Φόρτωση Text-to-Speech…
Λίγοι πίστευαν ότι η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο θα συνοδευόταν από ένα συγκροτημένο γεωπολιτικό δόγμα. Το 2026, όμως, η πραγματικότητα διαψεύδει όσους έβλεπαν μόνο παρορμητισμό. Από τις πετρελαιοπηγές της Βενεζουέλας και την ενεργειακή ομηρία του Μεξικού μέχρι τους παγετώνες της Γροιλανδίας και τη διασφάλιση της αμερικανικής τεχνολογικής υπεροχής, η Ουάσιγκτον δρομολογεί μια βίαιη μετάβαση: η αμερικανική ηγεσία δίνει τη θέση της στην αμερικανική ιδιοκτησία. Σε έναν κόσμο όπου η ασφάλεια και η τεχνολογία μετατρέπονται σε στρατηγικές παροχές με βαρύ τίμημα, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν μπορεί να αντέξει το κόστος της στρατηγικής της συμμόρφωσης ως όρο επιβίωσης.
Πρώτα η βούληση
Επί σειράν ετών το παγκόσμιο σύστημα περιγραφόταν ως «μεταβατικό»· μια ρευστή κατάσταση μεταξύ της μονοπολικής στιγμής και ενός ασαφούς πολυπολικού μέλλοντος. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ το 2025 επιχειρεί να τερματίσει βίαια αυτή την αβεβαιότητα, επιβάλλοντας μια μονομερή, αποδεσμευμένη από ηθικά προσχήματα και απόλυτα κυνική οριοθέτηση των διεθνών σχέσεων. Η απαξίωση των διεθνών θεσμών κορυφώνεται με την de facto υποκατάσταση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ από ad hoc «Συμβούλια Ειρήνης» υπό αμερικανική διεύθυνση, επισφραγίζοντας μια εποχή όπου η διεθνής τάξη δεν διέπεται από κανόνες, αλλά από τη βούληση του ιδιοκτήτη.
«Συμβούλια Ειρήνης» – Η απαξίωση των διεθνών θεσμών κορυφώνεται με την de facto υποκατάσταση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ από «Συμβούλια Ειρήνης» υπό αμερικανική διεύθυνση, επισφραγίζοντας μια εποχή όπου η διεθνής τάξη διέπεται από τη βούληση του ιδιοκτήτη.
Η βασική παραδοχή της Ουάσιγκτον το 2026 είναι ότι η ισχύς δεν εξαντλείται πλέον στη διαχείριση των κρίσεων, αλλά στην αποφασιστική κυριότητα των όρων διεξαγωγής τους. Η στροφή αυτή πηγάζει από την πεποίθηση ότι σε ένα διεθνές σύστημα που διέπεται από κανόνες, οι «λαθρεπιβάτες» (free-riders) επωφελούνται πλέον συστηματικά εις βάρος των αμερικανικών συμφερόντων. Αντί να ηγηθεί μιας αναπόφευκτης παρακμής εντός αυτού του πλαισίου, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να πάρει τα ηνία της μεταβολής, μετασχηματίζοντας την παραδοσιακή ηγεμονία (Leadership) σε μια αυστηρή, συναλλακτική ιδιοκτησία (Ownership). Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να αναδιατάξει το διεθνές σύστημα σε μια αρχιτεκτονική στρατηγικών παροχών, όπου η ασφάλεια, η ενέργεια και η τεχνολογία παύουν να αποτελούν δημόσια αγαθά και μετατρέπονται σε ανταλλάγματα που απαιτούν πλήρη γεωπολιτική ευθυγράμμιση.

Αξονας Ι: Το Δόγμα «Ντονρόε»
Η πρώτη προτεραιότητα της Ουάσιγκτον είναι η στρατηγική ενοποίηση του δυτικού ημισφαιρίου κάτω από έναν σχεδόν ιδιοκτησιακό έλεγχο. Το Δόγμα Μονρόε επαναφέρεται ως στρατηγική «ενεργειακής άρνησης» προς τους ανταγωνιστές. Η επέμβαση στη Βενεζουέλα αποσκοπεί στον πλήρη έλεγχο των αποθεμάτων πετρελαίου, ώστε αυτά να μην τροφοδοτούν πλέον την οικονομία της Κίνας. Ταυτόχρονα, η ιδιοκτησία επεκτείνεται μέσω της μετατροπής των γειτόνων σε ενεργειακούς ομήρους. Η πρόσφατη «συμφωνία» με το Μεξικό, που ανταλλάσσει τον έλεγχο των συνόρων με την προνομιακή πρόσβαση στο αμερικανικό δίκτυο ενέργειας, αποκαλύπτει τη νέα μεθοδολογία: οι γείτονες δεν είναι πλέον σύμμαχοι, αλλά τμήματα μιας ενιαίας ενεργειακής υποδομής υπό την απόλυτη κυριότητα των ΗΠΑ. Η πρόσφατη στροφή του Καναδά προς το Πεκίνο, ως απάντηση στους αμερικανικούς δασμούς, αποτελεί την πρώτη σοβαρή ένδειξη ότι το κόστος της «ταπείνωσης» μπορεί να ωθήσει ακόμη και τους στενότερους συμμάχους στην αναζήτηση εναλλακτικών προστατών. Ωστόσο, στην αμείλικτη λογική της Pax Trumpiana, η εμπορική και τεχνολογική συμμόρφωση των εταίρων είναι το νόμισμα με το οποίο εξαγοράζεται η επιβίωσή τους.
Αξονας ΙΙ: Η Ευρώπη στη μέγγενη
Ο δεύτερος άξονας αφορά τη στρατηγική υποβάθμιση της Ευρώπης σε ένα κατακερματισμένο προτεκτοράτο (Fragmented Protectorate). Η Ουάσιγκτον εφαρμόζει έναν επιθετικό συναλλακτικό απομονωτισμό, μετατρέποντας την προστασία σε διαπραγματεύσιμη παροχή μέσω της εξαναγκαστικής διπλωματίας.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Γροιλανδία μετατρέπεται σε «Αρκτικό άξονα» (Arctic Pivot) της αμερικανικής ισχύος. Με τη σκλήρυνση της στάσης των Βρυξελλών και την προετοιμασία ενός πακέτου «στρατηγικής αυτονομίας» ειδικά για την Αρκτική, η Ευρώπη επιχειρεί να ανασχέσει την αμερικανική πίεση, μετατρέποντας τη Γροιλανδία σε πεδίο μιας οριακής διαπραγμάτευσης. Οπως επιβεβαιώνει η πρόσφατη παρέμβαση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε και η επακόλουθη αναστολή των αμερικανικών δασμών, η Ουάσιγκτον επιτυγχάνει μια μεγάλη γεωπολιτική συναλλαγή.
Η δρομολόγηση σχεδίων όπως το «Golden Dome» σηματοδοτεί την πρόθεση της Ουάσιγκτον να εγκαθιδρύσει κυριαρχικές υποδομές, μετατρέποντας τη νήσο σε ένα στρατηγικό «ενοίκιο» για την παροχή αμυντικής ομπρέλας. Στόχος δεν είναι η οριστική ρήξη, αλλά η επιβολή των όρων μιας επώδυνης συμβίωσης, όπου η Ευρώπη εξαγοράζει την ασφάλειά της παραχωρώντας τον έλεγχο κρίσιμων γεωγραφικών περιοχών. Την ώρα που οι Βρυξέλλες εγκλωβίζονται σ’ αυτή τη διαπραγμάτευση, ο Εμανουέλ Μακρόν επιχειρεί να ηγηθεί μιας «ευρωπαϊκής αντεπίθεσης», καλώντας σε αποδέσμευση από την αμερικανική κηδεμονία. Ο ελιγμός όμως του Λευκού Οίκου συμπληρώνεται από την απειλή στρατηγικής απεμπλοκής από την ανατολική πτέρυγα. Αυτό αποσκοπεί στο να εξαναγκάσει τις χώρες της περιοχής, υπό τον φόβο της Ρωσίας, να διασπάσουν το κοινό μέτωπο (break ranks).
Αξονας ΙΙΙ: Η τεχνολογική υπεροχή
Η Pax Trumpiana επεκτείνει την έννοια της ιδιοκτησίας στον κρίσιμο τομέα της ψηφιακής κυριαρχίας. Για την Ουάσιγκτον, η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και οι κβαντικοί υπολογιστές αποτελούν «εθνικά οχυρά». Η στρατηγική επιβάλλει μια τεχνολογική περίφραξη, όπου οι σύμμαχοι καλούνται να παραχωρήσουν τον λειτουργικό έλεγχο των δεδομένων και των υποδομών τους σε αμερικανικούς κολοσσούς. Το «τελεσίγραφο» προς ευρωπαϊκές εταιρείες, όπως η ASML (όπως είχε κάνει αντιστοίχως και με την ταϊβανέζικη TSMC), να μεταφέρουν τμήματα της παραγωγής τους εντός των ΗΠΑ για να αποφύγουν τον αποκλεισμό, αποδεικνύει ότι η «ιδιοκτησία» εδώ σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον ορίζει τα πρότυπα και τα πρωτόκολλα, μετατρέποντας κάθε ψηφιακή παροχή σε μοχλό πολιτικής συμμόρφωσης.
Αξονας ΙV: Η περίφραξη του Πεκίνου
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει τη διασφάλιση απόλυτης στρατηγικής ελευθερίας μέσω του ελέγχου της ευρασιατικής Rimland. Μέσω μιας συναλλακτικής αναβάθμισης της Ινδίας –όπου οι επαχθείς δασμοί λειτουργούν ως μοχλός πειθαναγκασμού– και της ενεργοποίησης του διαδρόμου IMEC, η Ουάσιγκτον οικοδομεί μια ζώνη επιρροής που «ελέγχει» την έξοδο του Πεκίνου προς τις θερμές θάλασσες και τις δυτικές αγορές.
Στόχος είναι η Κίνα να στερηθεί κάθε δικού της μοχλού πίεσης και να καταστεί ευάλωτη σε έναν ασύμμετρο έλεγχο των πηγών ενέργειας και των θαλασσίων οδών εμπορίου. Η αποτελεσματικότητα αυτής της περίφραξης, ωστόσο, θα κριθεί από την ικανότητα της Ουάσιγκτον να ελέγξει ταυτόχρονα και τον αναδυόμενο Αρκτικό Θαλάσσιο Διάδρομο (Northern Sea Route), τον οποίο το Πεκίνο επιχειρεί να μετατρέψει σε «πίσω πόρτα» διαφυγής προς την Ευρώπη. Η επιτυχία του Τραμπ θα κριθεί από το αν το αμερικανικό «ενοίκιο» θα παραμείνει προτιμότερο από την κινεζική εναλλακτική. Σε αυτόν τον ανταγωνισμό, η Ουάσιγκτον επιστρατεύει την ψηφιακή αναβάθμιση του δολαρίου, επιδιώκοντας να ακυρώσει τις προσπάθειες των BRICS για ένα εναλλακτικό σύστημα πληρωμών και να κατοχυρώσει το αμερικανικό νόμισμα ως την αδιαμφισβήτητη «γέφυρα» της παγκόσμιας ιδιοκτησίας.
Ο δικός μας στόχος – Η Αθήνα καλείται να διασφαλίσει την αδιατάρακτη λειτουργία των αμερικανικών διευκολύνσεων και την πλήρη τεχνολογική και αμυντική της ευθυγράμμιση, αποδεχόμενη ότι η ασφάλειά της αποτελεί πλέον μια στρατηγική παροχή υπό διαρκή διαπραγμάτευση.
Σε αυτή την αρχιτεκτονική, η Ρωσία χρησιμοποιείται ως φόβητρο για την Ευρώπη και ως δυνητική «σφήνα» κατά του Πεκίνου. Οι φόβοι των Ευρωπαίων συμμάχων για μια πιθανή διμερή συνεννόηση Ουάσιγκτον – Μόσχας στην Αρκτική, η οποία θα παρακάμπτει το ΝΑΤΟ στον έλεγχο των νέων θαλάσσιων οδών, ενισχύουν την αίσθηση ότι η Ευρώπη εξοβελίζεται από το κέντρο των αποφάσεων. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι η Ουκρανία αποτελεί «ενέχυρο» σε μια μεγαλύτερη γεωπολιτική μοιρασιά.
Αντιστοίχως στο Ιράν, η Ουάσιγκτον δοκιμάζει τα όρια μιας νέας Realpolitik. Στην επιδίωξη αυτή, ο τακτικός στρατός (Artesh) θα μπορούσε να αποβεί αποφασιστικός παράγοντας, λειτουργώντας ως εγγυητής σταθερότητας και περιορίζοντας την κυριαρχία των Φρουρών της Επανάστασης. Πρόκειται για έναν ελιγμό υψηλού ρίσκου που αποσκοπεί στην αποκοπή του Πεκίνου από ενεργειακές πηγές εκτός του συστήματος του δολαρίου (όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα), δοκιμάζοντας ταυτόχρονα τις αντοχές της σινοϊρανικής στρατηγικής σχέσης.

Η πύλη και το «ενοίκιο»
Σε αυτόν τον σχεδιασμό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται σε κεντρική πύλη εισόδου της Rimland στην Ευρώπη. Η μετατροπή της χώρας σε στρατηγική «ραχοκοκαλιά» των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και η ένταξη των υποδομών της στον άξονα IMEC καθιστούν τον ελληνικό χώρο αναπόσπαστο τμήμα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ελέγχου των παγκόσμιων ροών.
Στο περιβάλλον αυτό, ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος αναδεικνύεται σε κρίσιμο εθνικό κεφάλαιο, καθώς η Ουάσιγκτον επιδιώκει να ελέγξει, όχι μόνο τις πύλες (λιμάνια), αλλά και τους ίδιους τους φορείς της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας, εντάσσοντάς τους στους κανόνες της δικής της ιδιοκτησίας.
Ωστόσο, η ένταξη αυτή συνοδεύεται από το απαραίτητο «γεωπολιτικό ενοίκιο»: η Αθήνα καλείται να διασφαλίσει την αδιατάρακτη λειτουργία των αμερικανικών διευκολύνσεων και την πλήρη τεχνολογική και αμυντική της ευθυγράμμιση, αποδεχόμενη ότι η ασφάλειά της αποτελεί πλέον μια στρατηγική παροχή υπό διαρκή διαπραγμάτευση.
Η φιλελεύθερη ηγεμονία, ως σύστημα παροχής δημόσιων αγαθών, αποσυντίθεται. Η Pax Trumpiana επιχειρεί μια συγκροτημένη μετάβαση στην παγκόσμια ιδιοκτησία. Το αν αυτή η στρατηγική θα εδραιωθεί ή θα προσκρούσει στις δομικές τριβές του διεθνούς συστήματος μένει να αποδειχθεί. Αλλωστε, η Pax Trumpiana ποντάρει αποκλειστικά στην ισχύ, παραγνωρίζοντας ότι η απώλεια της θεσμικής νομιμοποίησης αυξάνει κατακόρυφα το κόστος επιβολής και καθιστά το σύστημα ευάλωτο σε ξαφνικές εκρήξεις.
Η στρατηγική όμως αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο μιας γεωπολιτικής υπερεπέκτασης (overstretch), όπου το κόστος διαχείρισης τόσων «ιδιοκτησιών» –σε συνδυασμό με την αντίδραση των (πρώην) συμμάχων και την πίεση του αμερικανικού δημοσίου χρέους– ίσως ξεπεράσει τελικά τα προσδοκώμενα έσοδα από τα ενοίκια.
Στην αρχή του 2026 το δίλημμα είναι ήδη παρόν: η αποδοχή της θέσης του «ενοικιαστή» σε μια αμερικανική ιδιοκτησία ή η αναζήτηση εναλλακτικών σε ένα διεθνές σύστημα που δεν αναγνωρίζει πλέον το δίκαιο, παρά μόνον την ωμή ισχύ της συναλλαγής. Η ιστορία της ηγεμονίας τελείωσε· η εποχή της παγκόσμιας ιδιοκτησίας είναι εδώ.
Ο κ. Αλέξανδρος Διακόπουλος είναι αντιναύαρχος ε.α., πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας.

