Φόρτωση Text-to-Speech…
Η ομάδα των 40άρηδων (plus) του 2015 περιμένει ένα νεύμα από τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα για να συνταχθεί και πάλι κάτω από τις φτερούγες του. Eκτός από έναν, τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος του ταραχώδους πρώτου εξαμήνου του 2015 έχει πολύ περισσότερα κοινά με τον πρώην αρχηγό του: έκαναν και οι δύο το πρώτο τους μεγάλο άλμα στην κεντρική πολιτική σκηνή από μια καμπάνια για τον Δήμο Αθηναίων, ενώ και ο ίδιος –όπως και ο Αλέξης Τσίπρας με τον Αλέκο Αλαβάνο– επιχειρεί να ωριμάσει πολιτικά μέσα από την πολιτική πατροκτονία.
Την εβδομάδα που πέρασε, μετά την πολυαναμενόμενη και μάλλον καθυστερημένη διάσπαση της Νέας Αριστεράς, ο Αλέξης Χαρίτσης παραιτήθηκε και ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης ανέλαβε την προεδρία του κόμματος. Ο κύριος λόγος: ο Αλέξης Τσίπρας και η επικείμενη επιστροφή του. Ο Σακελλαρίδης δεν θέλει με τίποτα να ακούει συνεργασία μαζί του και θεωρεί ότι η Νέα Αριστερά μπορεί να έχει καλύτερη τύχη έχοντας μια ξεκάθαρα διακηρυγμένη αυτόνομη πορεία. Ο ίδιος πάντα αισθανόταν πολύ καλύτερα σε μια καθαρή ιδεολογική πορεία, παρά σε υπουργικά κοστούμια. Τα περί Λαϊκού Μετώπου και προοδευτικής συμμαχίας μπορούν να περιμένουν ίσως την τρίτη τετραετία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο νέος πρόεδρος θεωρεί ότι «το μεγάλο πρόβλημα της Νέας Αριστεράς έως τώρα ήταν ότι διαρκώς ετεροπροσδιοριζόταν σε σχέση με το υπόλοιπο πολιτικό γίγνεσθαι».
Τέσσερα κόμματα, πέντε διασπάσεις
Το ανέκδοτο «τέσσερα κόμματα, πέντε διασπάσεις» είναι μάλλον λίγο για να περιγράψει την κατάσταση της Αριστεράς στην Ελλάδα. Παρά τα πολλά προβεβλημένα στελέχη που απαρτίζουν την κοινοβουλευτική της ομάδα, η Νέα Αριστερά είναι κοντά στο να μην ανιχνεύεται πλέον στις δημοσκοπήσεις. Αυτή ήταν η έβδομη διάσπαση κομμάτων και κομματιδίων που προέκυψε από τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ του 2015. Ο νέος πρόεδρος του κόμματος θεωρεί, πάντως, πως «το μεγάλο πρόβλημα της Νέας Αριστεράς έως τώρα ήταν ότι διαρκώς ετεροπροσδιοριζόταν σε σχέση με το υπόλοιπο πολιτικό γίγνεσθαι».

Σημαντικό κομμάτι της δημοσκοπικής της αποτυχίας –μετά και την αποτυχία της στις ευρωεκλογές του 2024– έχει να κάνει με το ότι είχε δώσει την εντύπωση πως είναι ένα κόμμα transit, προσωρινό, του οποίου το ψηφοδέλτιο δεν επρόκειτο να βρεθεί στα παραβάν των επόμενων εκλογών, παρά μόνον ως προσθήκη σε κάτι άλλο: είτε κάποιο «Λαϊκό Μέτωπο», είτε σε επανασυγκόλληση με τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε ως «εξάρτημα» του κόμματος Τσίπρα. Πάντως κάτι που δεν είχε αυτοτέλεια, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό εθεωρείτο μιας χρήσης, με ημερομηνία λήξης.
Οπως αναφέρει, το σημαντικό για τον ίδιο είναι να μπουν οι βάσεις ώστε η Νέα Αριστερά να μπορέσει να δομήσει ένα πολιτικό στίγμα, να γίνει αυτόφωτη και να διεκδικήσει τον χώρο που θεωρεί ότι της αντιστοιχεί στο αριστερό φάσμα. Υποστηρίζει ότι καμία συζήτηση δεν έχει γίνει με το ΜέΡΑ25 για κοινή πορεία, παρά τις φήμες, ενώ τον Γιάνη Βαρουφάκη «από τον Ιούλιο του ’15 που έφυγε από το Μαξίμου και χάθηκε με τη μηχανή στη νύχτα, τον έχω πετύχει σε μια εκδήλωση και ανταλλάξαμε ένα “γεια”». Σε πρώτη φάση τουλάχιστον, ο ίδιος θα στηρίξει μια αυτόνομη πορεία του κόμματος, καθώς, όπως δεν αποδέχθηκε τις προτάσεις του τέως προέδρου Αλέξη Χαρίτση, θα ήταν στρατηγικό λάθος να τις επιχειρήσει και με την αριστερή πλευρά.
Μα πώς θα μπορούσε να γίνει σύμπραξη των δύο; Θα μπορούσε ο Γιάνης Βαρουφάκης να συνυπάρξει με τον αντικαταστάτη του στο υπουργείο Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο; «Καταλαβαίνω ότι υπάρχει μια καθήλωση γύρω από την περίοδο της διακυβέρνησης», απαντάει ο Σακελλαρίδης. «Αν μπαίναμε σε συζήτηση απολογισμού του πρώτου εξαμήνου, θα είχα κι εγώ πάρα πολλά να θυμηθώ. Δεν θα ξεχνούσα ούτε ότι το 70% του μνημονίου ήταν καλό και το 30% κακό ούτε ότι (ο Βαρουφάκης) ήταν υπέρ της ιδιωτικοποίησης του ΟΣΕ και τώρα δηλώνει αντίθετος. Να μιλήσουμε για όλα αν είναι να μιλήσουμε για εκείνη την περίοδο, αλλά θεωρώ ότι πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά. Οι μεγάλες προκλήσεις είναι μπροστά, υπάρχει ιστορικό ζήτημα για την Αριστερά να συνεχίσει να υπάρχει».
Συντριβή και αγρανάπαυση
Ο Σακελλαρίδης σε γενικές γραμμές είχε μείνει μακριά από την κεντρική πολιτική σκηνή για οκτώ χρόνια, από την παραίτησή του το 2015, μέχρι την υποψηφιότητά του στις ευρωεκλογές με τη Νέα Αριστερά. Η επιστροφή δεν ήταν εύκολη απόφαση και ο Αλέξης Χαρίτσης τον πίεσε για μήνες μέχρι να πει τελικά το ναι, στο παρά πέντε των εκλογών. Ο ίδιος από το καλοκαίρι του 2015 είχε πει στον Αλέξη Τσίπρα ότι δεν ήθελε να είναι ξανά υποψήφιος. Αυτός επέμεινε και τελικά αποφάσισε να κατέβει, αλλά να παραιτηθεί μετά τις εκλογές χωρίς να δημιουργήσει πρόβλημα.
Ο Τσίπρας τον Σεπτέμβριο του πρότεινε μια σειρά από υπουργεία. «Τα πάντα όλα! Ολα τα υπουργεία πέρασαν από μπροστά μου. Είπα όχι, έμεινα δύο μήνες και αποχώρησα». «Ενιωσα την ήττα μέσα μου», περιγράφει. «Ψήφισα το μνημόνιο γιατί θεωρούσα ότι είχα προσωπική ευθύνη. Θεωρούσα τον εαυτό μου κομμάτι αυτής της συλλογικής ταυτότητας και δεν μπορούσα να βγάλω την ουρά μου απέξω, αλλά την ίδια στιγμή καταλάβαινα ότι αυτό είναι το τέλος. Ενιωσα τη συντριβή, με όρους νίκης-ήττας. Εχασα».

Στη συνέχεια οι προτάσεις για επιστροφή στην πολιτική, πολλές. Τελικά είπε το «ναι» στις ευρωεκλογές του 2024, όπου η Νέα Αριστερά δεν κατάφερε να εκλέξει ευρωβουλευτή. Πάντως, ο Αλέξης Χαρίτσης από τότε μιλούσε για την ανάγκη συγκρότησης λαϊκού μετώπου με τη Νέα Αριστερά σε ρόλο καταλύτη ευρύτερων διεργασιών και συγκλίσεων. Οπότε δεν ήταν αυτός που άλλαξε στάση. «Αλήθεια είναι», λέει ο Σακελλαρίδης. «Εγώ απλώς συνειδητοποίησα πολύ γρήγορα ότι η πολιτική αυτή είναι αδιέξοδη και ατελέσφορη».
Η πρώτη δημόσια ρήξη ήταν πέρυσι τον Απρίλιο σε μια κεντρική επιτροπή, όταν το προεδρείο πρότεινε συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ. Η διαφωνία μεταξύ πλειοψηφίας και προέδρου έκτοτε βάθαινε και ο Χαρίτσης είχε να διαχειριστεί έναν ιδιαίτερα άχαρο ρόλο.
«Εχω αυτοπεριοριστεί και αυτολογοκριθεί πολλές φορές, σε βαθμό που μετανιώνω, για τη θέση μου για τα ζητήματα που αφορούν τις συμμαχίες», λέει ο Σακελλαρίδης. «Πέρασε από το μυαλό μου να αποχωρήσω πάλι, αλλά ένιωσα ότι σ’ αυτή τη φάση που βρίσκεται η Αριστερά στην Ελλάδα, έχει νόημα να υπερασπιστώ μια άποψη που σε μεγάλο βαθμό θα μπορούσε να δημιουργήσει μια θετική δυναμική».
Γιατί όχι με Τσίπρα;
Ο Σακελλαρίδης αυτή τη στιγμή δίνει μια επίφαση νεότητας σε ένα κόμμα όπου τα στελέχη που μένουν, μετά τη διάσπαση, είναι οι άλλοτε σοφοί γέροντες του ΣΥΡΙΖΑ. Ομως κατ’ αυτόν το πρόβλημα είναι περισσότερο η στόχευση που είχε το κόμμα για συμμετοχή σε μια πιθανή προοδευτική διακυβέρνηση. «Είναι ένα κόμμα με δυσκολία απεύθυνσης στη νεολαία, αλλά έχει να κάνει και με τη γραμμή έως τώρα. Περιοριζόταν αποκλειστικά γύρω από μια σφαίρα της λεγόμενης προοδευτικής διακυβέρνησης και διαχείρισης, κάτι που στερείτο οράματος και αποκοπτόταν και από τα ευρύτερα ακροατήρια της νεολαίας, τα πιο ριζοσπαστικά κοινά».
Για τον Σακελλαρίδη, οι λόγοι που το νέο κόμμα Τσίπρα δεν μπορεί να αποκτήσει δυναμική «έχουν να κάνουν με το παρελθόν του και με τον τρόπο που χειρίζεται το παρόν του».
Αυτό, προσθέτει, δεν είναι εξ ορισμού λάθος· «όταν λες κάτι που είναι σωστό τη λάθος στιγμή, τότε γίνεται λάθος». Εξηγεί πως όταν ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε για προοδευτική διακυβέρνηση το 2012 «ήταν το σωστό timing, υπήρχαν οι συνθήκες, ο κοινωνικός αναβρασμός και ένα διεθνές περιβάλλον όπου όταν το έλεγες, φαινόταν ρεαλιστικό σχέδιο». Σήμερα όμως, σημειώνει, «δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια κυβέρνηση της Αριστεράς, θεωρώ ότι είναι λάθος μήνυμα και μέσα στην έλλειψη ρεαλισμού χάνει και όποιους δυνητικούς αποδέκτες, κάτι που αντανακλάται και στα δυνητικά μας ποσοστά».
«Αν φαινόταν ότι ο Τσίπρας ανέπτυσσε μια δυναμική και έπειθε ευρύτερα ακροατήρια πως αυτός είναι ο εκλεκτός και θα επικρατούσε ένα πραγματικό και ουσιαστικό διακύβευμα ανατροπής του Μητσοτάκη σ’ αυτές τις εκλογές, εγώ θα σιωπούσα και θα καταλάβαινα απολύτως αυτό το επιχείρημα του προοδευτικού κόσμου. Αν πίστευα ότι θα μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε να αποκτήσει δυναμική, και τότε θα το συζητούσα. Ομως, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, ο Τσίπρας δεν έχει αυτή τη δυναμική. Φαίνεται να μην μπορεί να την αποκτήσει, για λόγους βαθιά δομικούς που έχουν να κάνουν με το παρελθόν του και με τον τρόπο που χειρίζεται το παρόν του».
Ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, λέει ο Σακελλαρίδης, «είναι ο αρχιτέκτονας της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το αριστερό ημισφαίριο, έχει το ownership, όπως λέγαμε στα μνημόνια, για τα καλά και τα κακά. Σήμερα βιώνουμε τα επίχειρα των κακών». Ο ίδιος δεν θεωρεί ότι ο Τσίπρας έφερε τον Στέφανο Κασσελάκη, «όμως η Κασσελακειάδα βρήκε γόνιμο έδαφος, το οποίο είχε καλλιεργηθεί γύρω από μια αντίληψη που είχε εμποτίσει τον ΣΥΡΙΖΑ: θέλουμε ένα λαμπερό πρόσωπο μπροστά και δεν έχουν σημασία το περιεχόμενο της πολιτικής και η ιδεολογική αντιπαράθεση με τη Δεξιά. Η ευρύτερη αποπολιτικοποίηση που επικράτησε μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, ο χυλός που έφτιαξε ο Τσίπρας με μεταγραφές αλήστου μνήμης, αυτό θεωρώ ευθύνη του Τσίπρα».
Ο Σακελλαρίδης αναγνωρίζει την επιρροή που εξακολουθεί να έχει ο Τσίπρας στα στελέχη που ανέδειξε από τη γενιά του, ακόμη και τρία χρόνια μετά την παραίτησή του. «Θεωρώ ότι σε πολλούς από τη γενιά μου ασκεί μεγάλη επιρροή. Εγώ το έχω ξεπεράσει γιατί δεν νιώθω ούτε την έλξη ούτε το μίσος για προδοσία που νιώθουν κάποιοι άλλοι από τη γενιά που μπορεί να ήταν παιδιά του. Είμαι αρκετά ισορροπημένος μέσα μου, απέναντι στον Τσίπρα, μπορώ να ξεχωρίσω το προσωπικό από το πολιτικό. Κρατάω πόσο με στήριξε και με έβγαλε μπροστά. Δεν θεωρώ ότι επειδή του κάνω πολιτική κριτική είμαι αχάριστος».
Σοκ χωρίς διδάγματα
Οταν πήγε στη Νέα Αριστερά θεωρούσε σε μεγάλο βαθμό ότι, μέσα από το σοκ Κασσελάκη, υπήρξε η συνειδητοποίηση για το τι είχε πάει λάθος το προηγούμενο διάστημα. «Τελικά, δεν είμαι σίγουρος αν υπήρχε. Αντιλαμβάνομαι ότι η διαδικασία της διακυβέρνησης άλλαξε κόσμο, όχι στο πλαίσιο ηθικού εκμαυλισμού, αλλά στο τι είναι κοινωνική χρησιμότητα στην πολιτική».
Ο ίδιος, δηλαδή, αισθάνεται καλύτερα σε ένα μικρό κόμμα, που ανταποκρίνεται στην ιδεολογία του, χωρίς προοπτικές διακυβέρνησης; «Δεν είναι ζήτημα μεγέθους κόμματος. Αισθανόμουν υπεράνετος και έμπαινα στη φωτιά και στη μάχη το πρώτο εξάμηνο του 2015, όταν ένιωθα ότι ήμουν εντάξει με τη συνείδησή μου», λέει. «Θεωρώ ταυτόχρονα ότι δεν είμαι δογματικός και άτεγκτος.
Αν για κάποια πράγματα πρέπει να βάλω νερό στο κρασί μου, θα το κάνω. Αν υπάρχει νόημα, όμως. Λόγος». Αλλωστε, λέει ότι η Αριστερά δεν πρέπει να εγκλωβίζεται γύρω από τη διεκδίκηση μιας κοινωνικής χρησιμότητας μέσα από τη διακυβέρνηση, η κοινωνική της χρησιμότητα έχει να κάνει με την ενίσχυση των αντιστάσεων μέσα στην κοινωνία, να υπάρξουν συλλογικότητες που θα πιέσουν». Τι πίεση μπορεί να ασκήσει μια «συλλογικότητα» που αψηφά το «μέγεθος»;


