Η Ελλάδα στη μέγγενη των διατλαντικών ανταγωνισμών

Κοινοποίηση

Οι διατλαντικές σχέσεις βρίσκονται σήμερα σε μια περίοδο μετασχηματισμού, με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ να λειτουργεί ως καθοριστικός καταλύτης. Η αμερικανική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει πλέον την ενωμένη Ευρώπη ως αυτονόητο εταίρο, αλλά ως έναν εταίρο που υπόκειται σε συνεχή αξιολόγηση. Αυτή η μετατόπιση επηρεάζει όλους τους βασικούς τομείς της διατλαντικής συνεργασίας. Στο πεδίο ασφάλειας και άμυνας, οι αμερικανικές διεκδικήσεις στη Γροιλανδία έχουν προκαλέσει συζητήσεις για το ενδεχόμενο μιας νέας ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής. Στο εμπόριο και στην οικονομία, η υιοθέτηση πολιτικών προστατευτισμού από τις ΗΠΑ έχει επιτείνει τις εντάσεις με τις Βρυξέλλες. Ακόμη και σε ζητήματα παγκόσμιας διακυβέρνησης (π.χ. κλιματική αλλαγή), οι δύο πλευρές έχουν υιοθετήσει τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις.

Η πορεία των διατλαντικών σχέσεων θα εξαρτηθεί τόσο από τις πολιτικές επιλογές των δύο πλευρών, όσο και από τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις στο διεθνές σύστημα. Οι ενδιάμεσες εκλογές τον Νοέμβριο μπορεί να οδηγήσουν σε μερική αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στην Ουάσιγκτον, ιδίως αν περάσει η Βουλή των Αντιπροσώπων στον έλεγχο των Δημοκρατικών. Οι εκλογές του 2027 σε Γαλλία και Ισπανία, καθώς κι εκείνες του 2029 στη Γερμανία, ενδέχεται να επιφέρουν πολιτικές αναταράξεις εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εφόσον οι σημερινές προβλέψεις επιβεβαιωθούν στην κάλπη. Παράλληλα, το διεθνές σύστημα κινείται σταθερά προς μια μορφή πολυπολικότητας, με τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου να διαδραματίζουν ολοένα πιο ενεργό ρόλο στα παγκόσμια δρώμενα. Η εξέλιξη της σχέσης Ε.Ε. – ΗΠΑ τελικά συνιστά μια εξίσωση με πολλές μεταβλητές, που καθιστούν αδύνατη οποιαδήποτε ακριβή πρόβλεψη για την πορεία της.

Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική απαγκίστρωση από τη Γηραιά Ηπειρο επιταχύνει την υφέρπουσα τάση προς περισσότερη ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Ο δρόμος, όμως, δεν θα είναι ούτε εύκολος ούτε ευθύς. Χρήσιμο είναι να επισημανθεί ότι η Ε.Ε. συνιστά μια ιδιαίτερη πολιτική οντότητα, όπου συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν ευρωπαϊκοί θεσμοί και εθνικές κυβερνήσεις. Η θεσμική αυτή διττότητα περιορίζει την ικανότητα της Ενωσης να διαμορφώσει μια κοινή εξωτερική πολιτική. Ετσι και αλλιώς, απουσιάζει μια κοινή στρατηγική κουλτούρα, που θα επέτρεπε τον συγκερασμό των συχνά αποκλινόντων εθνικών συμφερόντων. Ως εκ τούτου, η Ε.Ε. συχνά δυσκολεύεται να ανταποκριθεί με ταχύτητα στις προκλήσεις του διεθνούς συστήματος.

Η τρέχουσα ένταση στις σχέσεις Ε.Ε. – ΗΠΑ διαμορφώνει για την Ελλάδα ένα περίπλοκο, ρευστό και εν μέρει απρόβλεπτο στρατηγικό περιβάλλον, το οποίο συνεπάγεται κινδύνους και ευκαιρίες. Κατ’ αρχάς, η επιδείνωση του κλίματος αυξάνει την αβεβαιότητα για τη μελλοντική συνοχή της Δύσης. Από την Ουκρανία μέχρι τη Γάζα, τα αμερικανικά και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, δυστυχώς, αποκλίνουν ολοένα και περισσότερο. Δίχως αμφιβολία, η περαιτέρω αποδυνάμωση των διατλαντικών σχέσεων θα περιπλέξει ζητήματα που αφορούν τις περιφερειακές ισορροπίες στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι βέβαιο ότι η ελληνική διπλωματία έχει προετοιμαστεί επαρκώς για αυτό το σενάριο.

Η Αθήνα καλείται να αξιοποιήσει ακόμη πιο συστηματικά τα πολυμερή σχήματα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο βασικός λόγος είναι ότι έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, η νέα αυτή γεωπολιτική συνθήκη δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για τα κράτη-μέλη που διαθέτουν ειδικό περιφερειακό βάρος. Η Ε.Ε. είναι αναπόφευκτο να αναβαθμίσει τον ρόλο χωρών που μπορούν να λειτουργήσουν ως πάροχοι ασφάλειας σε ευαίσθητες γεωπολιτικά περιοχές, όπως η Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρά τις διακυμάνσεις στη σχέση τους με τις Βρυξέλλες, τίποτα δεν δείχνει μια ριζική αλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Αθήνας. Αντιθέτως, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατέχει κομβική θέση στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς για την ευρύτερη περιοχή.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Αθήνα καλείται να αξιοποιήσει ακόμη πιο συστηματικά τα πολυμερή σχήματα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο βασικός λόγος είναι ότι έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ, καθώς συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια και την αντιμετώπιση περιφερειακών κρίσεων. Η περαιτέρω ενίσχυση και διεύρυνση αυτών των συνεργασιών μπορεί να προσδώσει στην Ελλάδα ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, επιτρέποντάς της να συνδιαμορφώνει εξελίξεις αντί απλώς να τις παρακολουθεί.

Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα