Η στρατηγική ωρίμανση της Αθήνας

Φόρτωση Text-to-Speech…

Δυστυχώς αρχίζει να επιβεβαιώνεται το χειρότερο σενάριο. Η αμερικανοϊσραηλινή επέμβαση στο Ιράν εξελίσσεται σε μια μεγάλη περιφερειακή κρίση, τις συνέπειες της οποίας δεν μπορούμε ακόμα να εκτιμήσουμε. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα, η Ευρώπη και ο υπόλοιπος κόσμος βρίσκονται αντιμέτωποι με την πρώτη μεγάλη κρίση της μεταφιλελεύθερης εποχής. Πέρα από οτιδήποτε άλλο, το ξέσπασμα του πολέμου συνιστά αντανάκλαση της αποδυνάμωσης των θεσμών, των κανόνων και των αξιών της διεθνούς έννομης τάξης.

Σε κάθε περίπτωση, η Ουάσιγκτον, η Ιερουσαλήμ και πολλές αραβικές πρωτεύουσες δείχνουν αιφνιδιασμένες από την ένταση της ιρανικής αντίδρασης. Η στρατιωτική στρατηγική της Τεχεράνης βασίζεται στην έννοια της ασύμμετρης κλιμάκωσης που περιλαμβάνει αξιοποίηση φιλοϊρανικών πληρεξουσίων (π.χ. Χεζμπολάχ στον Λίβανο), πλήγματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ενεργειακές υποδομές, διατάραξη των θαλάσσιων μεταφορών και διακοπή των αεροπορικών συγκοινωνιών. Στόχος είναι η κατακόρυφη αύξηση του πολιτικού και οικονομικού κόστους στους αντιπάλους και η ανάκτηση της στρατηγικής πρωτοβουλίας σε πολλαπλά μέτωπα. Ετσι η Τεχεράνη ελπίζει να επιστρέψει στο τραπέζι διαπραγματεύσεων με περισσότερη ισχύ και αυτοπεποίθηση. Αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τελικά δεν θα το επιτύχει.

Η πολυπλοκότητα της κατάστασης απαιτεί μεγάλη σοβαρότητα από το σύνολο του ελληνικού πολιτικού κόσμου. Η Αθήνα οφείλει πρωτίστως να διαφυλάξει το υψηλό επίπεδο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, διότι αυτό προτάσσει το εθνικό μας συμφέρον. Η βάση της Σούδας πιθανόν να παίζει σημαντικό ρόλο στις αμερικανικές αεροπορικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και ίσως πιο πέρα. Αυτό το γεγονός αυξάνει σημαντικά τη γεωστρατηγική της αξία, αλλά και την έκθεσή της σε ενδεχόμενες ιρανικές αντιδράσεις. Η Ελλάδα συνεχίζει να επωφελείται από την αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ, αν και δεν καθορίζει τις στρατηγικές επιλογές του στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η χώρα μας χρειάζεται να αποφύγει τον εγκλωβισμό σε μια σύγκρουση που δεν δύναται να καθορίσει με ενέργειές της.

Ηδη η ελληνική ναυτιλία βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο λόγω της αστάθειας στα Στενά του Ορμούζ, όπου διέρχεται μεγάλος αριθμός ελληνόκτητων πλοίων. Η περιοχή αποτελεί κρίσιμο κόμβο του παγκόσμιου εμπορίου, επομένως κάθε επίθεση ή παρεμπόδιση επηρεάζει την ασφάλεια των πληρωμάτων, τα ασφάλιστρα κινδύνου και τη συνολική ροή εμπορευμάτων. Παράλληλα, ως εισαγωγέας ενέργειας, η Ελλάδα εκτίθεται άμεσα στις αυξήσεις τιμών πετρελαίου και LNG, με οικονομικές και δημοσιονομικές συνέπειες που δεν θα αργήσουν να φανούν. Με άλλα λόγια, αυτή η κρίση δεν πρόκειται να μας αφήσει ανεπηρέαστους.

Μέσα σε ένα περιβάλλον πρωτοφανούς γεωπολιτικής ρευστότητας, η αποστολή ελληνικών φρεγατών και μαχητικών αεροσκαφών στην Κύπρο χρήζει ξεχωριστής αναφοράς. Για πρώτη φορά μετά το 1974, η Αθήνα σπεύδει να δημιουργήσει ένα αεροναυτικό πλέγμα προστασίας γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία. Δίχως αμφιβολία, η συγκεκριμένη επιλογή εμπεριέχει σημαντικό επιχειρησιακό ρίσκο. Η Αθήνα αποδέχεται αυτό το ρίσκο επειδή θεωρεί ότι η απουσία ενεργού παρουσίας θα άφηνε κενό ισχύος και αξιοπιστίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί τη στρατηγική ωρίμανση της Αθήνας: εγκαταλείπει την πολιτική περιορισμένης εμπλοκής και υιοθετεί μια πολιτική ενεργού στρατιωτικής συνδρομής προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ελληνική εξωτερική πολιτική πλέον φαίνεται να υιοθετεί μια ισορροπημένη στρατηγική που συνδυάζει την ενεργό αποτροπή με τη διπλωματική ευελιξία.

* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

Πηγή

Tελευταία Nέα