Η δικαστική ανεξαρτησία είναι ο θεμελιώδης λίθος του κράτους δικαίου, η εγγύηση των ατομικών ελευθεριών των πολιτών. Ο Ελληνας δικαστής απολαμβάνει συνταγματικά κατοχυρωμένη προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία με πληρέστερο τρόπο από τα περισσότερα ευρωπαϊκά συντάγματα. Αρχίζει τη σταδιοδρομία του από τη Σχολή Δικαστών, ύστερα από εξετάσεις ενώπιον επιτροπής που αποτελείται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς, ενώ μετά την επιτυχή αποφοίτησή του, οι υπηρεσιακές μεταβολές του αποφασίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ), που αποτελείται αποκλειστικά από δικαστές, σύμφωνα με το άρθρο 90 του Συντάγματος.
Εξαίρεση αποτελούν οι προαγωγές στις ηγετικές θέσεις της Δικαιοσύνης, που αποφασίζονται από το υπουργικό συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση που ψηφίστηκε από τον λαό, αποτελεί τη μοναδική και έμμεση σύνδεση της δικαστικής εξουσίας με το εκλογικό σώμα, σύμφωνα με τον αείμνηστο καθηγητή Σταύρο Τσακυράκη, και έχει ως σκοπό την αποκατάσταση σημείου επαφής μεταξύ της δικαστικής λειτουργίας και της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος, το θεμέλιο του πολιτεύματος.

Η ρύθμιση αυτή, η οποία εισήχθη στην έννομη τάξη μας ήδη με το Σύνταγμα του 1911 και επαναλήφθηκε σε όλα τα επόμενα Συντάγματα, έχοντας ήδη διανύσει πάνω από έναν αιώνα ζωής, κρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι δεν παραβιάζει την απαίτηση αμεροληψίας, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Προαγωγές και αστοχίες
Αποτιμώντας τις επιλογές που έγιναν, ειδικότερα, στο διάστημα της Μεταπολίτευσης, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι υπήρξαν προαγωγές στην ηγεσία άξιων δικαστών, που τίμησαν τη θέση τους, αλλά και αστοχίες. Η κριτική που έχει διατυπωθεί για το σύστημα αυτό αναφέρεται κυρίως στις περιπτώσεις μεγάλων παραβιάσεων της επετηρίδας, δηλαδή του επίσημου πίνακα αρχαιότητας των δικαστικών λειτουργών, για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Δημοκρατική νομιμοποίηση
Η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από το υπουργικό συμβούλιο αποτελεί τον συνεκτικό ιστό μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας, που έχει δημοκρατική νομιμοποίηση, και της δικαστικής, έτσι ώστε και η εξουσία αυτή να απορρέει από τη λαϊκή κυριαρχία και να ελέγχεται, μέσω της νομίμως εκλεγμένης κυβέρνησης.
Ενόψει αυτού, ο ν. 3841/2010 (παρά την αντίθετη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας) προέβλεψε συμμετοχή της Βουλής στις σχετικές προαγωγές, θεσπίζοντας απλή γνώμη της διάσκεψης των προέδρων της Βουλής για τους υπό προαγωγή δικαστές.
Η ανάμειξη αυτή της Βουλής στη διαδικασία δεν δικαίωσε, δυστυχώς, τις απαιτήσεις του νομοθέτη. Αντιθέτως, επέτεινε τον κίνδυνο πολιτικής εμπλοκής των δικαστών από την αρχή ήδη της σταδιοδρομίας τους, ενόψει της προσδοκώμενης τελικής επιλογής.
Οι συστάσεις της Ευρώπης
Στη συνέχεια, σε συμμόρφωση προς συστάσεις που είχαν διατυπωθεί προς τη χώρα μας, τόσο από το Συμβούλιο της Ευρώπης όσο και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεσπίσθηκε με το άρθρο 27 του ν. 5123/2024, για πρώτη φορά, συμμετοχή του δικαστικού σώματος στην επιλογή της ηγεσίας του, με την παροχή γνώμης της Ολομέλειας του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου. Η ρύθμιση αυτή χαιρετίστηκε ως ιδιαιτέρως θετική εξέλιξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία στην έκθεση για το κράτος δικαίου για το έτος 2024 αναγνώρισε ότι η Ελλάδα συμμορφώθηκε πλήρως προς τις αντίστοιχες συστάσεις για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και την εδραίωση του κράτους δικαίου.
Στον δημόσιο διάλογο που πρόσφατα ξεκίνησε για ευρείες αλλαγές στο Σύνταγμα, συζητούνται και προτάσεις αλλαγής των ρυθμίσεων επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με στόχο να ενισχυθούν η ανεξαρτησία του θεσμού και η εμπιστοσύνη των πολιτών.
Στο πλαίσιο αυτό, πιστεύω ότι η ανάθεση της αποφασιστικής αρμοδιότητας επιλογής στους ίδιους τους δικαστές, είτε με ρητή κατάργηση της αρμοδιότητας του υπουργικού συμβουλίου είτε με μετατροπή της απλής γνώμης των ολομελειών σε σύμφωνη και άρα δεσμευτική για το αποφασίζον όργανο, έχει θεσμικές αδυναμίες και θα δημιουργήσει πιο σημαντικά προβλήματα από αυτά που θα επιχειρήσει να λύσει.
Μια δικαστική εξουσία πλήρως αυτονομημένη και μη ελεγχόμενη δεν αποτελεί κατάκτηση για τη δημοκρατία. Οπως ήδη ανέφερα, η ισχύουσα διάταξη για την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από το υπουργικό συμβούλιο αποτελεί τον συνεκτικό ιστό μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας, που έχει δημοκρατική νομιμοποίηση, και της δικαστικής, έτσι ώστε και η εξουσία αυτή να απορρέει από τη λαϊκή κυριαρχία και να ελέγχεται, μέσω της νομίμως εκλεγμένης κυβέρνησης. Η δικαστική εξουσία είναι κατά το Σύνταγμα ανεξάρτητη, όχι όμως και αυτόνομη. Αν, επομένως, επιλέγει η ίδια την ηγεσία της θα ανυψωθεί σε θέση ισχύος έναντι των άλλων δύο εξουσιών, χωρίς καμία δημοκρατική νομιμοποίηση.
Επετηρίδα και αρχαιότητα
Μια άλλη σοβαρή αδυναμία, η οποία είναι βέβαιο ότι θα αναδειχθεί αν επιλεγεί η πρόταση αυτή, είναι η ιδιαίτερη ευαισθησία των δικαστών με την αρχαιότητα. Η ακώλυτη εξέλιξη, για λόγους συναδελφικότητας, όλων των δικαστών είναι δυστυχώς ο κανόνας στις αποφάσεις των ΑΔΣ, με αποτέλεσμα πολλές φορές οι δικαστικοί λειτουργοί να προάγονται μέχρι τον ανώτατο βαθμό χωρίς αυστηρή αξιολόγηση, παρά τη σχετική πρόβλεψη στις σχετικές διατάξεις. Θα παρατηρηθεί έτσι το φαινόμενο οι μελλοντικές θέσεις της ηγεσίας να έχουν σε μεγάλο βαθμό ήδη καθορισθεί από τη σειρά επιτυχίας των δικαστών στον εισαγωγικό διαγωνισμό, γεγονός με παρενέργειες τόσο προφανείς, που δεν χρειάζεται καν να αναλυθούν εδώ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, κατά την επιλογή της ηγεσίας πρέπει να αποφεύγονται μεγάλες παραβιάσεις της επετηρίδας, που εύλογα δημιουργούν πικρίες και υποψίες για πολιτική συναλλαγή.
Προβληματική είναι επίσης και η πρόταση για τη μεταφορά της αρμοδιότητας επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης από το υπουργικό συμβούλιο στη Βουλή. Οπως έχει δείξει η εμπειρία των τελευταίων ετών, ιδίως στο θέμα της επιλογής του προεδρείου και των μελών των Ανεξαρτήτων Αρχών, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθούν οι αναγκαίες συναινέσεις, ώστε να επιλεγούν οι καταλληλότεροι. Η εμπλοκή των δικαστών με τα πολιτικά κόμματα που αντιπροσωπεύονται στη Βουλή θα επιταθεί, όσοι τελικά επιλεγούν είναι πολύ αμφίβολο αν θα είναι και οι πλέον άξιοι για τα νέα τους καθήκοντα, ενώ ο κίνδυνος να παραμένει η Δικαιοσύνη ακέφαλη για καιρό, μέχρις ότου επιτευχθεί η απαραίτητη πλειοψηφία, είναι απολύτως ορατός.
Με φρόνηση και προσοχή
Το ζητούμενο, για να αντιμετωπισθούν οι δυσλειτουργίες που έχουν παρατηρηθεί, δεν είναι να εξευρεθεί άλλος τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αλλά η σχετική αρμοδιότητα να ασκείται με φρόνηση και προσοχή τόσο από τις οικείες
ολομέλειες όσο και από το υπουργικό συμβούλιο.
Για συναφείς λόγους, πρέπει να αποκλεισθεί η ανάθεση της επιλογής σε διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα, με συμμετοχή και προσώπων που δεν έχουν τη δικαστική ιδιότητα. Οπως έκρινε ομοφώνως η Διοικητική Ολομέλεια του ΣτΕ ενόψει της αναθεώρησης του 2001, η λύση αυτή μεταθέτει την ευθύνη της επιλογής σε ένα πολιτικά ανεύθυνο όργανο και συνεπάγεται πολλαπλάσιο κίνδυνο δημιουργίας δεσμεύσεων και εξαρτήσεων.
Καταλήγω συνεπώς στην άποψη πως η ισχύουσα ρύθμιση, μετά την ψήφιση του ν. 5123/2024, είναι επαρκής και δεν υφίσταται ανάγκη αναθεώρησής της. Το ζητούμενο, για να αντιμετωπισθούν οι δυσλειτουργίες που έχουν παρατηρηθεί, δεν είναι να εξευρεθεί άλλος τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αλλά η σχετική αρμοδιότητα να ασκείται με φρόνηση και προσοχή τόσο από τις οικείες ολομέλειες όσο και από το υπουργικό συμβούλιο, ώστε να επιλέγονται οι πλέον κατάλληλοι δικαστές.
Σε κάθε περίπτωση, αν η Βουλή αποφασίσει τελικά να αναθεωρήσει το άρθρο 90 παρ. 5, θα πρέπει να αναζητήσει την ισορροπία, ώστε η λύση να είναι όχι μόνο θεσμικώς ορθή, αλλά, ιδίως, αποτελεσματική στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ανεξαρτησίας των δικαστών και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Στον δημόσιο διάλογο για την αναθεώρηση του Συντάγματος, που με τον καιρό θα αποκτήσει έντονο χαρακτήρα, γίνεται αναφορά στη δυστυχώς προφανή δυσχέρεια, αν όχι απουσία, συναινέσεων, αναγκαίων όμως για τη σπουδαιότερη θεσμική λειτουργία σε μια δημοκρατία.
Αποφάσεις με πυξίδα το συλλογικό συμφέρον
Διανύουμε περίοδο έντονου λαϊκισμού και σύγχυσης και όλοι όσοι εκφέρουν δημόσιο λόγο θα δοκιμαστούν. Επομένως, παρά τις επιμέρους διαφορές και απόψεις, απολύτως αναγκαίες σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, το συλλογικό συμφέρον πρέπει τελικά να κατευθύνει τη σκέψη μας.
Η Δικαιοσύνη είναι η καρδιά του κράτους δικαίου και η δικαστική λειτουργία χώρος υψηλών απαιτήσεων από τους πολίτες και τη δημοκρατία. Τα θέματα που την αφορούν πρέπει να προσεγγίζονται με προσοχή, υπευθυνότητα και αυτοσυγκράτηση, τόσο από τους ίδιους τους δικαστές, όσο και από το πολιτικό προσωπικό και την κοινωνία. Θα είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό αν γίνει ριζική μεταβολή της ισχύουσας ρύθμισης και στη συνέχεια διαπιστωθεί ότι η Δικαιοσύνη όχι μόνο δεν ωφελήθηκε, αλλά ζημιώθηκε.
*H κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου είναι τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επίτιμη πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

