Αρθρο Γιώργου Δελλή στην «Κ»: Το Σύνταγμα και οι συναινέσεις

Κοινοποίηση

Για να γεννηθεί ένα Σύνταγμα χρειάζονται ρήξεις με το παρελθόν. Για να αναθεωρηθεί απαιτούνται συναινέσεις για το μέλλον. Η συνεργασία είναι η κρίσιμη λέξη στη συζήτηση που (ξαν)άνοιξε από τα πρωθυπουργικά χείλη για το ενδεχόμενο να αλλάξει μια ακόμη φορά το Σύνταγμα του 1975.

Κατ’ αρχάς, η συναίνεση αποτελεί προϋπόθεση για να ευδοκιμήσει η αναθεωρητική διαδικασία. Την απαιτεί το ίδιο το Σύνταγμα ώστε να διατηρεί την αυστηρότητά του· να λειτουργεί ως ασφαλιστήριο συμβόλαιο εις βάθος χρόνου. Σύμφωνα με το άρθρο 110 Σ, το ελληνικό Σύνταγμα τροποποιείται σε δύο στάδια: αρχικά, η Βουλή προτείνει τις αλλαγές· στη συνέχεια διενεργούνται εκλογές και η νέα Βουλή λαμβάνει την τελική απόφαση. Χρειάζονται αυξημένες πλειοψηφίες: είτε 180 ψήφοι στην πρώτη Βουλή και 151 στη δεύτερη, είτε το αντίστροφο. Τι γίνεται, όμως, με το περιεχόμενο των διατάξεων που αναθεωρούνται; Το Σύνταγμα δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Η ερμηνεία που ακολουθείται μέχρι σήμερα παρέχει λευκή επιταγή στη δεύτερη Βουλή. Η «νέα» Βουλή δεν δεσμεύεται από το κείμενο της αρχικής πρότασης παρά μόνο για το ποιες διατάξεις τίθενται προς αναθεώρηση. Για παράδειγμα, αν τα κόμματα συμφωνήσουν να ξαναδούν το άρθρο 16 Σ για την παιδεία προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, ακόμη και με την ισχυρή πλειοψηφία των 180 εδρών, η επόμενη Βουλή μπορεί με 151 ψήφους να του δώσει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο (να επιτρέψει χωρίς περιορισμούς ή να απαγορεύσει με ακόμη πιο δρακόντειο τρόπο τα ιδιωτικά πανεπιστήμια). Ημουν από εκείνους που είχαν υποστηρίξει την παραπάνω ανάγνωση του άρθρου 110 Σ. Πιστεύω πλέον το αντίθετο, στο όνομα της συναίνεσης. Γιατί να συμφωνήσει η αντιπολίτευση σε μία θέση η οποία θα κινδυνεύει να ανατραπεί μετά τις εκλογές; Επιβάλλεται να συμφωνήσουμε πρώτα σε κάτι άλλο: οι προτάσεις που συγκεντρώνουν την πλειοψηφία των 3/5 στην παρούσα Βουλή ως προϊόν αυξημένης συνεργασίας, μπορούν να τροποποιηθούν ως προς το περιεχόμενό τους μόνο με αντίστοιχη πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή. Ο συγκεκριμένος κανόνας πρέπει να προστεθεί στο άρθρο 110 Σ. Συνιστά το πρώτο, απαραίτητο βήμα για συναινετική αναθεώρηση.

Δεν είναι μόνο η αναθεωρητική διαδικασία. Η ανάγκη συνεργασίας αγγίζει και την ουσία των συζητούμενων αλλαγών. Το ισχύον Σύνταγμα έχει καταστήσει παντοδύναμο τον εκάστοτε νικητή των βουλευτικών εκλογών. Η τροποποίηση του 2019 ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον ρόλο του σε δύο περιπτώσεις. Αφενός, η Βουλή εκλέγει πλέον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ακόμη και με απλή πλειοψηφία (άρθρο 32, παράγραφος 4 Σ). Αφετέρου, η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής επιλέγει τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών με πλειοψηφία 3/5 αντί για 4/5 που ήταν προηγουμένως (101Α Σ). Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίστηκαν τα αδιέξοδα που προκαλεί η κοινοβουλευτική μειοψηφία όταν δεν συνεργάζεται: να μην εκλέγει Πρόεδρο για να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές ή να αφήνει ακέφαλες τις ανεξάρτητες αρχές. Στη δεύτερη περίπτωση, η αλλαγή ήταν όντως επιτυχής. Ωστόσο, μήπως πρέπει να ξανασκεφτούμε τη γενικότερη συνταγματική λογική; Οχι μόνο για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά και για το πώς επιλέγεται η ηγεσία της Δικαιοσύνης (άρθρο 90, παράγραφος 5 Σ). Εξαλείφοντας την απαίτηση για συνέργειες, το σύστημα αποφεύγει συγκυριακά το πρόβλημα. Στερείται όμως την αυξημένη νομιμοποίηση και τη θεσμική ωριμότητα που προσφέρει η αναζήτηση κοινών λύσεων από όσο το δυνατόν περισσότερους.

Δεν μας είναι εύκολο να συμφωνούμε στην Ελλάδα. Επιβάλλεται να το προσπαθήσουμε.

* Ο κ. Γιώργος Δελλής είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή της Αθήνας.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα