Φόρτωση Text-to-Speech…
Η διεθνής αναταραχή ευνοεί τη συσπείρωση γύρω από το κυβερνών κόμμα και αυτό επιβεβαιώνεται ήδη δημοσκοπικά. Ο Ζαχαρίας Ζούπης, διευθυντής ερευνών της Opinion Poll, που αποτύπωσε τον θετικό αντίκτυπο για τη Ν.Δ., δεν θεωρεί ότι αυτή η τάση θα ανατραπεί εφόσον οι πολεμικές συγκρούσεις παραταθούν. Αν και αναγνωρίζει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα επηρεάσουν την πολιτική ατμόσφαιρα, εκτιμά ότι η κοινή παραδοχή για το εξωγενές αίτιο της κρίσης ωφελεί την κυβέρνηση, εφόσον κάνει ό,τι πρέπει για τη στήριξη των πιο ευάλωτων και για την καταπολέμηση φαινομένων αισχροκέρδειας.
Ο Ζαχαρίας Ζούπης, διευθυντής ερευνών της Opinion Poll, δεν θεωρεί ότι η τάση ενίσχυσης της Ν.Δ. θα ανατραπεί εφόσον οι πολεμικές συγκρούσεις παραταθούν.
Αντιθέτως, ο αναπληρωτής καθηγητής στο ΠΑΜΑΚ Γιάννης Κωνσταντινίδης πιστεύει ότι «ο πόλεμος κανονικοποιείται από ένα σημείο και μετά, οπότε ο φόβος θα αντικατασταθεί από τη δυσφορία για το μέγα θέμα της ακρίβειας. Με άλλα λόγια, θα υποχωρήσει το συναισθηματικό φορτίο και θα μείνει το πρακτικό πρόβλημα».

«Η διεθνής εξέλιξη βοηθάει την κυβέρνηση», κατά τον Δημήτρη Σεβαστάκη, καθηγητή στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, ο οποίος εξηγεί: «Μετά την πανδημία και τη ροή τεράστιων (απολύτως ανεπένδυτων στρατηγικά) χρηματοδοτήσεων, μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας όπου το ερώτημα “σωστή ή λάθος πλευρά της Ιστορίας” μεταμφίεσε τη συμπυκνωμένη εθνική αυτοσυντήρηση, ο πόλεμος Ιράν – Ισραήλ/ΗΠΑ ενισχύει ακόμη περισσότερο τη συσπείρωση, όχι την τόλμη ψήφου. Το “έχουμε κάτι”, “ας μη διακινδυνεύσουμε τη χειροτέρευσή του μέσα στη θύελλα”, ενισχύεται».

Η ανάλυση του Ανδρέα Στεργίου, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκών Θεσμών στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κατόχου της έδρας Jean Monnet on EU Climate and Energy Policies and the Eastern Mediterranean, έχει ως εξής: «Η τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα αναμένεται να περιστραφεί γύρω από τα εξής ζητήματα:
α) Τη διαχείριση της μίνι, προς το παρόν, ενεργειακής και κατά συνέπεια και οικονομικής κρίσης για μεγάλα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.
β) Την ικανότητα της κυβέρνησης όχι μόνο να ανακουφίσει τους ευάλωτους, αλλά και να περιορίσει τα φαινόμενα κερδοσκοπίας.
γ) Τη θέση των πολιτικών κομμάτων απέναντι στα παραδοσιακά αρνητικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας εναντίον του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Το πώς η κυβέρνηση θα ελιχθεί μεταξύ της διατήρησης της ελληνοαμερικανικής συμμαχίας που προσπαθεί, όχι πάντα με ορθολογικό τρόπο, να καλλιεργήσει και της αυτονόητης υποχρέωσης να υπερασπιστεί το διεθνές δίκαιο (συμβατικό και εθιμικό), που καταπατήθηκε βάναυσα από τις ΗΠΑ (το Ισραήλ έχει μια διεθνοδικαιική νομιμοποίηση για τον συγκεκριμένο πόλεμο), αναμένεται να προκαλέσει πολιτικές συγκρούσεις».
Ο αναπληρωτής καθηγητής στο ΠΑΜΑΚ Γιάννης Κωνσταντινίδης εκτιμά ότι «ο φόβος θα αντικατασταθεί από τη δυσφορία για το μέγα θέμα της ακρίβειας».
Ο σημαντικότερος κίνδυνος
Για τον Παύλο Ελευθεριάδη, καθηγητή Νομικής στα πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης και της Οξφόρδης, σημαντικότερος κίνδυνος «από τον (παράνομο και αχρείαστο) πόλεμο του προέδρου Τραμπ εναντίον του Ιράν είναι η αστάθεια στην τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Η άνοδος της τιμής τους θα προκαλέσει πρόσθετο πληθωρισμό στην Ελλάδα, κάνοντας τον απλό κόσμο ακόμη φτωχότερο, ενώ η ΕΚΤ ενδέχεται να ανεβάσει τα επιτόκια για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό – εμποδίζοντας τις όποιες επενδύσεις».
Πιστεύει επίσης ότι «η κανονικοποίηση της βίας και της διαφθοράς από την κυβέρνηση Τραμπ θα κάνει πολύ κακό στην Ευρώπη, αφού θα στρέψει τα συντηρητικά και τα ακροδεξιά κόμματα, ούτως ή άλλως δεκτικά προς τον “ρεαλισμό” ή κυνισμό, ακόμη περισσότερο προς τον οπορτουνισμό, την αναζήτηση ολιγαρχικών συμμαχιών με επιχειρηματίες, αλλά και την επιθετικότητα προς φανταστικούς εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς». Και συνεχίζει: «Ο πρόεδρος Τραμπ κανονικοποιεί το μίσος –προς τους ξένους, προς το Ισλάμ, προς τους φτωχούς, προς τους διαφορετικούς, προς τα πανεπιστήμια και τους δικαστές– και αυτό είναι πολύ χειρότερο από τον πληθωρισμό».

Ο Δημήτρης Σεβαστάκης θεωρεί αυτονόητο ότι οι δημοσκοπήσεις «μετά τον συμβολικό, αλλά επικοινωνιακά καίριο κυβερνητικό χειρισμό στην Κύπρο, θα δείχνουν τη διεύρυνση της κοινωνικής έγκρισης για την κυβέρνηση. Οχι βέβαια της πίστης. Απιστη έγκριση, ανόρεχτη στράτευση. Το ερώτημα, όμως, τίθεται αμέσως μετά: πόσο βιώσιμο είναι ένα πολιτικό σύστημα που σιτίζεται από τον αμυντισμό μικροαστών που φοβούνται και ψηφίζουν, μισώντας την επιλογή τους; Η παγίωση μιας τέτοιας ψυχικής διχοτόμησης θα παραμορφώσει περαιτέρω την αρχιτεκτονική των κομμάτων, τον σχεδιασμό και την πολιτική παραγωγή».

