Ειδικότερα, η μέση τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα διαμορφώθηκε στα 24,34 λεπτά ανά κιλοβατώρα, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27) ανήλθε στα 25,73 λεπτά/kWh. Παράλληλα, ο μέσος όρος για το σύνολο των 33 ευρωπαϊκών πρωτευουσών που εξετάζει η έκθεση του HEPI διαμορφώθηκε στα 24,58 λεπτά/kWh, τοποθετώντας την ελληνική πρωτεύουσα ελαφρώς χαμηλότερα και από αυτό το επίπεδο.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη το εύρος αποκλίσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στα νοικοκυριά των ευρωπαϊκών πρωτευουσών παρουσιάζουν διακύμανση που υπερβαίνει τον τετραπλάσιο λόγο, με πόλεις όπως το Βερολίνο και η Κοπεγχάγη να καταγράφουν τις υψηλότερες τιμές στην Ευρώπη. Στον αντίποδα, πρωτεύουσες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και χώρες εκτός ΕΕ που περιλαμβάνονται στη μελέτη, εμφανίζουν αισθητά χαμηλότερο κόστος.
Σε μηνιαία βάση, ο Δεκέμβριος χαρακτηρίστηκε από σχετική σταθερότητα στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Από τις 33 πρωτεύουσες που παρακολουθεί το HEPI, μόλις πέντε κατέγραψαν μικρές αυξήσεις τιμών, κυρίως σε πόλεις της Νότιας Ευρώπης όπως η Λισαβόνα, η Μαδρίτη, η Ρώμη, η Βιέννη και το Βίλνιους, με αυξήσεις που αποδίδονται κυρίως στο ενεργειακό σκέλος των τιμολογίων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε φορολογικές επιβαρύνσεις. Αντίθετα, μειώσεις σημειώθηκαν σε αρκετές βόρειες και δυτικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως η Στοκχόλμη, το Ελσίνκι, το Άμστερνταμ, οι Βρυξέλλες και το Λονδίνο, αντανακλώντας τη χαμηλότερη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στις αντίστοιχες αγορές.
Για την Αθήνα, η τιμή παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με τον Νοέμβριο, γεγονός που συνάδει με τη γενικότερη ευρωπαϊκή εικόνα σταθεροποίησης. Σε ετήσια βάση, ωστόσο, η έκθεση καταγράφει αύξηση της τάξης του 5% στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας για τις πρωτεύουσες της ΕΕ σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2024, εξέλιξη που αποδίδεται στη σταδιακή άνοδο του σχετικού δείκτη από τα μέσα του 2024 και μετά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το HEPI, κατά μέσο όρο στην Ευρώπη το ενεργειακό σκέλος αντιστοιχεί περίπου στο 50% της τελικής τιμής του ρεύματος για τα νοικοκυριά, ενώ το υπόλοιπο κατανέμεται σε χρεώσεις δικτύου, φόρους και ΦΠΑ. Η αποκλιμάκωση του ενεργειακού σκέλους σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης αποτελεί βασικό παράγοντα για τη συγκράτηση των τιμών, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τις σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ χωρών.
Συνολικά, τα στοιχεία του Δεκεμβρίου δείχνουν ότι η Ελλάδα παραμένει σε καλύτερη θέση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όσον αφορά το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά, σε μια περίοδο όπου οι αγορές ενέργειας εξακολουθούν να αναζητούν ισορροπία μετά τις έντονες αναταράξεις της προηγούμενης τριετίας.
Πηγή: Capital.gr

