Η πρώτη μελέτη («Price dependence among the major EU extra virgin olive oil markets») εξετάζει την αλληλεξάρτηση των τιμών παραγωγού μεταξύ Ελλάδας, Ιταλίας και Ισπανίας. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την Ισπανία ως τον κυρίαρχο ηγέτη καθορισμού τιμών (price setter) στη Μεσόγειο, με την ελληνική αγορά να λειτουργεί ως «ακόλουθος», προσαρμοζόμενη μακροχρόνια στις ισπανικές τάσεις. Η Ιταλία εμφανίζεται ως ο βασικός αγωγός μετάδοσης της μεταβλητότητας, αντιδρώντας εντονότερα σε βραχυχρόνια σοκ.
Στο επίκεντρο λοιπόν της πρώτης μελέτης βρίσκεται το μεσογειακό τρίγωνο Ισπανίας–Ιταλίας–Ελλάδας, όχι ως ισότιμο σύστημα, αλλά ως μια ασύμμετρη αλυσίδα ισχύος. Η Ισπανία, με παραγωγή που ξεπερνά το 50% της παγκόσμιας αγοράς, αναδεικνύεται σε απόλυτο ρυθμιστή τιμών: κάθε μεταβολή στη Χαέν της Ανδαλουσίας μεταδίδεται σχεδόν αυτόματα σε όλη τη Μεσόγειο. Η Ιταλία δεν καθορίζει τη μακροπρόθεσμη τάση, αλλά λειτουργεί ως ενισχυτής των κραδασμών, αξιοποιώντας τον ρόλο της ως βασικός εισαγωγέας χύμα ελαιολάδου, κέντρο ανάμειξης, τυποποίησης και παγκόσμιου branding. Η Ελλάδα, τέλος, εμφανίζεται ως ο πιο ευάλωτος κρίκος: δεν οδηγεί τις εξελίξεις, αλλά προσαρμόζεται, συχνά με καθυστέρηση και μεγαλύτερο κόστος για τον τελικό καταναλωτή.
Η δεύτερη μελέτη («Price Connectedness in the Extra Virgin Olive Oil Retail Market in Greece») εστιάζει στην ελληνική αγορά σούπερ μάρκετ. Μέσω ανάλυσης παλινδρόμησης ποσοστημορίων (quantile regressions) στις τελικές τιμές πώλησης σε τέσσερις μεγάλες αλυσίδες, διαπιστώθηκε σημαντική ανομοιογένεια στις στρατηγικές τιμολόγησης. Η ανομοιογένεια αυτή εμφανίζεται σε επίπεδο σούπερ μάρκετ, αλλά και σε επίπεδο προϊόντος. Τα αποτελέσματα δεν υποδεικνύουν συντονισμένη συμπεριφορά, καθώς η αλληλεπίδραση των τιμών ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με το αν οι τιμές είναι χαμηλές ή υψηλές, ενώ παρατηρούνται ασύμμετρες αντιδράσεις μεταξύ των ανταγωνιστών.
Η ανάλυση επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν μακροπρόθεσμες σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων αλυσίδων. Όμως οι βραχυπρόθεσμες κινήσεις είναι πολύπλοκες και ασύμμετρες.
“Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν σημαντική ετερογένεια στην ανταγωνιστική ένταση τόσο εντός όσο και μεταξύ των λιανοπωλητών”, σημειώνει η μελέτη.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Όταν εξετάζεται η πρώτη αλυσίδα:
– Η δεύτερη αλυσίδα την επηρεάζει σταθερά: όταν αυξάνει κατά 1 ευρώ, η πρώτη ακολουθεί με αύξηση 65 λεπτών
– Η τέταρτη αλυσίδα έχει μεγάλη επιρροή όταν οι τιμές είναι χαμηλές (αύξηση 78 λεπτών για κάθε ευρώ), αλλά όχι στις υψηλές τιμές (μόλις 21 λεπτά)
Όταν εξετάζεται η δεύτερη αλυσίδα:
– Η τέταρτη αλυσίδα έχει την ισχυρότερη και σταθερότερη επιρροή σε όλα τα επίπεδα τιμών (από 54 έως 65 λεπτά για κάθε ευρώ)
– Η πρώτη αλυσίδα έχει πολύ μεγάλη επίδραση όταν οι τιμές είναι χαμηλές, αλλά μειώνεται στις μέτριες τιμές
Για την τρίτη αλυσίδα:
– Η πρώτη αλυσίδα ασκεί ισχυρή και σταθερή επίδραση σε όλα τα επίπεδα τιμών
– Η τέταρτη έχει αρνητική σχέση στις χαμηλές τιμές – όταν η μία ανεβαίνει, η άλλη κατεβαίνει
Στο συμπέρασμά τους, οι ερευνητές είναι σαφείς: “Δεν υπάρχουν ενδείξεις συντονισμένης συμπεριφοράς”. Αντίθετα, κάθε αλυσίδα παρακολουθεί διαφορετικούς ανταγωνιστές σε διαφορετικά επίπεδα τιμών.
Τα ερωτήματα που μένουν ανοιχτά
Οι μελέτες εντοπίζουν περιοχές για μελλοντική έρευνα:
– Να συμπεριληφθούν και άλλες χώρες (Πορτογαλία, Τυνησία, Τουρκία)
– Να ληφθούν υπόψη κλιματικά δεδομένα και προβλέψεις συγκομιδής
– Να εξεταστούν διαφορετικές ποιότητες ελαιόλαδου
– Να αναλυθούν οι προσφορές και άλλες μη-τιμολογιακές πτυχές του ανταγωνισμού
Παραμένουν όμως και ευρύτερα ερωτήματα: Γιατί η Ελλάδα, που παράγει το καλύτερο ελαιόλαδο (>80% εξαιρετικά παρθένο), συνεχίζει να εξάγει το 60% της παραγωγής της χύμα; Ποιοι εμποδίζουν την ανάπτυξη ισχυρών ελληνικών brands; Πώς μπορεί η χώρα να μετατραπεί από αυτή που ακολουθεί τις τιμές σε αυτή που τις ορίζει, τουλάχιστον στα premium προϊόντα όπου υπερέχει;

