Φόρτωση Text-to-Speech…
Δίστασα πολύ να γράψω για το θέμα των φωτογραφιών της Καισαριανής που κυκλοφόρησαν στο ∆ιαδίκτυο, καθώς το θέμα απέκτησε από την πρώτη στιγμή τα χαρακτηριστικά που αναπόφευκτα προσδίδουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε γεγονότα που είναι σύνθετα και απαιτούν βαθύτερες γνώσεις και κριτική σκέψη: απλουστευτικός και συναισθηματικός λόγος, ερμηνευτική ισοπέδωση, τοξικότητα και πολιτική χειραγώγηση. Oμως, αυτή είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Θα προσπαθήσω λοιπόν να συνεισφέρω κάποιες σκέψεις, γνωρίζοντας ότι κινδυνεύω να συμβάλλω στον ορυμαγδό που καλλιεργούν οι αλγόριθμοι.
Τι ακριβώς συνεισφέρει η ανακάλυψη αυτών των φωτογραφικών ντοκουμέντων; Η απάντηση είναι διπλή: συγκινησιακή φόρτιση και πολιτική χειραγώγηση. Πιθανότατα όχι βαθύτερη ιστορική γνώση, ενδεχομένως και ιστορική στρέβλωση. Η συγκινησιακή φόρτιση από μόνη της δεν είναι αρνητική. Μπορεί όμως να έχει αρνητικά αποτελέσματα όταν εκμαιεύεται με οργανωμένο τρόπο και προς μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση, όταν συνοδεύεται από πολιτικά στρατευμένες ερμηνείες, όταν αντί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ένα δύσκολο και σύνθετο παρελθόν, μας οδηγεί σε πολιτικούς διχασμούς με παροντικό διακύβευμα.
Πατρίδα και κόμμα – Hρωισμός και αυτοθυσία για ποιον ακριβώς σκοπό; Για την πατρίδα, θα πουν κάποιοι. Για το κόμμα, θα πουν άλλοι. Και για τα δύο ταυτόχρονα, θα υπονοήσουν οι υπόλοιποι.
Στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι πρωταγωνιστεί ένα πολιτικό κόμμα με άμεσο συμφέρον στην υπόθεση, το ΚΚΕ, ενώ ακολουθούν από κοντά εσμός κομματικών και παρακομματικών ιστορικών, δημοσιογράφων και δημοσιολογούντων, που σκοπό έχουν να μας πείσουν ότι οι κομμουνιστές υπήρξαν οι πιο αγνοί και ανιδιοτελείς πατριώτες τους οποίους οφείλουμε όλοι να τιμούμε και να θαυμάζουμε. Να «συγκλονιζόμαστε», όπως μας το θέτουν επιτακτικά, πρωταρχικά ή και μόνο από αυτούς.
Αν, αντιθέτως, μας ενδιαφέρει η κατανόηση, αν θέλουμε να πάμε λίγο πιο πέρα από την πολιτική χειραγώγηση και τον στείρο συναισθηματισμό της στιγμής, θα πρέπει να αφήσουμε την εικόνα και να στραφούμε στην ουσία. Και αυτή δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο φαντάζει εκ πρώτης όψεως.
Τι βλέπουμε στις φωτογραφίες που κυκλοφορούν; Hρωες αντιστασιακούς που βαδίζουν αλύγιστοι στον θάνατο, που θυσιάζονται για το έθνος; Κομμουνιστές που πάνε περήφανοι να στηθούν μπροστά στη μάντρα που ο Βάρναλης αποκάλεσε το «σύνορο του κόσμου»; Ναι, τα βλέπουμε αυτά, αλλά υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε με γυμνό μάτι.
Προκύπτει αμέσως ένα ερώτημα: ηρωισμός και αυτοθυσία για ποιον ακριβώς σκοπό; Για την πατρίδα, θα πουν κάποιοι. Για το κόμμα, θα πουν άλλοι. Και για τα δύο ταυτόχρονα, θα υπονοήσουν οι υπόλοιποι, υπονοώντας την εξίσωση έθνους και κόμματος. Oμως, η εξίσωση κομμουνιστών και αντιστασιακών πάσχει από δύο σοβαρά πραγματολογικά προβλήματα.
Αφενός οι κομμουνιστές δεν έκαναν (και το λένε ανοιχτά) απλά αντίσταση, έκαναν επανάσταση και μάλιστα με διεθνιστικό πρόσημο. Σκοπός τους δεν ήταν μόνο η απελευθέρωση, αλλά και η συγκρότηση ενός σοβιετικού κράτους, δηλαδή μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας. Αφετέρου, δεν ήταν όλοι όσοι έκαναν αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς κομμουνιστές. Οι περισσότεροι Eλληνες που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς (και από τους Ιταλούς και τους Βουλγάρους, ας μην ξεχνάμε πως η κατοχή ήταν τριπλή) ήταν απλοί πολίτες δίχως πολιτική δράση, που πιάστηκαν στην αδυσώπητη μέγγενη των αντιποίνων, όπως π.χ. οι κάτοικοι του χωριού Κοντομαρί στην Κρήτη το 1941, που τους βλέπουμε να περιμένουν την εκτέλεσή τους με κουράγιο αλλά και απέραντο πόνο. Δεν ήταν επίσης λίγοι εκείνοι που ήταν αντιστασιακοί, χωρίς όμως να είναι κομμουνιστές ή να έχουν κάποια πολιτική ατζέντα πέρα από την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Αγιοι και δαίμονες – O ρόλος των ιστορικών είναι κομβικός: να εμβαθύνουν, να απομακρύνονται από ασπρόμαυρες θεωρήσεις που κυριαρχούνται από ήρωες και προδότες, άγιους και δαίμονες.
Eχει η θυσία τους παρόμοια αξία με αυτή των κομμουνιστών; Ή έχει μήπως μεγαλύτερη; Η Λέλα Καραγιάννη, για παράδειγμα, υπήρξε μία από τις πιο αποτελεσματικές και ανιδιοτελείς μορφές της αντίστασης στην Ελλάδα. Εκτελέστηκε στο Χαϊδάρι, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, μαζί με άλλους 59 ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, μέλη μη κομμουνιστικών αντιστασιακών οργανώσεων στην πλειονότητά τους. Οι φωτογραφίες μετά την εκτέλεσή τους κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο, όμως για κάποιο λόγο δεν φαίνεται να συγκλονίζουν εξίσου και σίγουρα διαφημίζονται πολύ λιγότερο από τους κομμουνιστές της Καισαριανής. Δεν πολυακούγεται η Λέλα Καραγιάννη, μάλλον γιατί έκανε το «λάθος» να συνεργαστεί στενά με τους Βρετανούς: η προτομή της βανδαλίστηκε ενώ μια πρόσφατη, εξαιρετική βιογραφία της (Στέλιος Περράκης, «Η απίθανη ηρωίδα. Η Λέλα Καραγιάννη και οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες στην Ελλάδα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», Επίκεντρο, 2022) πέρασε μάλλον απαρατήρητη.
Ταυτόχρονα, προσπερνάμε με μεγάλη ευκολία το γεγονός ότι μετά το 1943 η Ελλάδα συγκλονίζεται όχι μόνο από την αντίσταση εναντίον των κατακτητών, αλλά και από έναν πολύπλευρο και πολύ αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Τα δύο φαινόμενα συμπλέκονται με τρόπο που δεν διαφοροποιείται τόσο εύκολα και τακτοποιημένα όσο θα μας άρεσε. Στην ιστορία αυτή, οι κομμουνιστές δεν είναι μόνο θύματα, είναι και θύτες. Για να σταθώ σε ένα μόνο παράδειγμα, λίγες μόνο μέρες πριν από τις εκτελέσεις της Πρωτομαγιάς στην Καισαριανή, στις 17 Απριλίου 1944 για την ακρίβεια, εκτελείται από τον ΕΛΑΣ ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός μαζί με δεκάδες άνδρες του 5/42 Συντάγματος.
Αντιστασιακοί εκτελούν άλλους αντιστασιακούς, κομμουνιστές εκτελούν μη κομμουνιστές. Η εκτέλεσή τους δεν είναι λιγότερο συγκινητική από αυτή των κομμουνιστών στην Καισαριανή. Είναι σίγουρα τραγικότερη, γιατί η εμφύλια βία συνοδεύεται από μια ιδιαίτερα τραγική διάσταση. Ομως, τα φωτογραφικά τεκμήρια στην περίπτωσή τους είναι πολύ πιο σπάνια (μια εξαίρεση: οι φρικτές εικόνες που ακολούθησαν το λιντσάρισμα της Καλαμάτας τον Σεπτέμβριο του 1944). Τα θύματα αυτά, όμως, δεν φαίνεται να μας συγκλονίζουν εξίσου, ίσως γιατί η βίαιη θανάτωσή τους δεν μπαίνει σε εύκολα κουτιά, δεν υπηρετεί πολιτικές στοχεύσεις του παρόντος. Αντιθέτως, στιγματίζονται: μάλλον κάτι θα έκαναν, κάπου θα έφταιξαν για να βρουν τον θάνατο από το «τιμωρό χέρι του λαού», ακούμε συχνά – πυκνά. Δεύτερος, μεταθανάτιος θάνατος.
Η διαδικτυακή δημοσιότητα, ιδίως στη viral εκδοχή της, σπάνια είναι ο καλύτερος οδηγός. Και εδώ ο ρόλος των ιστορικών (και όχι μόνο) είναι κομβικός: και αυτός δεν είναι να μετατρέπονται σε ψηφιακούς κομματικούς cheerleaders και fanboys με επικολυρικό λόγο που μιξάρει το στυλ της «Βουλής των Εφήβων» μ’ αυτό των πανηγυρικών των εθνικών επετείων, πασπαλισμένο με μπόλικα τσιτάτα Βάρναλη και Ρίτσου. Είναι, αντιθέτως, να εμβαθύνουν, να καλλιεργούν το κριτικό πνεύμα, να θέτουν νέα ερωτήματα, να απομακρύνονται από απλουστευτικές, ασπρόμαυρες θεωρήσεις που κυριαρχούνται από ήρωες και προδότες, άγιους και δαίμονες. Με λίγα λόγια, να αναζητούν και να αναδεικνύουν την ανθρώπινη διάσταση, το σύνθετο και το τραγικό του παρελθόντος. Και πάνω απ’ όλα να μιλούν με ψυχραιμία αντί να φανατίζουν και να χειραγωγούν.
*O κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

