Αυτό που αρχικά μοιάζει δύσκολο ή δυσανάλογα απαιτητικό, αποκτά διαφορετική μορφή όταν διασπαστεί σε απλά βήματα. Η πολυπλοκότητα δεν βρίσκεται πάντα στο ίδιο το πρόβλημα, αλλά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται και γίνεται αντιληπτό. Όταν κάτι εμφανίζεται ως ενιαίο σύνολο, ενεργοποιεί μια αίσθηση υπερφόρτωσης, ενώ όταν αποδομείται, μετατρέπεται σε διαχειρίσιμη ακολουθία ενεργειών.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε διαφορετικά πεδία. Ένα μεγάλο πρόβλημα φαίνεται αδιέξοδο όταν δεν υπάρχει σαφές σημείο εκκίνησης, ενώ γίνεται διαχειρίσιμο όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρώτο βήμα. Ένα εκτενές κεφάλαιο αποθαρρύνει, ενώ μία σελίδα διαβάζεται. Ένα απαιτητικό πρόγραμμα άσκησης αναβάλλεται, ενώ λίγα λεπτά κίνησης εφαρμόζονται. Η αντικειμενική δυσκολία παραμένει ίδια, αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζουμε.
Advertisment
Η επεξεργασία της πληροφορίας και τα όρια του νου
Ο ανθρώπινος νους λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα γνωστικά όρια. Η μνήμη εργασίας μπορεί να διαχειριστεί περιορισμένο αριθμό στοιχείων κάθε στιγμή, γεγονός που επηρεάζει την ικανότητα κατανόησης και λήψης αποφάσεων. Όταν ένα πρόβλημα παρουσιάζεται ως ενιαίο και πολύπλοκο, ενεργοποιείται υψηλή γνωστική επιβάρυνση. Η προσοχή διασπάται και η δράση καθυστερεί.
Η αποδόμηση μειώνει αυτή την επιβάρυνση, επιτρέποντας στο άτομο να επικεντρωθεί σε ένα επόμενο, σαφές βήμα. Η επεξεργασία γίνεται σταδιακή και η αίσθηση ελέγχου ενισχύεται. Το σύνολο δεν εξαφανίζεται, αλλά παύει να αποτελεί το άμεσο αντικείμενο διαχείρισης.
Ένα αντίστοιχο μοτίβο εμφανίζεται και στη διαχείριση της συναισθηματικής έντασης. Η σκέψη «πρέπει να σταματήσω να νιώθω έτσι» δημιουργεί πίεση χωρίς σαφή κατεύθυνση. Αντίθετα, η εστίαση σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο της εμπειρίας, όπως η παρατήρηση της αναπνοής ή η αναγνώριση ενός επιμέρους συναισθήματος, μετατρέπει μια ασαφή κατάσταση σε κάτι πιο προσδιορίσιμο. Η εμπειρία παραμένει, αλλά η προσέγγισή της γίνεται πιο διαχειρίσιμη.
Advertisment
Κάθε αρχή και δύσκολη
Κάθε αρχή είναι δύσκολη και γίνεται ακόμα πιο απαιτητική όταν το προς επίλυση πρόβλημα είναι σύνθετο. Τι γίνεται όμως αν αυτό αποδομηθεί, αν «σπάσει» στα επιμέρους διακριτά κομμάτια που το συνθέτουν; Τότε το πρόβλημα αποκτά λογική και ειρμό, σαν ένα παζλ που πρέπει να συνθέσουμε.
Εδώ η αποδόμηση είναι και τεχνική διευκόλυνσης, αλλά και προϋπόθεση κατανόησης. Μέσα από αυτή τη διάκριση, κάθε στοιχείο καθίσταται προσδιορίσιμο και μπορεί να εξεταστεί ως προς τη θέση και τη λειτουργία του.
Για παράδειγμα, ένα πρόβλημα του τύπου «πρέπει να βρω λύση», παραμένει ανοιχτό και ακαθόριστο. Όταν όμως, αναλυθεί σε επιμέρους ερωτήματα, όπως τι ακριβώς συμβαίνει, ποια στοιχεία το συντηρούν και ποιες επιλογές υπάρχουν σε κάθε σημείο, μετατρέπεται σε διαδικασία διερεύνησης. Η κατεύθυνση που θα ακολουθήσουμε προκύπτει από τη σχέση ανάμεσα στα μέρη του.
Η αποδόμηση δηλαδή καθιστά ορατή τη δυσκολία, με τρόπο που επιτρέπει την προσέγγισή της.
Γιατί το σύνθετο βιώνεται ως «βουνό»
Το ότι το σύνθετο πρόβλημα γίνεται αντιληπτό ως δύσκολο, οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο ο νους επεξεργάζεται την πληροφορία. Όταν τα στοιχεία ενός προβλήματος εμφανίζονται ταυτόχρονα, δημιουργούν υψηλό γνωστικό φορτίο. Η προσοχή διασπάται και η επεξεργασία γίνεται ασταθής.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν λειτουργεί αποτελεσματικά απέναντι σε μεγάλα, αδιαμόρφωτα σύνολα. Αναζητά δομή, κατηγοριοποίηση και σειρά. Όταν αυτά απουσιάζουν, το πρόβλημα βιώνεται ως υπερβολικό σε σχέση με τις διαθέσιμες γνωστικές δυνατότητες. Σε αυτό το επίπεδο, η δυσκολία προκύπτει από τον τρόπο παρουσίασης του προβλήματος στη σκέψη.
Η αποδόμηση παρεμβαίνει ακριβώς σε αυτό το σημείο. Με τη διάκριση των επιμέρους στοιχείων, μειώνει το γνωστικό φορτίο και επιτρέπει στον νου να επεξεργαστεί την πληροφορία σταδιακά. Κάθε μέρος γίνεται προσδιορίσιμο και η συνολική εικόνα παύει να απαιτεί ταυτόχρονη διαχείριση.
Το πρόβλημα παραμένει σύνθετο, η εμπειρία του όμως μεταβάλλεται.
Από τη δομή στη δράση
Από τη στιγμή που τα επιμέρους στοιχεία ενός προβλήματος γίνονται σαφή, δημιουργείται η δυνατότητα για σχεδιασμό δράσης. Το άτομο δεν βρίσκεται πλέον απέναντι σε ένα αδιαίρετο σύνολο, αλλά σε ένα σύνολο επιλογών που μπορούν να ιεραρχηθούν.
Η πορεία που θα ακολουθηθεί διαμορφώνεται με βάση τις ανάγκες, τις δυνατότητες και τις προτεραιότητες κάθε περίπτωσης. Το επόμενο βήμα προκύπτει ως επιλογή μέσα σε ένα πλαίσιο που έχει ήδη οργανωθεί.
Για παράδειγμα, σε μια επαγγελματική αλλαγή, η αρχική αίσθηση αβεβαιότητας μετατρέπεται σε συγκεκριμένες κινήσεις, όπως η διερεύνηση επιλογών, η απόκτηση νέων δεξιοτήτων ή η αναζήτηση ευκαιριών. Κάθε ενέργεια συνδέεται με ένα επιμέρους στοιχείο του προβλήματος και αποκτά θέση μέσα στη συνολική πορεία.
Αντίστοιχα, σε μια προσωπική δυσκολία, η κατανόηση των επιμέρους παραγόντων επιτρέπει την επιλογή συγκεκριμένων κινήσεων, όπως η διαχείριση μιας κατάστασης, η αλλαγή μιας συνήθειας ή η έναρξη μιας συζήτησης. Η δράση προκύπτει ως συνέχεια της κατανόησης του προβλήματος, ενώ ο σχεδιασμός αναδύεται από τη δομή του.
Έτσι, η αποδόμηση δίνει στο πρόβλημα μορφή που επιτρέπει την προσέγγισή του, η κατανόηση αναπτύσσεται μέσα από τη σταδιακή ενασχόληση με τα μέρη του και η κατεύθυνση προκύπτει από τη μεταξύ τους σχέση.
Πηγές
- Sweller, J. (1988). Cognitive Load During Problem Solving: Effects on Learning. Cognitive Science.
- Baddeley, A. (1992). Working Memory. Science.
- Zeigarnik, B. (1927). On Finished and Unfinished Tasks. Psychological Research.
- Duhigg, C. (2012). The Power of Habit.
- Clear, J. (2018). Atomic Habits.

