Το 1970 η Φίνος Φιλμ ετοίμαζε την ταινία «Οι Αμαρτωλοί» με τον Νίκο Κούρκουλο και τη Ζωή Λάσκαρη, όμως το αρχικό σχέδιο δεν προχώρησε. Ο Γιάννης Δαλιανίδης πρότεινε στον Φιλοποίμενα Φίνο να γυριστεί η ταινία ασπρόμαυρη, με μικρότερο κόστος και νέους ηθοποιούς. Έτσι βρέθηκαν ο Χρήστος Νομικός και η Μπέτυ Λιβανού.
«Θέλουμε πολύ να συνεργαστούμε. Δεν θα πληρωθείτε, μια και θα είναι η πρώτη σας ταινία, όμως θα είστε πρωταγωνίστρια», της είπαν.
«Σας ευχαριστώ, δεν ενδιαφέρομαι. Από τη δουλειά που κάνω κερδίζω αρκετά χρήματα και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να εργαστώ αμισθί. Αλλωστε, δεν έχω το ψώνιο να γίνω ηθοποιός. Λοιπόν, σας ακούω: ποια θα είναι η αμοιβή μου;» απάντησε.
Η συμφωνία έκλεισε στις 20.000 δραχμές και σε συμβόλαιο για τρεις ταινίες τον χρόνο. Παρότι η πρώτη ταινία δεν σημείωσε εμπορική επιτυχία, μια νέα σταρ είχε ήδη γεννηθεί.
Πενήντα τέσσερα χρόνια αργότερα, παραμένει ενεργή στον χώρο, όχι από φιλοδοξία –όπως λέει– αλλά «εξαιτίας της επιμονής των άλλων ότι έπρεπε να γίνει ηθοποιός». Με πολλά «όχι» και επιλεγμένα «ναι».
«Κατά καιρούς, για να μην αναγκαστώ να κάνω πράγματα που δεν μου άρεσαν, προτιμούσα να κάνω άλλες δουλειές. Για ένα μεγάλο διάστημα, για παράδειγμα, είχα το δικό μου εργαστήριο με κοσμήματα και δερμάτινα είδη».
Από τα πρόσφατα «ναι» ήταν η συμμετοχή της στη σειρά της ΕΡΤ «Η Παραλία», στον ρόλο της Νικολίνας.
– Δεν μοιάζετε καθόλου με τη Νικολίνα…
– Ευτυχώς όχι! (Γέλια) Είναι άνθρωπος σκληρός, που λειτουργεί υπόγεια και υπολογιστικά. Τίποτα κοινό δεν έχουμε, λοιπόν, μόνο τη γνώση για τα βότανα. Μολονότι είμαι παιδί της πόλης, έχω απεριόριστη αγάπη για τη φύση και μάλιστα θυμάμαι πότε και πώς γεννήθηκε: ήμουν δώδεκα ετών, μπήκα σε μια αυλή στην Κρήτη και με «χτύπησε» για πρώτη φορά η μεθυστική μυρωδιά από ένα φούλι, αραβικό γιασεμί όπως λέγεται. Μαγεύτηκα. Από τότε, η επαφή με το χώμα είναι για μένα το καλύτερο ηρεμιστικό, με γειώνει. Πριν με βγάλει ο δρόμος μου στην ηθοποιία, ήθελα να γίνω γεωπόνος. Ευτυχώς, με τον Γιώργο (σ.σ. τον σκηνοθέτη Γιώργο Πανουσόπουλο, τον σύζυγό της) ζήσαμε για πολλά χρόνια σε μονοκατοικίες με κήπο, στην Αίγινα και στην Παιανία. Είχαμε το μποστάνι και τις ελιές μας. Κάθε πρωί έπαιρνα τον καφέ μου και έβγαινα να δω ένα ένα τα δέντρα και τα φυτά μου. Τα χάιδευα, τους μιλούσα, τα καμάρωνα, προσπαθούσα να καταλάβω τι χρειαζόταν το καθένα για να τα φροντίσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
– Υπήρξατε η τελευταία ανακάλυψη της Φίνος Φιλμ. Τι άνθρωπος ήταν ο Φίνος;
– Ηρεμος και λιγομίλητος, όμως ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Τον σεβόμουν βαθιά. Είχε ένστικτο για το τι θα πετύχει εμπορικά, αλλά εκτιμούσε και την ποιότητα. Θυμάμαι ότι πριν βγει στις αίθουσες «Η αμαρτία της ομορφιάς», μου είπε: «Με συγκίνησες και δεν συγκινούμαι εύκολα». Τότε το άκουσα σαν φιλοφρόνηση. Χρόνια μετά κατάλαβα το βάρος του.
– Νοσταλγείτε εκείνη την εποχή;
– Δεν νοσταλγώ το παρελθόν. Κοιτάζω μπροστά. Οταν βλέπω παλιές ταινίες μου –σπάνια– σκέφτομαι μόνο ότι ήμουν ένα πολύ ωραίο κορίτσι. (Γέλια) Η αναγνωρισιμότητα ήρθε ακαριαία, αλλά πλήρωσα τίμημα: έπαθα αγοραφοβία. Με τον χρόνο το ξεπέρασα.
– Η ομορφιά σκεπάζει το ταλέντο;
– Το συμπληρώνει, αν υπάρχει. Από μόνη της είναι πρόσκαιρη. Δεν γαντζώθηκα ποτέ στη νεότητα. Δεν με τρομάζουν οι ρυτίδες. Λυτρώθηκα όταν άφησα τα μαλλιά μου φυσικά. Ολες οι γυναίκες έχουμε δικαίωμα να γεράσουμε με ηρεμία και αξιοπρέπεια. Το να μην εξοικειώνεσαι με τον χρόνο σε δηλητηριάζει μέρα με τη μέρα.
– Τι κρατά έναν γάμο πέντε δεκαετιών;
– Η αγάπη, ο σεβασμός και ο θαυμασμός. Οι σχέσεις αλλάζουν, ωριμάζουν. Αν αποδεχτείς την εξέλιξή τους και δεν τις πιέζεις, αντέχουν.
– Από τους νεότερους σκηνοθέτες ποιον ξεχωρίζετε;
– Τον Γιώργο Λάνθιμο. Η αισθητική του είναι κορυφαία. Ο «Κυνόδοντας» δεν μου άρεσε, αλλά το «Poor things» το βρήκα εξαιρετικό. Είναι δημιουργός ξεχωριστός και ασταμάτητος.
Τα παιδικά χρόνια και τα πρώτα βήματα
«Μεγάλωσα στην Ακαδημία Πλάτωνος. Η μητέρα μου ήταν νοικοκυρά, ο πατέρας μου ορθοπεδικός. Χώρισαν νωρίς. Τον ξαναείδα στα δώδεκά μου. Δεν είχαμε πολλά κοινά. Η μητέρα μου με άφησε ελεύθερη και αυτό με έκανε υπεύθυνη. Από μαθήτρια δούλευα στη διαφήμιση και έκανα μόντελινγκ. Δεν μου ταίριαζε· υπήρχε ανταγωνισμός κι εγώ δεν ήμουν έτσι».

Η συνάντηση με θέα την Ακρόπολη
Στο roof garden του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρεταννία» κοιτούσε την Ακρόπολη και σχολίαζε: «Εχεις την εντύπωση πως αν απλώσεις το χέρι σου θα αγγίξεις την Ακρόπολη!».
Συζητώντας για τα επόμενα σχέδιά της, αποκάλυψε: «Εχω ήδη γράψει, για ταινία, που όμως δεν πρόκειται να γυριστεί ποτέ, γιατί θα είναι μεγάλο το κόστος. Ο τίτλος εργασίας είναι “Οι εξωγήινοι είμαστε εμείς”: είμαστε δηλαδή άφθαρτα πλάσματα από έναν άλλο πλανήτη, που υπάρχουμε σε μορφή ενέργειας και ερχόμαστε στη Γη για να ζήσουμε μια περιπέτεια· σαν ένα ταξίδι, που τελειώνει με τον θάνατό μας. Μετά επιστρέφουμε στον πλανήτη μας. Εχω όμως στα σκαριά και ένα τηλεοπτικό σενάριο. Αυτό έχει πιο πολλές πιθανότητες να υλοποιηθεί…»

