Ο αντίκτυπος που θα έχει η μακροχρόνια νόσηση (long covid) που εμφανίζεται σε ανθρώπους μετά από λοίμωξη με COVID-19 εκτιμάται ότι θα κοστίσει στις χώρες του ΟΟΣΑ συνολικά 135 δισεκατομμύρια δολάρια (σχεδόν 116 δισεκατομμύρια ευρώ) ετησίως κατά την επόμενη δεκαετία.
Πρόκειται για ποσό «συγκρίσιμο με ολόκληρο τον ετήσιο προϋπολογισμό υγείας της Ολλανδίας ή της Ισπανίας», όπως επισημαίνει νέα έκθεση του ΟΟΣΑ. Αν και τον Μάρτιο συμπληρώθηκαν έξι χρόνια από την έναρξη της πανδημίας, οι επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία παραμένουν αισθητές.
«Το έμμεσο οικονομικό κόστος της long covid αναμένεται να ξεπεράσει κατά πολύ το αντίστοιχο κόστος για τα συστήματα υγείας την περίοδο 2025–2035»
Εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να υποφέρουν από long covid, μια κατάσταση που κοστίζει δισεκατομμύρια ευρώ στα συστήματα υγείας και πιέζει τις αγορές εργασίας.
O ΟΟΣΑ εκτιμά ότι το 2021, στο αποκορύφωμα της πανδημίας, η long covid επηρέασε περίπου το 5,3% του συνολικού πληθυσμού στις χώρες-μέλη του, δηλαδή περίπου 75 εκατομμύρια ανθρώπους, με τις δαπάνες υγείας να φτάνουν τα 53 δισ. δολάρια (45,3 δισ. ευρώ).
Παρότι η συχνότητα εμφάνισης της long covid και οι συναφείς δαπάνες υγείας έχουν μειωθεί σε σχέση με την κορύφωση της πανδημίας, εκτιμάται ότι οι άμεσες δαπάνες υγείας για την αντιμετώπιση της κατάστασης θα παραμείνουν γύρω στα 11 δισ. δολάρια (9,40 δισ. ευρώ) ετησίως την περίοδο 2025–2035, «ακόμη και με συντηρητικές παραδοχές».
Τι είναι η long covid;
Ο άνθρωπος που έχει μολυνθεί από τον ιό COVID-19 μπορεί να εμφανίσει long covid , μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων, όπως κόπωση, μυϊκούς ή αρθρικούς πόνους, δύσπνοια, πονοκεφάλους και «ομίχλη εγκεφάλου».
Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μέσα σε τρεις μήνες από την αρχική λοίμωξη και διαρκούν τουλάχιστον δύο μήνες.
Η κατάσταση γενικά βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου, συνήθως μέσα στους πρώτους εννέα μήνες. Ωστόσο, περίπου 15 στους 100 ανθρώπους εξακολουθούν να έχουν συμπτώματα μετά από έναν χρόνο.
Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η long covid δεν αποτελεί μία και μοναδική ασθένεια, αλλά ένα σύμπλεγμα συναφών υποτύπων με δυνητικά διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου, γενετικούς, περιβαλλοντικούς ή άλλους, και ποικίλους βιολογικούς μηχανισμούς, όπως αναφέρει η έκθεση του ΟΟΣΑ.
Συνέπειες πέρα από την υγεία
Σε όλες τις χώρες με υψηλό εισόδημα, το μήνυμα είναι το ίδιο: τα επίμονα συμπτώματα μετά τη λοίμωξη δεν αποτελούν μόνο πρόκληση για την υγεία, αλλά και δομικό εμπόδιο στην οικονομική δραστηριότητα, σημειώνει η έκθεση.
«Το έμμεσο οικονομικό κόστος της long covid αναμένεται να ξεπεράσει κατά πολύ το αντίστοιχο κόστος για τα συστήματα υγείας την περίοδο 2025–2035».
Ο ΟΟΣΑ ανέλυσε τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο της long covid, ο οποίος οφείλεται σε διακοπές απασχόλησης, πρόωρη αποχώρηση από την αγορά εργασίας και μειωμένη παραγωγικότητα.
«Η long covid θα συνεχίσει να πλήττει το εργατικό δυναμικό και την παραγωγικότητα σε μια περίοδο χαμηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και γήρανσης του πληθυσμού», σύμφωνα με την έκθεση.
Κοιτώντας προς το μέλλον, οι προβλέψεις υποδηλώνουν ότι, ανάλογα με την εξέλιξη της πανδημίας, η επικράτηση της long covid θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί σε ποσοστό περίπου 0,6 έως 1,0% του πληθυσμού του ΟΟΣΑ κατά την επόμενη δεκαετία.
Οι προβλέψεις έως το 2035 δείχνουν ότι, ενώ οι απώλειες ενδέχεται να μειωθούν σε αμελητέα επίπεδα υπό αισιόδοξες παραδοχές, πιο ρεαλιστικά σενάρια προβλέπουν επίμονες ετήσιες απώλειες της τάξης του 0,1 έως 0,2% του ΑΕΠ, οι οποίες θα μπορούσαν να ανέλθουν σε 135 δισεκατομμύρια δολάρια (115,38 δισεκατομμύρια ευρώ) ετησίως κατά την επόμενη δεκαετία.
Η επόμενη μέρα
Η έκθεση ανέφερε ότι η αναγνώριση, η διάγνωση και η περίθαλψη ασθενών παραμένουν άνισες μεταξύ των χωρών.
Οι περισσότερες χώρες δεν διαθέτουν αξιόπιστα δεδομένα για την long covid, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά τους να εκτιμήσουν τον αντίκτυπό της και να σχεδιάσουν αποτελεσματικές πολιτικές παρεμβάσεις, σημειώνει η έκθεση.
Η αξιοποίηση των εμπειριών από τη long covid θεωρείται κρίσιμη για την ενίσχυση της ετοιμότητας απέναντι σε μελλοντικές πανδημίες, όπως προσθέτει ο ΟΟΣΑ.

