Αρση μονιμότητας δημοσίων υπαλλήλων: «Προβλέπονται κυρώσεις, ακόμα και απόλυση, αλλά δεν τηρούνται»

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Η «Κ» ανοίγει σήμερα τον διάλογο για το θέμα της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και της αναθεώρησης του άρθρου 103 παράγραφος 4 του Συντάγματος που έθεσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Τρεις καθηγητές παίρνουν θέση σε σχέση με τη συγκεκριμένη αλλαγή. Οπως επισημαίνουν, πάντως, η απόλυση δημοσίων υπαλλήλων προβλέπεται, αλλά δεν εφαρμόζεται.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ν. ΤΣΕΚΟΣ
Ομότιμος καθηγητής ∆ημόσιας ∆ιοίκησης Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
«Το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό»

«Εκτιμώ ότι πρόκειται περισσότερο για μια συμβολική κίνηση που έρχεται ως απάντηση στην εντύπωση που υπάρχει στην κοινωνία ότι τα προβλήματα που έχουν οι δημόσιες υπηρεσίες οφείλονται κατά κύριο λόγο στην ανεπάρκεια του προσωπικού. Ομως δεν συμβαίνει αυτό, είναι κατά κύριο λόγο οργανωτικά προβλήματα», επισημαίνει ο κ. Τσέκος. Με βάση την εμπειρία του εξηγεί ότι «το προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών είναι αντίστοιχο με το προσωπικό των ιδιωτικών εταιρειών». Πολλοί είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου, έχουν μεταπτυχιακούς τίτλους και διδακτορικά. «Η ποιότητα του προσωπικού στο Δημόσιο δεν υπολείπεται αυτής του ιδιωτικού τομέα», διαβεβαιώνει. Η άρση της μονιμότητας δεν θα αλλάξει εν μια νυκτί τον τρόπο που λειτουργεί το Δημόσιο. «Το πρόβλημα των δημοσίων υπηρεσιών είναι πολυπαραγοντικό και δεν οφείλεται στο ότι υπάρχουν κάποιοι υπάλληλοι που δεν δουλεύουν γιατί γνωρίζουν ότι έχουν μόνιμη σχέση εργασίας. Οι όποιες ανεπάρκειες δεν οφείλονται στη μονιμότητα. Ολοι οι οργανισμοί έχουν καλύτερο και λιγότερο καλό προσωπικό. Το θέμα είναι αν υπάρχουν και αν λειτουργούν οι μηχανισμοί αξιολόγησης σε πολλά επίπεδα. Ετσι, μακροπρόθεσμα θα οδηγήσουν στη διατήρηση του προσωπικού που αποδίδει καλύτερα στις απαιτήσεις της δουλειάς που καλείται να κάνει. Μόνο μέσω της αξιολόγησης μπορεί να διορθωθεί το Δημόσιο, και οι ίδιοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, αντί να λένε “όχι”, θα έπρεπε να διεκδικούν και να προτείνουν αξιοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες αξιολόγησης».

Πώς, όμως, θα αποδώσει η αξιολόγηση αν δεν υπάρχει στο βάθος της διαδικασίας η πιθανότητα απόλυσης; «Αυτή τη στιγμή υπάρχει το θεσμικό και νομικό οπλοστάσιο για να εντοπιστούν όσοι δεν είναι επαρκείς και τελικά να απολυθούν. Το ζήτημα είναι η εφαρμογή του», τονίζει ο καθηγητής. Επισημαίνει ότι η πρόβλεψη απόλυσης περιέχεται στο προς αναθεώρηση άρθρο. «Αν το διαβάσουμε από μια διαφορετική γωνία, θα δούμε ότι δεν λέει ότι δεν απολύονται οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αντίθετα, λέει ότι απολύονται.

Συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι υπάλληλοι είναι μόνιμοι, εκτός… Και παραθέτει πολλές περιπτώσεις που απολύονται και αναφέρει και τους τρόπους. Το άρθρο λοιπόν θεσπίζει τη δυνατότητα απόλυσης, δεν την αποκλείει. Μετά έχουμε την εφαρμοστική νομοθεσία. Και ο υπαλληλικός κώδικας και ο νόμος 5225/2025 που ψηφίστηκε πρόσφατα έχουν ειδικές διατάξεις για την οριστική παύση. Ολα αυτά αρκεί να τα εφαρμόσουμε». Γιατί δεν το κάνουμε; «Για λόγους κουλτούρας».

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΠΑΝΟΥ
Καθηγήτρια ∆ιοικητικής Επιστήμης, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και ∆ημόσιας ∆ιοίκησης ΕΚΠΑ
«Δεν μπορεί να μην υπάρχει αξιολόγηση»

«Για τέτοιες παρεμβάσεις χρειάζεται περίσκεψη. Να μην ανοίξουμε ασκούς που θα φέρουν απρόβλεπτες συνέπειες. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα έφτασε να προβλέπεται στο Σύνταγμα –κάτι που δεν συμβαίνει σε όλα τα κράτη της Ε.Ε.– γιατί ιστορικά είχαν προκύψει κάποια θέματα τα οποία δεν είμαι σίγουρη ότι έχουν πλήρως ξεπεραστεί. Αν μάλιστα δούμε τώρα τι συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, καταλαβαίνουμε ότι πάντα υπάρχει κίνδυνος ανατροπών ακόμα και για πράγματα που έως τώρα θεωρούσαμε δεδομένα», επισημαίνει η κ. Σπανού.

Ωστόσο, δεν είναι άνισο μια μερίδα εργαζομένων να προστατεύεται και μια άλλη όχι; «Η μονιμότητα δεν είναι μια ρύθμιση που προφυλάσσει μόνο τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία, γιατί προσπαθεί να εξασφαλίσει τη μη παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας στη λειτουργία του κράτους. Είναι ένα προνόμιο των δημοσίων υπαλλήλων το οποίο εκμεταλλεύονται χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι έχουν υποχρεώσεις; Αυτό είναι άλλης τάξεως ζήτημα και υπάρχει νομοθεσία σε σχέση με αυτό. Προβλέπονται κυρώσεις, ακόμα και απόλυση, αλλά στην πράξη δεν τηρούνται».

Η κ. Σπανού παραμένει πολύ επιφυλακτική σε σχέση με τις παρεμβάσεις στο Σύνταγμα γιατί θεωρεί ότι συχνά επιχειρούμε αλλαγές γιατί δεν καταφέρνουμε να εφαρμόσουμε τη νομοθεσία που έχουμε.

«Δεν βρίσκω αναγκαίο να παρεμβαίνουμε τόσο συχνά αλλάζοντας το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα είναι ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Εχουμε την τάση να θέλουμε να βάλουμε στο Σύνταγμα κάτι που αφορά τη διοίκηση και τη νομοθεσία. Δεν καταφέρνουμε να εφαρμόσουμε ένα νόμο και λέμε “θα πάμε πιο ψηλά, θα το βάλουμε στο Σύνταγμα”. Αυτή η αντιμετώπιση εξασθενίζει την κοινωνική αντίληψη για τους νόμους και την ισχύ τους. Οταν δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε μια ποινή που ορίζει ο νόμος, είναι καλύτερα να μην τη νομοθετούμε. Οσον αφορά την αξιολόγηση, δεν γίνεται να υπάρχει τόση αντίδραση. Προφανώς οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για το ότι είναι άδικη, αλλά δεν μπορεί να μην υπάρχει», καταλήγει.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΕΦΗΣ
Καθηγητής ∆ημόσιας ∆ιοίκησης στο Πάντειο
«Πριν από όλα χρειάζεται αναδιοργάνωση»

«Η άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο είναι κάτι που το ακούμε πολλά χρόνια στον δημόσιο διάλογο. Θα έλεγα “ναι”, αλλά υπό προϋποθέσεις και με βάση συγκεκριμένα και καθορισμένα κριτήρια.

Πριν από όλα χρειάζεται αναδιοργάνωση του Δημοσίου. Υπάρχουν υπηρεσίες που έχουν πληθώρα προσωπικού και άλλες υποστελεχωμένες, υπάρχουν επικαλύψεις αρμοδιοτήτων, με αποτέλεσμα τελικά να μη λύνεται το θέμα. Αυτά πρέπει να αλλάξουν. Ο καθένας να ξέρει τι πρέπει να κάνει και πώς. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να υπάρχουν νομικά πρόσωπα του Δημοσίου που έχουν συγκροτηθεί από το 1996 και έως το 2025 δεν είχαν οργανόγραμμα, κανένας δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει και σε ποιο τμήμα υπαγόταν».

Ο κ. Βασίλειος Κέφης επιμένει στην αξιολόγηση με όλους τους τρόπους και ζητάει από τους αντιδρώντες να φέρουν τις δικές τους προτάσεις.

«Το θέμα της αξιολόγησης είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό. Η αξιολόγηση είναι εκ των ων ουκ άνευ. Οσο περισσότεροι τρόποι αξιολόγησης υπάρχουν τόσο πιο αντικειμενική θα είναι. Και να δοθεί η δυνατότητα επαναξιολόγησης, το θέμα δεν είναι η τιμωρία, αλλά η εξέλιξη. Οσο για εκείνους που αντιδρούν, καλό θα ήταν να φέρουν στο τραπέζι και τις δικές τους προτάσεις».

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα