Ετοιμη στο μεγαλύτερο μέρος της μέχρι το 2027 η «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Κοινοποίηση

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εισήλθε χθες σε λεπτομέρειες σε σχέση με τα εξοπλιστικά που θα γίνουν τα επόμενα 12 χρόνια, ωστόσο ορισμένες αποστροφές, αλλά και το γενικό μακροπρόθεσμο πλαίσιο το οποίο περιέγραψε, αναδεικνύουν σε σημαντικό βαθμό πώς περίπου θα αξιοποιηθούν τα περισσότερα από 27 δισ. ευρώ που έχουν προϋπολογιστεί έως το τέλος του 2036.

Είναι ενδιαφέρον, κατ’ αρχάς, ότι ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να κάνει ονομαστική αναφορά μόνο στο Ισραήλ, σε σχέση μάλιστα με την αντιπυραυλική προστασία. Οπως είπε, η Ελλάδα διαθέτει Patriot, ωστόσο η σημερινή ζήτηση μπορεί να απελευθερώσει κάποιο νέο σύστημα έπειτα από τέσσερα έως πέντε χρόνια. «Οι ευρωπαϊκές δυνατότητες είναι περιορισμένες, το Ισραήλ είναι μια χώρα με την οποία έχουμε στρατηγική συμμαχία και ενδεχομένως μπορεί πιο γρήγορα να μας παρέχει τέτοιες δυνατότητες», είπε ενδεικτικά ο κ. Μητσοτάκης, ουσιαστικά φωτογραφίζοντας τις συζητήσεις που υπάρχουν για την προμήθεια του συστήματος μέσης εμβέλειας Barak της εταιρείας ΙΑΙ, η οποία, υπενθυμίζεται, έχει πλέον παρουσία και στην Ελλάδα (έχει εξαγοράσει προ περίπου δύο ετών την Intracom Defense) για τον ελληνικό «θόλο».


Οπως η «Κ» έχει έγκαιρα αποκαλύψει, ο προϋπολογισμός για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» (άμυνα σε πέντε επίπεδα: αντιβαλλιστικό, αντιαεροπορικό, αντιπλοϊκό, ανθυποβρυχιακό, αλλά και αντι-drone) θα κυμανθεί περίπου στα 2,8 δισ. ευρώ και εκτιμάται ότι το μεγαλύτερο σκέλος της (γεωγραφικά) μπορεί να είναι ολοκληρωμένο μέχρι και το 2027. Την ίδια στιγμή γίνονται συζητήσεις και για το μεγαλύτερης εμβέλειας σκέλος με (IRIS-T) τη γερμανική αμυντική βιομηχανία, ενώ για τις μικρότερες αποστάσεις υπάρχουν ήδη κάποιες λύσεις (αντι-drone) που, μάλιστα, αναμένεται να επεκταθούν πέρα από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου όπου είναι ανεπτυγμένες σήμερα. Μάλιστα, σχεδιάζεται να τοποθετηθούν αντι-drone συστήματα και σε κρίσιμες υποδομές, με πρώτο το στρατόπεδο Παπάγου, δηλαδή το υπουργείο Εθνικής Αμυνας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο των οικονομικότερων λύσεων η Αθήνα σχεδιάζει να προμηθευτεί και αριθμό (πιθανότατα 36) πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών τύπου Puls (της ισραηλινής ELBIT) με έναν προϋπολογισμό περίπου 700 εκατ. ευρώ, τιμή η οποία είναι ευθέως ανταγωνιστική στο σχεδόν διπλάσιο τίμημα που ζητήθηκε για την αναβάθμιση υφισταμένων αντίστοιχων συστημάτων του Στρατού Ξηράς (MLRS m270).


Ο κ. Μητσοτάκης δεν παρέλειψε να αναφερθεί στα προγράμματα της εν συνεχεία υποστήριξης (Follow On Support) διαφόρων οπλικών συστημάτων που κατά προτεραιότητα έχουν επιλεγεί από την κυβέρνηση. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε συγκεκριμένα στα μεταγωγικά αεροσκάφη C-130 και C-27, τα οποία, όπως είπε, έχουν πλέον αυξημένη διαθεσιμότητα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι είναι διαθέσιμα έξι C-130 και έξι C-27, αριθμοί σημαντικά υψηλότεροι σε σύγκριση με εκείνους που καταγράφονταν πριν από έναν χρόνο. ∆εδομένου ότι κατά την περίοδο πριν από το 2020 οι Ενοπλες ∆υνάμεις βρέθηκαν πολύ συχνά αντιμέτωπες με υπερβολικά χαμηλές διαθεσιμότητες αρκετών κρίσιμων συστημάτων (μεταγωγικών αλλά και μαχητικών αεροσκαφών, ελικοπτέρων, μονάδων επιφανείας κ.λπ.), η κυβέρνηση σε συνεργασία με τα γενικά επιτελεία κρίνει ότι οι συμφωνίες εν συνεχεία υποστήριξης είναι κομβικής σημασίας.


Ολα τα παραπάνω συνδέονται και με μια ακόμη λογική. Αυτή της συμμετοχής της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, είτε αυτής που αφορά τα μεγάλα συστήματα είτε του οικοσυστήματος των startups εταιρειών, που επιχειρεί να φέρει σε επαφή με τις ανάγκες των επιτελείων το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ).


Μέρος των πόρων που υπολείπονται έχει ήδη προϋπολογιστεί για την αγορά των πρώτων 20 F-35, των όπλων τους και της μετατροπής της Αεροπορικής Βάσης της Ανδραβίδας σε «φωλιά» των μαχητικών πέμπτης γενιάς. Το κόστος αυτό αγγίζει περίπου τα 4,6 δισ. ευρώ. Επιπλέον, τα επόμενα χρόνια θα υλοποιηθούν οι δαπάνες για τη νέα στολή μαχητή (περίπου 200 εκατ. ευρώ). Και, βεβαίως, η πλέον σημαντική συζήτηση αφορά την ανανέωση του στόλου του Πολεμικού Ναυτικού με μονάδες πέρα από τις τρεις FDI που ήδη ναυπηγούνται στο Λοριάν της Γαλλίας. Υπενθυμίζεται ότι ήδη υπάρχουν συζητήσεις με τους Γάλλους, αλλά και τους Ιταλούς, ενώ στα τέλη της δεκαετίας αναμένεται να ανοίξει ξανά η συζήτηση για νέα υποβρύχια.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα