Φόρτωση Text-to-Speech…
Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος έγινε γνωστό ότι η Τουρκία εξασφάλισε την προμήθεια συνολικά δέκα κινητήρων τύπου GE F110 από την αμερικανική εταιρεία GE Aerospace (μετεξέλιξη της διαλυμένης πλέον General Electric). Οι κινητήρες αυτοί αποτελούν κρίσιμο εξάρτημα του μαχητικού 5ης γενιάς που αναπτύσσει η κρατική εταιρεία ΤΑΙ, του ΚΑΑΝ. Την ίδια ημέρα έγινε γνωστό ότι δύο αεριωθούμενα μη επανδρωμένα αεροσκάφη της εταιρείας Baykar, τα Kizilelma, πέτυχαν να πετάξουν σε σχηματισμό, κάτι που αποτελεί –κατά την τουρκική πλευρά– παγκόσμια πρωτιά.
Η πρώτη είδηση έχει σημασία, καθώς φαίνεται ότι οι Αμερικανοί είναι διατεθειμένοι να στηρίξουν τις προσπάθειες της εγχώριας τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι συζητήσεις για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα του F-35. Η δεύτερη αναδεικνύει τον πλήρη προσανατολισμό της Αγκυρας στον τομέα των αμυντικών εξαγωγών, καθώς UAV, όπως τα Kizilelma, θα ανταγωνιστούν άλλες πλατφόρμες που φιλοδοξούν να αποκτήσουν μερίδιο της αγοράς, των λεγόμενων μη επανδρωμένων παραστατών, των loyal wingmen, που θα πετούν σε σχηματισμό με επανδρωμένα μαχητικά. Τα Kizilelma έχουν σχεδιαστεί, επίσης, προκειμένου να μεταφέρονται στο ελικοπτεροφόρο Anadolu του τουρκικού ναυτικού, το οποίο έχει κύριο σκοπό την προβολή ισχύος της Αγκυρας και εκτός της Ανατολικής Μεσογείου.
Σε διπλωματικό επίπεδο
Οι εξελίξεις αυτές γίνονται από την Αθήνα αντιληπτές σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι το διπλωματικό. Η Αγκυρα είναι σαφές ότι έχει εντατικοποιήσει τις επαφές με την Ουάσιγκτον, επιχειρώντας να εξασφαλίσει οφέλη για την αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία της. Η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 είναι μια πολύ πιο δύσκολη υπόθεση για την Τουρκία. Αν και, επί της αρχής, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται να ανησυχεί για κάτι που παρουσιάζεται ως διμερής συναλλαγή ανάμεσα στις κυβερνήσεις ΗΠΑ και Τουρκίας, είναι απολύτως σαφές ότι βρίσκεται σε απόλυτο συντονισμό με το Ισραήλ στην προσπάθεια να καταδειχθούν οι λόγοι για τους οποίους η απόκτηση F-35 το επόμενο διάστημα από την Αγκυρα δεν προωθεί τη σταθερότητα.
Υπό τις παρούσες συνθήκες ο πολύ σαφής όρος περί της ανάγκης απόσυρσης από την Τουρκία των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 είναι αρκετός για να κρατάει την Αγκυρα μακριά από τα F-35, ωστόσο τα επιτελεία των προέδρων Τραμπ και Ερντογάν φαίνεται ότι αναζητούν φόρμουλα συνεργασίας.
Το δεύτερο επίπεδο είναι εκείνο των ισορροπιών στο πεδίο της αεροπορικής ισχύος. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν γίνει στρατηγικές επιλογές ενίσχυσης της Πολεμικής Αεροπορίας με την απόκτηση 24 γαλλικών Rafale και την υπογραφή συμφωνίας για την προμήθεια 20 μαχητικών τύπου F-35 (με την προαίρεση για την αγορά ακόμη 20). Πριν από αυτά τα βήματα μοναδική συμφωνία ήταν αυτή της αναβάθμισης 83 F-16 σε διαμόρφωση Viper, η οποία υπεγράφη το 2017 και τέθηκε σε εφαρμογή περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα στις εγκαταστάσεις της ΕΑΒ.
Ωστόσο, η ελληνική πλευρά παραμένει σημαντικά πίσω σε σύγκριση με την τουρκική στον τομέα της ανάπτυξης μη επανδρωμένων πλατφορμών, πεδίο στο οποίο η Αγκυρα είναι σε εντελώς διαφορετική κατηγορία, κυρίως διότι τα αναπτύσσει και τα κατασκευάζει εθνικά. Επιπλέον, ο τουρκικός αμυντικός προϋπολογισμός στηρίζεται στα έσοδα πολλών δισ. ευρώ (πέρυσι πάνω από οκτώ) που οφείλονται στις εξαγωγές, οι οποίες σε σημαντικό βαθμό προέρχονται από την πώληση διαφόρων τύπων μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η συγκεκριμένη πτυχή εκ των πραγμάτων οδηγεί σε σκέψεις για προσαρμογή των σχεδιασμών της Αθήνας στο επιχειρησιακό πεδίο. Η πληθώρα μη επανδρωμένων πλατφορμών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων αποτελεί στοιχείο ποσοτικό και ποιοτικό, έναντι του οποίου η Αθήνα υπό τις παρούσες συνθήκες δεν έχει κάποια πειστική απάντηση. Καθώς αυτά αποτελούν σχετικά φθηνά οπλικά συστήματα τα οποία θα βρεθούν σε τυχόν επιχειρήσεις απέναντι από πανάκριβες πλατφόρμες της Π.Α. ή και του Πολεμικού Ναυτικού, η ελληνική πλευρά καλείται να βρει τις απαραίτητες και, κυρίως, προσιτές απαντήσεις.
Τον ρόλο αυτό έχει αναλάβει θεσμικά το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), ωστόσο εσχάτως φαίνεται ότι γίνονται και επιλογές που κινούνται μακριά από τη λογική της εγχώριας καινοτομίας, με κατεύθυνση προς έτοιμες λύσεις από το εξωτερικό που, βεβαίως, έχουν το μεγάλο μειονέκτημα του κόστους και της καθήλωσης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ρόλο παθητικού παρατηρητή.

