος έμμεσος ηττημένος της περιόδου Ιουνίου 2023-Δεκεμβρίου 2025 είναι το ΠΑΣΟΚ. Και αυτό και παρά το γεγονός ότι καταγράφει (Δεκέμβριος 2025), σε σύγκριση με το 8,10% του 2019, αύξηση κατά περίπου 58% της ισχύος που είχε το 2019! Η πολιτική αριθμητική, που δεν ταυτίζεται με την απλή αριθμητική, δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ «δεν μπορεί».

Το ΠΑΣΟΚ «δεν μπορεί». Για κόμμα που από το 2024 ασκεί τον προνομιακό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η ανοδική τάση του ΠΑΣΟΚ είναι εξόχως ανεπαρκής. Η πολιτική αριθμητική δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ «δεν μπορεί».

Ετσι, ενώ η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, αφενός, και τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, που έκαναν κομμάτια το αφήγημα της Ν.Δ., αφετέρου, άνοιξαν μια μεγάλη λεωφόρο για το ΠΑΣΟΚ, η απόσταση του πρώτου από το δεύτερο κόμμα μεγάλωσε: από 13 ποσοστιαίες μονάδες τον Ιανουάριο 2025 (Ν.Δ. 30%, ΠΑΣΟΚ 17%) έγινε 15 μονάδες τον Δεκέμβριο (Ν.Δ. 29%, ΠΑΣΟΚ 14%, Politico, poll of polls, Greece). Βέβαια, οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ο πιο έγκυρος οδηγός. Οποιος όμως ζει και κινείται σε αυτή τη χώρα συναντά παντού, μέχρι τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, το ίδιο στερεοτυπικό μοτίβο: «Το ΠΑΣΟΚ δεν τραβάει». Αυτό αποτυπώνεται στο ως άνω διάγραμμα.

Ο παλαιός χώρος ΣΥΡΙΖΑ

Ο παλαιός χώρος ΣΥΡΙΖΑ είναι ακραία κατακερματισμένος. Δεν συνιστά πλέον ενιαία κομματική οικογένεια. Κάποιες δε δυνάμεις –όπως η Πλεύση Ελευθερίας, η πιο επιτυχημένη σήμερα συριζογενής δύναμη, και εν μέρει το αμφίβολης προοπτικής Κίνημα Δημοκρατίας– ρητά απορρίπτουν τον όρο «Ριζοσπαστική Αριστερά», ή και απλώς «Αριστερά», όροι άλλοτε ενοποιητικοί του χώρου.

Τότε γιατί η ως άνω μέτρηση; Για να καταγραφεί κάτι απλό και καθόλου δευτερεύον: η πραγματική κοινωνική επιρροή του διασπασμένου αυτού χώρου, το μέγεθος της οποίας χάνεται μέσα στη διαίρεση και στην πολιτική αδυναμία που αυτή παράγει. Επίσης, τα επιμέρους ακροατήρια που την/τον συγκροτούν έχουν σε μεγάλο βαθμό κοινό παρελθόν εκλογικής συμπεριφοράς, κοινές μνήμες και επικοινωνούν μεταξύ τους.

Η συνοχή των αριθμών προσωπικά με εξέπληξε. Το 36,44% των βουλευτικών του 2019 (αθροιστικό ποσοστό των ΣΥΡΙΖΑ, ΜέΡΑ25 και Πλεύσης Ελευθερίας) ταυτίζεται πλήρως με το 36,34% που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο 2015. Ακολουθεί η κατακρήμνιση στις εκλογές του 2023 (Ιούνιος: 23,5%) και, έκτοτε, το αθροιστικό ποσοστό, παρά την καταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ (4% η τωρινή μέση εκτίμηση ψήφου), επιδεικνύει εντυπωσιακή σταθερότητα – κυμαινόμενο μεταξύ 23% και 24,9%. Ο τσακισμένος, πολιτικά και οργανωτικά, συριζογενής χώρος είναι, όσο και αν αυτό εκπλήσσει, ο ισχυρότερος στο εσωτερικό της μη Δεξιάς αντιπολίτευσης. Είναι, επίσης, ένας από τους πιο ισχυρούς στην Ευρώπη. Και, θα το επαναλάβω, παρά την εγγενή και ακραία διαίρεση και αστάθεια, επιδεικνύει αθροιστικά αξιοσημείωτη εκλογική σταθερότητα.

Εάν δε ληφθεί υπόψη και η ισχύς του ΚΚΕ (7% κατ’ εκτίμηση), τότε το πολιτικό κέντρο βάρους της μη Δεξιάς αντιπολίτευσης τοποθετείται, και στον παρόντα χρόνο, αρκετά αριστερά – και πάντως πιο αριστερά από τη μεγάλη πλειοψηφία των χωρών της Ε.Ε. Αυτό δεν μπορεί να μην επηρεάσει τις επιλογές του ΠΑΣΟΚ, του κόμματος Τσίπρα –έχει ήδη επηρεάσει τις προσωπικές τοποθετήσεις του πρώην πρωθυπουργού προς αριστερή κατεύθυνση– και, ενδεχομένως, παρότι σίγουρα λιγότερο, του κόμματος Καρυστιανού, εάν αυτό δημιουργηθεί.

Οι συνήθεις συγκρίσεις του σήμερα με το 1977 και, κυρίως, με το 2012 είναι απολύτως εσφαλμένες. Τότε ένας κεντρικός παίκτης έχανε τον ρόλο του (1977: Ενωση Δημοκρατικού Κέντρου, 2012: ΠΑΣΟΚ) αλλά ο νέος που θα τον αντικαθιστούσε (1977: ΠΑΣΟΚ, 2012: ΣΥΡΙΖΑ) εισερχόταν με τρομερή δύναμη στο κέντρο της σκηνής. Το 2023 και το 2024 ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τον κεντρικό του ρόλο, αλλά ο νέος (αν και παλαιός, ή ίσως γι’ αυτό) ανερχόμενος παίκτης, το ΠΑΣΟΚ, δεν τον αντικατέστησε. Η δυναμική του, παρά κάποια πετάγματα, υπήρξε πληκτικά «πλάγια» παρότι ανοδική. Η δε αξιολόγηση της αντιπολίτευσης που ασκεί το ΠΑΣΟΚ είναι πλειοψηφικά αρνητική και η «πρωθυπουργική» εικόνα του Νίκου Ανδρουλάκη πολύ αδύναμη.

Για τον Αλέξη Τσίπρα το Παλλάς έδειξε ότι ο «κύβος ερρίφθη». Οι μέχρι τώρα κινήσεις του είναι πιο επαγγελματικές από ό,τι στο παρελθόν, ο πολιτικός του λόγος λιγότερο τοξικός, πιο δομημένος, αν και δεν μοιάζει ιδιαίτερα καινοτόμος, η εικόνα του πιο «πρωθυπουργική» από εκείνη του Νίκου Ανδρουλάκη. Η σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση θα είναι μετωπική – τουλάχιστον στην αρχή. Και δεν θα κριθεί σε μία μάχη. Ούτε στο δημοσκοπικό ποσοστό εκκίνησης – αλλά στη «δεύτερη ορμή». Ούτε στις αντιδεξιές κορώνες, παρότι ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε το νέο κόμμα Τσίπρα μπορούν να παραγνωρίσουν το αριστερό κέντρο βάρους της μη Δεξιάς «παράταξης». Θα κριθεί στην ηγετικότητα, στο ποιος εκ των δύο θα ορίσει με μεγαλύτερη φρεσκάδα την «επόμενη μέρα» και στο ποιος θα πείσει ότι θα υλοποιήσει, λόγω ομάδας, λόγω προετοιμασίας, λόγω βούλησης, λόγω παρελθόντος, τις υποσχέσεις. Θα κριθούν και στις ρελάνς που θα γίνουν για να εξουδετερωθούν τα κατά συγκυρία πλεονεκτήματα του ενός ή του άλλου κόμματος. Ειδικά για τον Τσίπρα, καθώς η επιστροφή γίνεται πολύ νωρίς, αφού οι αρνητικές μνήμες είναι ισχυρές και οι πικρίες και ματαιώσεις στελεχών πολλές, θα επαναλάβουμε αυτό που γράψαμε σε αυτές τις στήλες: το νέο σχήμα θα αποτύχει εάν δεν εμφανίσει νέα φυσιογνωμία, νέα πρόσωπα, και δεν εκπλήξει με τον τρόπο συγκρότησής του και με ισχυρές πράξεις ανανέωσης («Καθημερινή», «Το δηλητηριασμένο δώρο»).

Είμαστε όμως ακόμη στη φάση των «εάν». Σήμερα δεν μπορούμε να συγκρίνουμε ένα κόμμα που υπάρχει με ένα κόμμα που δεν υπάρχει ακόμη. Και, επίσης, δεν γνωρίζουμε εάν ένας τρίτος παίκτης, παράδειγμα η Καρυστιανού, αλλάξει τα δεδομένα της σύγκρουσης. Το 2026 θα δείξει. Ο,τι σήμερα είναι σχέδιο, δισταγμός ή υπόθεση, θα πάρει ή δεν θα πάρει εμπράγματη μορφή. Με «εάν» δεν φτιάχνονται κόμματα, ούτε βελτιώνονται χώρες ούτε γράφονται τεκμηριωμένες αναλύσεις.

Ο κ. Γεράσιμος Μοσχονάς είναι μέλος της διοικούσας επιτροπής του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πηγή

Tελευταία Nέα