Αρθρο Νίκου Αλιβιζάτου στην «Κ»: Ανόρθωση μόνο μέσω συναίνεσης

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Τα ευρήματα όλων των δημοσκοπήσεων των τελευταίων εβδομάδων συμφωνούν σε μια διαπίστωση: ένα ασυνήθιστα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος είναι έτοιμο είτε να απόσχει από τις προσεχείς εκλογές είτε να ψηφίσει «αντισυστημικά» κόμματα. Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, η έκταση του φαινομένου είναι τέτοια που εύλογα διερωτάται κανείς αν έχουμε να κάνουμε με μια γενικότερη απαξίωση του πολιτικού συστήματος.

Για να μην εξελιχθεί η απαξίωση αυτή σε κρίση νομιμοποίησης, είναι κρίσιμο να ληφθούν μέτρα «αμέσου αποτελέσματος», που να αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και, μέσω αυτής, να ανορθώνουν το φρόνημα. Μέτρα που να πείθουν τους πολίτες ότι τα ιστορικά κόμματα κατανοούν τις αγωνίες τους και είναι έτοιμα να δράσουν, ακόμη και σε βάρος των κοντόφθαλμων συμφερόντων τους.

Ιστορικές αναλογίες

Αρκετές φορές στο παρελθόν, η αναθεώρηση του Συντάγματος χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για το ξεπέρασμα παρόμοιων κρίσεων. Αλλοτε επιτυχώς, όπως το 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, άλλοτε πάλι ανεπιτυχώς, όπως το 1963, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, εκτός από την αναθεώρηση του 1986, που είχε ως ξεκάθαρο στόχο την κατάργηση των «υπερεξουσιών» του Προέδρου της Δημοκρατίας, όλες οι άλλες ήταν θολές: χωρίς σαφή στρατηγική, απέβλεπαν περισσότερο να δείξουν ότι «κάτι γίνεται», παρά να αντιμετωπίσουν εντοπισμένες παθογένειες. Ετσι, καμιά από αυτές δεν άλλαξε την καθημερινότητά μας. Αν το Σύνταγμα του 1975 άντεξε στη δοκιμασία των απανωτών κρίσεων, αυτό δεν έγινε επειδή αναθεωρήθηκε, αλλά γιατί ήταν εξ αρχής ευπροσάρμοστο σε έναν ραγδαία εξελισσόμενο κόσμο.

Η εξαγγελία της πέμπτης αναθεώρησης του Συντάγματος από τον πρωθυπουργό την περασμένη Δευτέρα δίνει, κατά τη γνώμη μου, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ακονίσουμε το μυαλό μας και να βρούμε τις σωστές απαντήσεις στα κηρύγματα των πάσης φύσεως μηδενιστών. Διότι τα προβλήματα αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό και συνταγματικά. Αρκεί, βέβαια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης να μη συνεχίσει να καλύπτει υπουργούς του, που αναιδώς εκτρέπονται.

Είναι αδιανόητο, για παράδειγμα, στη σημερινή Ευρώπη, η ποινική δίωξη ενός υπουργού, για τον οποίο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι εμπλέκεται σε σκάνδαλα, να εξαρτάται αποκλειστικά από ένα πολιτικό σώμα, τη Βουλή. Το «μόνον η Βουλή έχει αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη» του άρθρου 86 του Συντάγματος, είναι υπόλειμμα όχι του 20ού, αλλά του 19ου αιώνα, όταν υπήρχε ο φόβος της δίωξης υπουργών από το στέμμα. Είναι ντροπή η επιβίωσή του.

Το να μπορεί, εξ άλλου, η κυβέρνηση να επιλέγει ως πρόεδρο Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας τον Β, αντί του πολύ πιο έγκριτου Α, επειδή διάκειται φιλικότερα προς αυτήν, είναι εξ ίσου σκανδαλώδες (άρθρο 90). Πολύ περισσότερο που καμιά διάταξη δεν την υποχρεώνει να αιτιολογήσει στοιχειωδώς την επιλογή της.

Τέλος, το να μην προβλέπεται εναλλακτική λύση σε περίπτωση μη επίτευξης της προβλεπόμενης πλειοψηφίας των 3/5 στη Διάσκεψη των προέδρων της Βουλής για την επιλογή των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών, είναι πέρα από βέβαιο ότι, αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσει σε καταστρατηγήσεις, όπως αυτές που σημειώθηκαν το 2024 για το ΕΣΡ και την ΑΔΑΕ (άρθρο 101Α).

Ενα Σύνταγμα δεν φέρνει από μόνο του την άνοιξη. Εξ ίσου σημαντικός με το γράμμα του είναι και ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται από τους «φυσικούς» εφαρμοστές του, από τους δικαστές, που είναι οι «φύλακές» του και, πάνω απ’ όλα, από τους πολίτες.

Τα ανωτέρω είναι τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα αλλαγών, οι οποίες, αν πραγματοποιηθούν, θα αλλάξουν από τη μια μέρα στην άλλη το κλίμα. Διότι θα δείξουν ότι το πολιτικό σύστημα δεν φοβάται να λογοδοτήσει σε ανεξάρτητους «φύλακες» για τα λάθη και τις παραλείψεις του. Και ότι η εκάστοτε κυβέρνηση δεν διεκδικεί να χειραγωγήσει όλα τα κέντρα εξουσίας, εν ανάγκη παρανομώντας. Για τα θέματα αυτά, η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι υπάρχουν λύσεις. Γι’ αυτά θα ήταν κρίμα να μην υπάρξουν ευρύτερες συναινέσεις, ήδη από σήμερα, με πολιτική δέσμευση των ιστορικών κομμάτων ότι αυτές θα ισχύσουν και αύριο, στην αναθεωρητική Βουλή.

Οι προτάσεις

Από εκεί και πέρα, η Ν.Δ., έχοντας από το Σύνταγμα τη δυνατότητα να κινήσει από μόνη της την αναθεωρητική διαδικασία με τις 151 ψήφους που διαθέτει, θα μπορεί προφανώς να προσθέσει και άλλες αναθεωρητέες διατάξεις, όπως για παράδειγμα το «δανειακό φρένο» (το debt brake, κατά το πρότυπο του όχι και τόσο πετυχημένου άρθρου 115 του γερμανικού Συντάγματος), την αξιολόγηση των δημόσιων υπαλλήλων σε συνδυασμό με τη μονιμότητά τους, ή την τεχνητή νοημοσύνη. Και τούτο, ευελπιστώντας σε συναινέσεις στην αναθεωρητική Βουλή.

Οσον αφορά τα διαδικαστικά της αναθεώρησης, πιστεύω ότι το ενδεχόμενο «διπλών» εκλογών, όπως συνέβη το 2012 και το 2023, δεν θα πρέπει να προβληματίζει. Διότι, όπως έκρινε και το Υπουργοδικείο το 2015 στην «υπόθεση Παπακωνσταντίνου», ως «επόμενη Βουλή», μόνο στην πρώτη σύνοδο της οποίας θα μπορούν να ψηφισθούν οι νέες διατάξεις, είναι εκείνη στην οποία «καθίσταται εφικτός ο σχηματισμός κυβέρνησης», και όχι εκείνη που διαλύθηκε εσπευσμένα, ελλείψει συνεννόησης των κομμάτων (άρθρο 37 παρ. 3 Σ.). Παρότι στην υπόθεση εκείνη το διακύβευμα ήταν διαφορετικό (το πότε λήγει η αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή), πιστεύω ότι η ίδια λύση θα προσήκε και για την ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Διότι θα ήταν παράλογο να αξιωθεί ο σχηματισμός βιώσιμης κυβέρνησης μόνο για τον σκοπό αυτόν.

Ενα Σύνταγμα δεν φέρνει από μόνο του την άνοιξη. Εξ ίσου σημαντικός με το γράμμα του είναι και ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται από τους «φυσικούς» εφαρμοστές του, που είναι οι εταίροι του πολιτικού παιχνιδιού, από τους δικαστές, που είναι οι «φύλακές» του και, πάνω απ’ όλα, από τους πολίτες. Οπως έχει αποδειχθεί, εν τούτοις, σε όλα τα μήκη και πλάτη, μια ατυχής διάταξη, είτε πρόκειται για απομεινάρι άλλων εποχών (όπως, σε μας, η «επικρατούσα θρησκεία» του άρθρου 3), είτε αποτελεί καρπό επιπόλαιης νομοθέτησης (όπως ο «βασικός μέτοχος» του άρθρου 14), μπορεί, αν όχι να προκαλέσει καταστροφές, τουλάχιστον να επιβραδύνει καταστροφικά την ανεμπόδιστη κοινωνική εξέλιξη.

Στους εταίρους του πολιτικού παιχνιδιού απόκειται να το συνειδητοποιήσουν και να τολμήσουν μιαν ανορθωτική αναθεώρηση, με ευρύτερη συναίνεση στα βασικά (άρθρα 86, 90 και 101Α). Μιαν αναθεώρηση που να επιβεβαιώνει την προσήλωση της χώρας μας στις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και της φιλελεύθερης δημοκρατίας, που τόσο δοκιμάζονται στους καιρούς μας.

Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα