Γιώργος Βασιλείου (1931-2026): Ευρωπαϊστής, μεταρρυθμιστής, «outsider»

Κοινοποίηση

Ηταν απίθανο να συναντήσεις τον Γιώργο Βασιλείου και να μη γοητευθείς από την προσωπικότητά του. Οταν, πριν από αρκετά χρόνια, τον επισκέφθηκα ως κοσμήτορας του Πανεπιστημίου Κύπρου για σημαντική οικονομική δωρεά του στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, θυμάμαι πόσο πρόσχαρος, σπινθηροβόλος και καλλιεργημένος ήταν. Σε κέρδιζε με την αμεσότητά του. Η συζήτησή μας σύντομα στράφηκε και στην πολιτική. Διανθίζοντας τις απόψεις του με αναφορές σε διεθνή πολιτικά πρόσωπα, με έκανε να θυμηθώ ότι η πολιτική δεν είναι μόνον απρόσωπες δυνάμεις, αλλά και δρώντες ηγέτες που παίρνουν (ή δεν παίρνουν) αποφάσεις, αναλαμβάνουν (ή όχι) πρωτοβουλίες και διαχειρίζονται προβλήματα.

Η εκλογή του ως ανεξάρτητου υποψηφίου (με τη ρηξικέλευθη υποστήριξη του ΑΚΕΛ, του κόμματος της κομμουνιστικής Αριστεράς) στη θέση του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1988 ήταν ριπή φρέσκου αέρα σε ένα αραχνιασμένο πολιτικό σύστημα. Ο Βασιλείου δεν ήταν επαγγελματίας πολιτικός, αλλά ένας μορφωμένος, πολύγλωσσος και κοσμοπολίτης επιχειρηματίας, με κοινωνική ευαισθησία και πραγματισμό. Η θητεία του (1988-1993) ενεργοποίησε διαδικασίες εν υπνώσει, επιτάχυνε αργόσυρτες εξελίξεις και παρήγαγε γεγονότα. Ο Γιώργος Βασιλείου ήταν ο Κώστας Σημίτης της Κύπρου – εκσυγχρονιστής, ορθολογικός, οραματικά πραγματιστής· άνθρωπος των έργων, όχι της μεγαλόστομης ρητορείας.

Γεννήθηκε στην Αμμόχωστο στις 20 Μαΐου 1931. Ο πατέρας του ήταν οφθαλμίατρος και η ελληνικής καταγωγής μητέρα του (από τη Βυτίνα) οδοντίατρος. Εζησε τα παιδικά του χρόνια στη Μυτιλήνη. Η οικογένεια μετακινήθηκε στην Κύπρο όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο ελληνικός εμφύλιος καθόρισε τη ζωή του. Οι γονείς του εντάχθηκαν στον Δημοκρατικό Στρατό και κατέληξαν πολιτικοί πρόσφυγες στην Ουγγαρία, ενώ, για δώδεκα χρόνια, εκτοπίσθηκαν στην Τασκένδη, έχοντας πέσει στη δυσμένεια του Ζαχαριάδη. Ο Γιώργος εγκατέλειψε τις σπουδές Ιατρικής στη Γενεύη προκειμένου να βρίσκεται κοντά στην οικογένειά του στη Βουδαπέστη. Σε δύσκολες οικονομικά συνθήκες, εργάστηκε αρχικά ως τορναδόρος. Ο εργοδότης του, εκτιμώντας τον χαρακτήρα του, τον βοήθησε να σπουδάσει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, όπου πήρε και το διδακτορικό του.

Ως φοιτητής συμμετείχε στην Ουγγρική Επανάσταση του 1956. Η ζωή σε κομμουνιστικό καθεστώς τον έκανε να εκτιμήσει την αξία της ελευθερίας, χωρίς να μετατραπεί σε άκριτο απολογητή της αγοράς. Αν και απέφευγε ιδεολογικές συζητήσεις, είχε σοσιαλδημοκρατικά ένστικτα. Εργάστηκε ως οικονομολόγος στο Λονδίνο και ειδικεύθηκε σε έρευνες αγοράς. Το 1962, επιστρέφοντας στην Κύπρο, ίδρυσε το περίφημο Κέντρο Ερευνών Μέσης Ανατολής (ΚΕΜΑ), τον μεγαλύτερο οργανισμό ερευνών και συμβουλευτικών υπηρεσιών της Μέσης Ανατολής.

Το επιχειρείν δεν ήταν η μόνη έγνοια του Βασιλείου. Ενδιαφερόταν για τα κοινά με τη συμμετοχή του σε εμπορικά επιμελητήρια και τον οικονομικό σχολιασμό σε ΜΜΕ. Με την πολιτική ασχολήθηκε ως «outsider». Ηξερε ότι το ποιος και πώς κυβερνά είναι μείζον θέμα για την ευημερία μιας χώρας.

Η οπτική γωνία του «outsider» τού έδωσε ανεξαρτησία και φρεσκάδα. Οταν άλλοι χρονοτριβούσαν, φλυαρούσαν ή απέφευγαν ακανθώδη θέματα, ο Βασιλείου τα αναδείκνυε. Δεν συμμεριζόταν τα αυτονόητα των επαγγελματιών της πολιτικής – το ρουσφέτι, τον κομματικό έλεγχο του κράτους, τον κούφιο και υποκριτικό πατριωτισμό, τους στενούς νοητικούς ορίζοντες, τη θεσμική ακινησία.

Τα δικά του αυτονόητα ήταν άλλα: αν δεν διαλεχθούμε ειλικρινώς με την τουρκοκυπριακή πλευρά, πώς θα λύσουμε το Κυπριακό; Αν η δημοσιονομική πολιτική δεν είναι πειθαρχημένη, πώς θα κάνουμε κοινωνική πολιτική; Αν δεν εκσυγχρονίσουμε το κράτος, πώς θα έχουμε βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και αποτελεσματική διαχείριση των συλλογικών προβλημάτων; Αν η χώρα δεν έχει δικά της πανεπιστήμια, πώς θα αναπτυχθεί επιστημονικά και πολιτισμικά; Η αξία του συμπεριληπτικού εκσυγχρονισμού για το κοινό καλό προσανατόλιζε τον πραγματισμό του.

Ηταν ο ηγέτης που εκτιμούσαν περισσότερο οι Τουρκοκύπριοι. Εργάστηκε με σθένος για να χτίσει γέφυρες μαζί τους, προωθώντας την ομοσπονδιακή λύση. Πίστευε ότι έφτασε κοντά στη λύση του Κυπριακού και ότι, αν επανεκλεγόταν, το 1993, ίσως τα κατάφερνε.

Συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό του κράτους, σπάζοντας τον μονοκομματικό έλεγχό του. Δεν κατάφερε να ξεριζώσει, όμως, τον κομματισμό και το ρουσφέτι, τα οποία απέκτησαν διακομματικό (όχι στενά μονοκομματικό) χαρακτήρα. Προώθησε τη φορολογική μεταρρύθμιση και ίδρυσε νέους θεσμούς, όπως ο επίτροπος Διοικήσεως, η Κυπριακή Ακαδημία Δημόσιας Διοίκησης, η Αστυνομική Ακαδημία και, εμβληματικά, το Πανεπιστήμιο Κύπρου (1989). Η ίδρυση του πρώτου δημόσιου πανεπιστημίου ήταν μείζων τομή. Οι εθνικιστές δεν το ήθελαν διότι πίστευαν ότι θα αποκοπτόταν ο κυπριακός ελληνισμός από την Ελλάδα. Ο ίδιος, οικουμενικός Ελληνας και Ευρωπαίος Κύπριος, προσπερνούσε με χαμόγελο τη μικρόνοια. Θεωρούσε αυτονόητο ότι μια ανεξάρτητη χώρα πρέπει να έχει δικό της πανεπιστήμιο.

Αν και η ίδρυση πανεπιστημίου ήταν υπό μελέτη από το 1978, ουδέν συνέβη μέχρι την εκλογή του. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι μερίμνησε, με τον υπουργό Παιδείας Ανδρέα Φιλίππου, το Πανεπιστήμιο Κύπρου να στηθεί και να λειτουργήσει σωστά, ακολουθώντας, ουσιαστικά, αγγλοαμερικανικές προδιαγραφές – εξωστρέφεια, αξιοκρατία, καλή διακυβέρνηση και διοίκηση, χωρίς κομματικές παρεμβολές. Ηταν ένα θεσμικό επίτευγμα σε μια χώρα με παράδοση στον κομματισμό, στο κολλητιλίκι και στον ψευδεπίγραφο πατριωτισμό. Η διεθνής καταξίωση του Πανεπιστημίου Κύπρου γέμιζε τον Βασιλείου υπερηφάνεια.

Η έμφυτη γεωπολιτική εξωστρέφειά του και τα εκσυγχρονιστικά του ένστικτα τον έκαναν να εκτιμήσει την τεράστια σημασία της εισόδου της Κύπρου στην Ε.Ε. Την προώθησε με αποφασιστικότητα, καταθέτοντας αίτηση ένταξης το 1990. Αργότερα, με μια πράξη πολιτικής γενναιότητας, ο τότε πρόεδρος Κληρίδης τον έχρισε επικεφαλής της κυπριακής ομάδας για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Το υψηλό κύρος του Βασιλείου στην Ευρώπη και η τεχνοκρατική επάρκειά του διασφάλισαν ταχεία και επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων.

Στα απομνημονεύματά του (2017), ο Γιώργος Βασιλείου καταθέτει τις σκέψεις του περί πολιτικής ηγεσίας. Θεωρεί ότι ο ηγέτης πρέπει να έχει αίσθηση των «πραγματικών δυνατοτήτων» της χώρας, να χτίζει διεθνείς συμμαχίες, να αξιοποιεί τον πολιτικό χρόνο, να εννοεί αυτά που λέει, να ξέρει να συμβιβάζεται όταν πρέπει, να είναι τολμηρός στην ανάληψη αποφάσεων. Είναι χρήσιμη παρακαταθήκη για εκσυγχρονιστές πολιτικούς που θα ήθελαν να μάθουν. Εφυγε πλήρης ημερών, με την αγαπημένη του σύζυγο Ανδρούλα και τα παιδιά του στο πλάι του, έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη ενέργεια, δημιουργικότητα και προσφορά στην πατρίδα.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα