Φόρτωση Text-to-Speech…
Η γεωγραφική εγγύτητα της Κύπρου με τη Μέση Ανατολή, η επιλογή του Ιράν και ειδικότερα της Χεζμπολάχ να «τιμωρήσουν» κράτη που δεν εμπλέκονται στον πόλεμο με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και το γεγονός ότι η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται στο όριο της ζώνης του πολέμου οδήγησαν αρχικά την Ελλάδα και εν συνεχεία και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις να συνδράμουν την Κυπριακή Δημοκρατία. Eστω και αν οι επιθέσεις με drone είχαν στόχο τις βρετανικές βάσεις, η αντικειμενική αδυναμία της Λευκωσίας να αντεπεξέλθει στις επιθέσεις που επρόκειτο να δεχθεί, συνδυαστικά με τους δισταγμούς του Λονδίνου ακόμη και να προστατεύσει τις βάσεις του επιτάχυναν τις αποφάσεις.

Η Αθήνα, επιδεικνύοντας γρήγορα αντανακλαστικά, μπήκε στην πρωτοπορία αυτής της πρωτοβουλίας και συμπαρέσυρε εκτός από τη Γαλλία, τις λιγότερο πρόθυμες Ιταλία και Ισπανία. Μάλιστα, οι δύο τελευταίες έχουν άριστη αμυντική συνεργασία με την Τουρκία και αρκετές φορές η στάση τους, επί παραδείγματι της Ρώμης στο ζήτημα της Λιβύης, ή της Μαδρίτης παλαιότερα στο θέμα των κυρώσεων εις βάρος της Τουρκίας, υπήρξε τουλάχιστον προβληματική.
Υπό αυτή την έννοια, έστω και αν πρόκειται για μεσογειακές χώρες, η κινητοποίησή τους επιβεβαιώνει μια αυξανόμενη τάση στο εσωτερικό της Eνωσης. Αυτή της δημιουργίας σχημάτων συνεργασίας κατά περίσταση και βάσει κυρίως της προθυμοποίησης και δευτερευόντως των δυνατοτήτων, διαφόρων δηλαδή οιονεί συμμαχιών των προθύμων, στην οποία δεν θα εμπλέκεται απαραιτήτως το σύνολο της αργοκίνητης Ευρωπαϊκής Eνωσης, ούτε θα παρεμποδίζεται από μακρόσυρτες και γραφειοκρατικές διαδικασίες. Υπό μία έννοια πρόκειται για προσαρμογή της Ευρώπης στις επιταγές της αμερικανικής ηγεσίας. Ακόμη και στο ΝΑΤΟ, η δυναμική είναι προς αυτή την κατεύθυνση.
Το άρθρο 42, παράγραφος 7, της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Eνωσης, μια ευρωπαϊκή εκδοχή του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ περί αμοιβαίας άμυνας, βρίσκει στην περίπτωση της Κύπρου μια σοβαρή προοπτική εφαρμογής. Ή για να είμαστε ρεαλιστές, επικαιροποίησης και ευθυγράμμισης με τις υφιστάμενες πραγματικότητες. Η εν τοις πράγμασι ουσιαστική συνεισφορά στην ασφάλεια της Κύπρου εμπεριέχει δύο ακόμη τουλάχιστον σημαντικές διαστάσεις.

Αφενός μεταφέρει ή έστω αναθεωρεί την απόλυτη προσήλωση των ευρωπαϊκών οργάνων στην εξ ανατολών απειλή, αυτή της Ρωσίας, όπου λόγω των τεκταινομένων στην Ουκρανία οι βαλτικές χώρες μαζί με κάποιες της Ανατολικής Ευρώπης έχουν καταφέρει να προωθήσουν, αν όχι να επιβάλουν μια ατζέντα που προσανατολίζει την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια σχεδόν αποκλειστικά στη βορειοανατολική της διάσταση. Αποδεικνύεται, λόγω της πολεμικής κρίσης στη Μέση Ανατολή, ότι η Ευρώπη οφείλει να στρέψει το βλέμμα της αναλογικά και σε άλλες προκλήσεις/κινδύνους ασφάλειας, με την Aνατολική Μεσόγειο να βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών. Από τα προσφυγομεταναστευτικά ρεύματα έως την τρομοκρατία και από την κλιματική κρίση αλλά και τους εν γένει ενεργειακούς ανταγωνισμούς στην περιοχή μέχρι την ύπαρξη δυσλειτουργικών/αποτυχημένων καθεστώτων, αλλά βέβαια και την ευρύτερη αστάθεια που διαχέεται λόγω του πολέμου.
Αφετέρου, η στάση της Τουρκίας κατέδειξε ότι πέρα από την επιθυμία αρκετών κρατών-μελών της Ε.Ε. να την εντάξουν στην ευρωπαϊκή άμυνα, η ίδια δεν είναι ακόμα έτοιμη και ώριμη για αυτό το μεγάλο βήμα. Εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις μέσα από παίγνια μηδενικού αθροίσματος. Συνεχίζει, επίσης, να αντιμετωπίζει την άμεση γειτονιά της με έναν αντιφατικό συνδυασμό ηγεμονικής έπαρσης από τη μία και ανασφαλούς καχυποψίας απέναντι στις προθέσεις τρίτων κρατών, ειδικότερα γειτονικών, από την άλλη.

Η Aγκυρα είχε την ευκαιρία να συνδράμει την ad hoc ευρωπαϊκή δύναμη που αναπτύχθηκε στην Κύπρο, με έμφαση στην ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων, παρότι η Χεζμπολάχ για ευνόητους λόγους δεν θα στρεφόταν εις βάρος τους. Είδε όμως τη μικρή εικόνα και όχι τη μεγάλη. Κινήθηκε σπασμωδικά, αφού πρώτα ενεργοποιήθηκαν τα αντανακλαστικά της στρατιωτικής της ελίτ (και λόγω Καρπάθου), κάνοντας τελικά αχρείαστη επίδειξη σημαίας στο κατεχόμενο κομμάτι, όπου ως γνωστόν διατηρεί τεράστιες στρατιωτικές δυνατότητες. Απέδειξε έτσι ότι προσώρας παραμένει ένας (αναξιόπιστος) εταίρος περιορισμένης ευθύνης για την Ευρωπαϊκή Eνωση.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

