Η Δανία και η Γροιλανδία στέκονται ενωμένες υπέρ της κυριαρχίας της Γροιλανδίας και του δικαιώματος των κατοίκων να αποφασίζουν για το μέλλον τους, χωρίς εξωτερική πίεση ή εκβιασμό, είχε δηλώσει η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, μετά τις απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία. Η αγέρωχη όμως Δανία, έρχεται αντιμέτωπη με ιστορικές της αμαρτίες.
Ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τις απειλές του να καταλάβει τη Γροιλανδία και να επιβάλει δασμούς στους συμμάχους του ΝΑΤΟ που τον εμποδίζουν, παρά το γεγονός ότι δεν σημείωσε πρόοδο στο κύριο αίτημά του για τον έλεγχο του νησιού. Σύμφωνα με αξιωματούχους, η ενίσχυση της ασφάλειας στην Αρκτική από το ΝΑΤΟ ήταν μέρος του σχεδίου. Πράγματι, ο Αμερικιανός πρόεδρος και ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε φαίνεται να συμφώνησαν για τη Γροιλανδία.
Στο μεταξύ, ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας στη Δανία, DR, μετέδωσε ότι τα δανικά στρατεύματα που έχουν αναπτυχθεί στη Γροιλανδία έχουν λάβει εντολή να είναι έτοιμα για μάχη σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης. Μέρες πριν ο υπουργός Εξωτερικών της Δανίας, Λαρς Λόκε Ράσμουσεν υποστήριξη πως «Το να μην σέβονται την εδαφική ακεραιότητα της Γροιλανδίας είναι εντελώς απαράδεκτο».
Η σημερινή, όμως έντονη αντίδραση τη Κοπεγχάγης στην «επιθετικότητα» των ΗΠΑ προς τη Γροιλανδία θυμίζει πολύ ότι η διεθνής πολιτική δεν έχει ηθική μνήμη, αλλά περισσότερο μνήμη συμφερόντων.
Η Δανία τη δεκαετία του 1990 συνέβαλε στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στηρίζοντας από την αρχή λογικές εξωτερικής υποστήριξης αποσχιστικών βίαιων αποσχιστικών τάσεων. Υπό την ηγεσία μάλιστα σοσιαλδημοκρατών, όχι μόνο στήριξε, αλλά είχε πρωτοστατήσει στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και στον μετέπειτα βομβαρδισμό της. Αναγνώρισε αμέσως την απόσχιση της Σλοβενίας και της Κροατίας, ενώ ακόμα η διάλυση της χώρας δεν ήταν αναπόφευκτη.
Με αυτό τον τρόπο υπονόμευσε την ομοσπονδιακή μορφή του κράτους, επιταχύνοντας την κρίση και τον πόλεμο.
Βομβαρδισμοί του 1999
Αργότερα, στη κρίση του Κοσόβου, το 1998, συμμετείχε με πολεμικά αεροσκάφη F-16 στον βομβαρδισμό της χώρας από το ΝΑΤΟ.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε ψηφίσει πριν τον πόλεμο κάποιες αποφάσεις για το Κόσοβο (π.χ. 1160, 1199, 1203) που κατήγγελλαν τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επέβαλαν εμπάργκο όπλων και απαιτούσαν κατάπαυση του πυρός και διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, καμία από αυτές τις αποφάσεις δεν έδινε άδεια χρήσης στρατιωτικής βίας από το ΝΑΤΟ.
Λόγω Ρωσίας και Κίνας, δεν μπορούσε να περάσει απόφαση που να εξουσιοδοτεί ανοιχτά στρατιωτική επέμβαση. Γι’ αυτό Το ΝΑΤΟ ξεκίνησε τους βομβαρδισμούς χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Τότε, στο πλαίσιο της συζήτησης στον ΟΗΕ για την εξουσιοδότηση ΝΑΤΟ-βομβαρδισμών τον Οκτώβριο του 1998 η σοσιαλδημοκράτισσα Δανή Χελ Ντεγκν θα δήλωνε πως «κανείς δεν πρέπει να έχει το δικαίωμα να ασκεί. Παίζονται πάρα πολλές ανθρώπινες ζωές.»
Συνολικά, πραγματοποιήθηκαν πάνω από 26.000 έξοδοι αεροσκαφών του ΝΑΤΟ, με F-16 από Βέλγιο, Δανία, Ολλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία και Τουρκία να αποτελούν μπροστάρηδες και τη Δανία να συμμετέχει σε όλη τη διάρκεια των 78 ημερών βομβαρδισμού (συμμετοχή σε CAP, escort, και αργότερα σε κρούση στόχων υποστήριξης της γιουγκοσλαβικής αεράμυνας).
Ο τότε πρωθυπουργός της Δανίας, ο σοσιαλδημοκράτης Πόουλ Νίρουπ Ράσμουσεν έλεγε: «Η κυριαρχία των κρατών πρέπει να υποχωρεί μπροστά στον ανθρωπισμό και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Ωστόσο, τo Διεθνές Ακαδημαϊκό Κέντρο Γούντροου Ουίλσον στις ΗΠΑ είχε διαπιστώσει πόσο παράλογη και αδικαιολόγητη ήταν εκείνη η σφαγή. Σήμερα, αγωνιά να πιαστεί και να στηριχτεί στο ίδιο Διεθνές Δίκαιο που είχε πυροβολήσει πριν 30 χρόνια.


