Η αμερικανική κυβέρνηση για δεκαετίες απέφευγε να στοχεύει ξένους ηγέτες, μετά από ντροπιαστικές αποτυχίες και ακούσιες συνέπειες από μυστικές δραστηριότητες της CIA. Η στοχοποίηση και η δολοφονία του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, που άνοιξε έναν αδήλωτο πόλεμο με το Ιράν, είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία που οι ΗΠΑ – σε αυτή την περίπτωση, σε συνεργασία με το Ισραήλ – σκότωσαν ανοιχτά τον ηγέτη μιας ξένης χώρας, σύμφωνα με τον ιστορικό του CNN, Τίμ Ναφτάλι.
Για όσους παρακολουθούν τα γεγονότα, οι ΗΠΑ έχουν πλέον «αποκεφαλίσει» δύο ξένες κυβερνήσεις – και οι δύο αντίπαλοι των ΗΠΑ, που ελέγχουν τεράστια αποθέματα πετρελαίου – τους τελευταίους δύο μήνες. Ο Νικολάς Μαδούρο της Βενεζουέλας βρίσκεται στη Νέα Υόρκη εν αναμονή της δίκης του και ο Χαμανεΐ είναι νεκρός.
Στην αμερικανική νομοθεσία υπάρχει πράγματι απαγόρευση της συμμετοχής των ΗΠΑ σε δολοφονίες – η πιο πρόσφατη, σε εκτελεστικό διάταγμα που υπογράφηκε από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν. Τεχνικά, εξακολουθεί να ισχύει.
Αλλά μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν το Κογκρέσο έδωσε στους προέδρους ευρεία εξουσία να χρησιμοποιούν βία για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, υπήρξε μια αργή αλλά σταθερή εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση. Πρόεδροι και από τα δύο κόμματα έχουν σκοτώσει ηγέτες τρομοκρατικών ομάδων, όπως τον Οσάμα Μπιν Λάντεν.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έκανε ένα ακόμη βήμα όταν διέταξε τη δολοφονία του Ιρανού διοικητή Κασέμ Σολεϊμανί, με αεροπορική επιδρομή στο Ιράκ το 2020. Τώρα οι ΗΠΑ έχουν σκοτώσει έναν ξένο αρχηγό κράτους.
«Μπορείς πάντα να βρεις ένα άτομο που, λόγω της εξουσίας του και του βαθμού της διαφθοράς του, η εξάλειψή του ωφελεί την ανθρωπότητα», είπε ο Ναφτάλι στο CNN, υποστηρίζοντας ότι λίγοι θα θρηνήσουν τον θάνατο του Χαμενεΐ. «Ωστόσο, η απόφαση να εξοντωθεί ένας ξένος αρχηγός κράτους δεν πρέπει να λαμβάνεται εύκολα ή γρήγορα», υπογράμμισε.
«Τον πρόλαβα πριν με προλάβει αυτός»
Ούτε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ούτε η κυβέρνησή του έχουν χρησιμοποιήσει δημοσίως αυτή τη λέξη – δολοφονία – για να περιγράψουν τη δολοφονία του Χαμενεΐ. Έχουν προβάλλει πολλούς λόγους για να επιτεθούν στο Ιράν – έλλειψη εμπιστοσύνης στους ηγέτες του Ιράν στις διαπραγματεύσεις για τα σχέδια της Τεχεράνης για ένα πυρηνικό πρόγραμμα, το ενδεχόμενο το να αναπτύξει αντιβαλλιστικούς πυραύλους, η υποστήριξη του Ιράν σε τρομοκρατικές ομάδες σε άλλες χώρες, η πρόσφατη δολοφονία διαδηλωτών στους δρόμους του.
Όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε τις επιθέσεις σε ένα βίντεο που δημοσίευσε στον λογαριασμό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το Σάββατο, είπε, χωρίς αποδείξεις, ότι το Ιράν αποτελούσε «επικείμενη» απειλή. Ωστόσο, σε τηλεφωνική συνομιλία με τον Τζόναθαν Καρλ του ABC News, ο Τραμπ ανέφερε έναν πιο προσωπικό λόγο για τη δολοφονία του Χαμενεΐ.
«Τον πρόλαβα πριν με προλάβει αυτός. Προσπάθησαν δύο φορές, αλλά εγώ τον πρόλαβα πρώτος», είπε ο Αμερικανός πρόεδρος, σύμφωνα με τον Καρλ.
Ο Τραμπ πιθανόν αναφέρεται σε πληροφορίες των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών από το καλοκαίρι του 2024, σύμφωνα με τις οποίες το Ιράν σχεδίαζε να δολοφονήσει τον τότε υποψήφιο Τραμπ και άλλους αξιωματούχους, περίπου την ίδια περίοδο που ένας ένοπλος, χωρίς γνωστές σχέσεις με το Ιράν, προσπάθησε να σκοτώσει τον Τραμπ σε προεκλογική συγκέντρωση στην Πενσυλβάνια. Το Ιράν αρνήθηκε την κατηγορία.
Σαντάμ Χουσεΐν – Μουαμάρ Καντάφι
Όταν εμπλέκονταν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, οι ξένοι ηγέτες αντιμετώπιζαν τη δικαιοσύνη στις χώρες τους. Ο Σαντάμ Χουσεΐν του Ιράκ κρεμάστηκε μετά από δίκη από τις αρχές του Ιράκ, αφού οι ΗΠΑ εισέβαλαν και ανέτρεψαν την κυβέρνησή του.
Ο Μουαμάρ Καντάφι της Λιβύης σκοτώθηκε σε ανταλλαγή πυρών μετά τη σύλληψή του από τις επαναστατικές δυνάμεις, με τη βοήθεια μιας πολυεθνικής εκστρατείας βομβαρδισμών με τους συμμάχους.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι σύμμαχοι έβαλαν τους ηγέτες των Ναζί σε δίκη στη Νυρεμβέργη.
Η συμμετοχή της CIA σε πραξικοπήματα και δολοφονίες κρατιόταν μυστική στο παρελθόν.
Οι ΗΠΑ ήταν συνένοχες στην ανατροπή και τη δολοφονία του Βιετναμέζου δικτάτορα Νγκο Ντιν Ντιέμ, ο οποίος στο παρελθόν είχε υποστηριχθεί από την Αμερική, ενώ η CIA συμμετείχε άμεσα και κρυφά στην ανατροπή του Χιλιανού ηγέτη Σαλβαδόρ Αλιέντε το 1973, η οποία οδήγησε στην αυτοκτονία του.
Οι ΗΠΑ οργάνωσαν την ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν τη δεκαετία του 1950
Άλλοι ηγέτες που ανατράπηκαν με τη βοήθεια των ΗΠΑ, όπως ο Μοχάμαντ Μοσάντεγκ στο Ιράν το 1953, φυλακίστηκαν αντί να εκτελεστούν. Οι ΗΠΑ έχουν από τότε αναγνωρίσει τον ρόλο τους στο πραξικόπημα, το οποίο πραγματοποιήθηκε επειδή Αμερική και Βρετανία φοβούνταν πως το Ιράν και το πετρέλαιό του θα έπεφταν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Ο Κέρμιτ Ρούσβελτ Τζούνιορ, εγγονός του πρώην προέδρου Θεόδωρου Ρούσβελτ, ήταν αυτός που εργάστηκε στο Ιράν για να βοηθήσει στην οργάνωση του πραξικοπήματος.
Μετά το σκάνδαλο Watergate, συγκροτήθηκε μια ειδική διμερής επιτροπή της Γερουσίας για να αξιολογήσει τις καταχρήσεις της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών. Η Επιτροπή Τσερτς, που πήρε το όνομά της από τον γερουσιαστή Φρανκ Τσερτς του Αϊντάχο, εξέδωσε μια ειδική έκθεση ειδικά για το θέμα των δολοφονιών.
Σε εκατοντάδες έγγραφα, κατέγραψε τις προσπάθειες των ΗΠΑ να υπονομεύσουν ξένους ηγέτες και να τους δολοφονήσουν. Οι πιο αξιοσημείωτες είναι οι αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας του Φιντέλ Κάστρο της Κούβας, που διατάχθηκαν αρχικά από την κυβέρνηση Κένεντι.
Σήμερα, ο θάνατος έρχεται από ψηλά
Κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα, οι ΗΠΑ έφεραν επανάσταση στη χρήση μυστικών επιθέσεων με drones, όπως έγραψε ο αναλυτής εθνικής ασφάλειας του CNN Peter Bergen, με σκοπό τη δολοφονία υπόπτων τρομοκρατών.
Από τότε η τεχνολογία έχει προχωρήσει. Ο ισραηλινός στρατός (IDF) δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βίντεο από ένα drone που, όπως ισχυρίστηκε, έδειχνε τις τελευταίες στιγμές του Παλαιστίνιου ηγέτη της Χαμάς Γιαχία Σινουάρ, ο οποίος καθόταν μόνος σε ένα βομβαρδισμένο δωμάτιο ενώ το drone αιωρούταν κοντά του.
Δεν είναι σαφές ποια τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε στην επίθεση εναντίον του Χαμανεΐ. Τον περασμένο Ιούλιο, το Ιράν ισχυρίστηκε ότι ένας άλλος Παλαιστίνιος, ο πολιτικός ηγέτης της Χαμάς Ισμαήλ Χανίγια, δολοφονήθηκε στην Τεχεράνη από ένα «βλήμα μικρής εμβέλειας».
Όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν ότι οι δολοφονίες ήταν κακή ιδέα
Η Επιτροπή Τσέρτς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μεταξύ 1960 και 1965 έγιναν τουλάχιστον οκτώ απόπειρες δολοφονίας του Κάστρο, μαζί με απόπειρες από τη μαφία, σύμφωνα με τον συγγραφέα Νταν Μπόχνινγκ.
Τα συμπεράσματά του εκφράζουν την αντίθεση και των δύο κομμάτων στις δολοφονίες. Αναφέρει τον πρόεδρο Τζον Φ. Κένεντι – κάπως ειρωνικά, δεδομένων των προσπαθειών δολοφονίας του Κάστρο και του δικού του θανάτου – να λέει ότι οι ΗΠΑ δεν πρέπει να δολοφονούν ξένους ηγέτες.
«Δεν μπορούμε να εμπλακούμε σε τέτοια πράγματα, αλλιώς θα γίνουμε όλοι στόχοι», είπε ο Κένεντι, σύμφωνα με την έκθεση Τσέρτς.
Περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρονται στην κατάθεση του Ρίτσαρντ Χελμς, ο οποίος συμμετείχε στο πραξικόπημα του 1953 στο Ιράν και σε απόπειρες δολοφονίας της CIA, πριν αναλάβει τη θέση του διευθυντή της. Στην κατάθεσή του, ο Χελμς εξήγησε τόσο την ηθική όσο και την πρακτική αντίθεσή του στις δολοφονίες.
«Αν προσπαθήσετε με τέτοια μέσα να απομακρύνετε έναν ξένο ηγέτη, τότε ποιος θα πάρει τη θέση του στην ηγεσία της χώρας και, στην πράξη, θα είστε σε καλύτερη θέση από ό,τι πριν;», αναρωτήθηκε και ανέφερε ως παράδειγμα τη δολοφονία του Ντιέμ στο Βιετνάμ.
«Όλη αυτή η επιχείρηση αποδείχθηκε μειονεκτική για τις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε ο Χελμς. Την εποχή που έκανε αυτά τα σχόλια, τα χρόνια πριν από την Ισλαμική Επανάσταση, ο Χελμς ήταν πρέσβης των ΗΠΑ στο Ιράν. «Δεν είναι επειδή έχασα την ψυχραιμία μου ή επειδή έχασα το θάρρος μου, απλά επειδή δεν νομίζω ότι είναι μια βιώσιμη επιλογή στις ΗΠΑ σήμερα», εξήγησε για την αντίθεσή του στη δολοφονία.
Τρεις διαδοχικοί πρόεδροι των ΗΠΑ, ο Ρεπουμπλικανός Τζέραλντ Φορντ, ο Δημοκρατικός Τζίμι Κάρτερ και ο Ρεπουμπλικανός Ρόναλντ Ρέιγκαν, υπέγραψαν εκάστοτε εκτελεστικά διατάγματα που καθιστούσαν παράνομη τη συμμετοχή της αμερικανικής κυβέρνησης σε δολοφονίες.
Το διάταγμα του Ρέιγκαν εξακολουθεί να ισχύει τεχνικά, αλλά ο Τραμπ έχει λάβει ευρεία ασυλία από το Ανώτατο Δικαστήριο για τις επίσημες πράξεις του κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τώρα, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία που του δίνεται για να αναδιαμορφώσει το γεωπολιτικό σύστημα, ενεργώντας χωρίς να ζητά την έγκριση του Κογκρέσου και στα δύο ημισφαίρια.

