Διάλογοι στην «Κ»: Οι δημοσκοπήσεις και η ρευστότητα του εκλογικού σώματος

Κοινοποίηση

Ενα νέο τοπίο τείνει να παγιωθεί στην κεντρική πολιτική σκηνή, όπως επιβεβαιώνεται από την επανάληψη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών στις δημοσκοπήσεις του τελευταίου διαστήματος. Η ρευστότητα σε σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος είναι ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά. Η απώλεια δυνάμεων των κομμάτων που έχουν ασκήσει διακυβέρνηση είναι επίσης μια συνισταμένη, μαζί με την άνοδο κομμάτων που χαρακτηρίζονται «αντισυστημικά». Συνέπεια αυτών των δεδομένων είναι η υποχώρηση του διπολισμού, ενός πολύ χαρακτηριστικού στοιχείου του εγχώριου πολιτικού περιβάλλοντος, το οποίο –έστω και με διακυμάνσεις– κατάφερε να διατηρηθεί και την περίοδο της κρίσης, όταν και πάλι το πολιτικό σύστημα δοκιμάστηκε.

Το ερώτημα που ανακύπτει με βάση τη δημοσκοπική εικόνα πολυδιάσπασης είναι αν πρόκειται για μια πρόσκαιρη διαταραχή, η οποία θα διορθωθεί με επιστροφή στην οικεία «κανονικότητα», ή αν βρισκόμαστε μπροστά σε αχαρτογράφητες μετατοπίσεις, που θα επιφέρουν αλλαγές με χαρακτηριστικά μονιμότητας και θα δημιουργήσουν ένα εντελώς διαφορετικό, νέο πολιτικό σκηνικό.
Επιμέλεια: Δώρα Αντωνίου

ΑΠΟΨΕΙΣ

Φθορά χωρίς εναλλακτική

Του Πάνου Κολιαστάση*

Από τις ευρωεκλογές έως σήμερα, η κυβέρνηση υφίσταται παρατεταμένη δημοσκοπική φθορά. Oι λόγοι φαίνεται πως είναι αρκετοί. Κατ’ αρχάς είναι στον δεύτερο χρόνο της δεύτερης θητείας της. Αρα πληθαίνουν οι προσδοκίες που μένουν ανεκπλήρωτες και οι πολίτες κρίνουν αυστηρότερα τυχόν λάθη, αστοχίες και καθυστερήσεις. Παράλληλα, η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ αδυνάτισε τα αντι-ΣΥΡΙΖΑ ανακλαστικά που λειτουργούσαν συγκολλητικά για την εκλογική βάση της Ν.Δ. Συνεπώς οι φυγόκεντρες τάσεις ψηφοφόρων ενισχύθηκαν. Ακόμη, ο πληθωρισμός σε ενέργεια, τρόφιμα κι ενοίκια παραμένει κεντρικό ζήτημα στην Ελλάδα, όπως και παντού άλλωστε, επιφέροντας πολιτικές συνέπειες. Στις πρόσφατες κάλπες σε Γερμανία και ΗΠΑ έκρινε εν πολλοίς το αποτέλεσμα.

Στις συνθήκες αυτές επέδρασε η τραγωδία των Τεμπών. Εκφράστηκε μαζική καχυποψία για την κυβερνητική διαχείριση με συνέπεια πρόσθετη δημοσκοπική πίεση. Μοιραία πλέον επικρατεί κλίμα εσωστρέφειας σε βουλευτές και υπουργούς, καθώς η μείωση του ποσοστού συνεπάγεται μείωση των εδρών στο μέλλον. Πολύ περισσότερο, δε, όταν η κατανομή του μπόνους γίνεται κλιμακωτά. Το πρώτο κόμμα χρειάζεται μίνιμουμ 25% για να λάβει 20 από τις 50 έδρες και μίνιμουμ 40% για να λάβει και τις υπόλοιπες 30.


Ωστόσο, oι κομματικοί συσχετισμoί δεν έχουν αλλάξει ριζικά. Το ΠΑΣΟΚ αντί να κερδίζει έδαφος, διαρκώς χάνει. Ομοίως και ο ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με την έρευνα της Pulse, όσοι ψηφοφόροι προτάσσουν το ζήτημα των Τεμπών εκφράζουν «αντισυστημικές» (anti-establishment) διαθέσεις, απορρίπτοντας κόμματα με κυβερνητικό παρελθόν. Στρέφονται έτσι σε λαϊκιστικές δυνάμεις ενισχύοντας την Πλεύση Ελευθερίας που σημειώνει εντυπωσιακή άνοδο. Χωρίς όμως και πάλι να διακρίνεται η εμφάνιση ενός νέου δικομματισμού. Ετσι δεν προκύπτει, για την ώρα, αντίπαλο δέος στη Ν.Δ. που να προσφέρει κυβερνητική εναλλακτική. Επίσης, κανένα κόμμα δεν προτίθεται να συνεργαστεί κυβερνητικά με το διπλανό του για να δώσει λύση διαφορετική.

Η πορεία των εξελίξεων εξαρτάται πρωτίστως από την κυβέρνηση. Eιδικά όταν οι περισσότεροι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι προέρχονται από τη Ν.Δ.

Κατά συνέπεια, η πορεία των εξελίξεων εξαρτάται πρωτίστως από την κυβέρνηση. Eιδικά όταν οι περισσότεροι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι προέρχονται από τη Ν.Δ. και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται ευρέως στον δείκτη της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία.

Με αυτά τα δεδομένα, το πολιτικό σκηνικό θα επηρεαστεί μελλοντικά από τρεις παραμέτρους. Πρώτον, από την ικανότητα της κυβέρνησης να επιτύχει διάχυση της οικονομικής ευημερίας «προς τα κάτω», ώστε να μειωθούν οι συνέπειες του πληθωρισμού. Δεύτερον, από την πορεία της δικαστικής διαλεύκανσης του δυστυχήματος των Τεμπών. Τρίτον, από την πιθανή ενεργοποίηση κεντροδεξιών «συστημικών» ανακλαστικών σε περίπτωση ανάδυσης ενός νέου «αντισυστημικού» πόλου στην Αριστερά.

* Ο κ. Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης στο Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ).

Τα κόμματα και η νέα συνθήκη

Του Κώστα Ελευθερίου*

Το πλέον προσδιοριστικό στοιχείο του κομματικού ανταγωνισμού στην Ελλάδα σήμερα είναι η ρευστότητα των πολιτικών προτιμήσεων, ο κατακερματισμός των πολιτικών εκπροσωπήσεων και το έλλειμμα εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα. Αυτή η συνθήκη, βεβαίως, δεν είναι πρωτόγνωρη: την έχουμε συναντήσει και την περίοδο της κρίσης, ως βάση των κομματικών αποευθυγραμμίσεων του 2015-2019. Από τις αρχές του 2024 καταγράφεται ουσιαστικά μια γενική κρίση πολιτικής εμπιστοσύνης, η οποία φαίνεται πως έχει οριζόντια χαρακτηριστικά, επερωτά τον τρόπο λειτουργίας του κράτους και την ικανότητα ανταπόκρισης της εκτελεστικής εξουσίας στα αιτήματα των πολιτών και αμφισβητεί τόσο την κυβέρνηση όσο και την αντιπολίτευση. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορική στιγμή όπου η ελληνική κοινωνία έχει ξεπεράσει το πολιτικό σύστημα, το οποίο πασχίζει να βρει τρόπους κατανόησης και διαχείρισης της νέας κατάστασης.


Συνήθως τα κόμματα εδραιώνονται ως βασικοί εκφραστές των κοινωνικών συμφερόντων όταν επικοινωνούν με τα βασικά συλλογικά προτάγματα της εκάστοτε εποχής. Ετσι, στην πρώτη περίοδο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας τα κόμματα υπηρέτησαν το συλλογικό πρόταγμα του εκδημοκρατισμού, ενώ από τη δεκαετία του 1990 αλληλεπέδρασαν με το πρόταγμα του εξευρωπαϊσμού. Η κρίση του 2010 αφορούσε εναλλακτικές και αντιπαρατιθέμενες στρατηγικές διαχείρισης της χρεοκοπίας, οι οποίες δεν κατόρθωσαν να οδηγήσουν σε έναν κοινό τόπο όσον αφορά το μέλλον της χώρας. Η επιδίωξη της σταθερότητας και της κανονικότητας μπορεί να λειτούργησε συσπειρωτικά για τμήματα της κοινωνίας στην άμεση μετακρισιακή φάση, ωστόσο, σε έναν κόσμο γεωπολιτικής αστάθειας και οικονομικής αβεβαιότητας, σταθερότητα χωρίς κοινωνική συνοχή, περιβαλλοντική βιωσιμότητα και υπέρβαση ανισοτήτων δεν μπορεί να υπάρξει – ή θα είναι μόνιμα επισφαλής.

Η ελληνική κοινωνία έχει ξεπεράσει το πολιτικό σύστημα, το οποίο πασχίζει να βρει τρόπους κατανόησης και διαχείρισης της κατάστασης.

Στη συνάφεια αυτή, τα κόμματα αδυνατούν να συνδεθούν οργανωτικά και ιδεολογικά με τη νέα κοινωνική συνθήκη, το πολιτικό προσωπικό μοιάζει να ανακυκλώνει ξεπερασμένους τρόπους επίτευξης της κοινωνικής συναίνεσης ή έστω ανοχής και οι πολιτικές στρατηγικές καθίστανται κατ’ ανάγκη βραχυπρόθεσμες, καθώς είναι δύσκολο να συγκροτηθεί μια μακροπρόθεσμη στρατηγική από πολιτικούς δρώντες που δεξιώνονται τη δυσπιστία της κοινωνίας. Η πολιτική δυσπιστία μπορεί να σημαίνει υψηλές απαιτήσεις των πολιτών από το πολιτικό σύστημα και τη δημοκρατία, μπορεί ταυτόχρονα να σημαίνει και απογοήτευση, κυνισμό και τάση προς αποστράτευση. Το πολιτικό σύστημα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει αυτή τη συνθήκη ως ένα «φυσικό» γεγονός που συνέβη τυχαία και το οποίο πρέπει απλώς να «ξορκίσει», περιμένοντας την αναπόφευκτη υποχώρησή του. Αντίθετα, πρέπει να αναλάβει την ευθύνη και να αντιληφθεί ότι σε αυτή τη φάση πολιτικής «απομάγευσης» της ελληνικής κοινωνίας, η –ακόμα μη εμφανής– διέξοδος επιβάλλει στους πολιτικούς δρώντες να σκεφτούν και να δράσουν κατ’ αρχήν εκτός του συνήθους πλαισίου του δεσπόζοντος ρεύματος.

* Ο κ. Κώστας Ελευθερίου είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

«Οι μόνοι που υποστηρίζουν με εμμονή τα έλαια σιλικόνης είναι κυβερνητικοί αξιωματούχοι» λέει ο πατέρας της Αναστασίας

Συνεχίζεται η συζήτηση για τα αντικρουόμενα πορίσματα για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, με ορισμένους τεχνικούς συμβούλους να υποστηρίζουν πως η πυρόσφαιρα που δημιουργήθηκε...

Tελευταία Nέα