Μαρία, δεν είσαι αυτή που νομίζαμε

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Και τώρα; Πώς βρεθήκαμε ξαφνικά να συζητάμε για τις αμβλώσεις και μάλιστα εξαιτίας της γυναίκας – σύμβολο που ξεσήκωνε το κίνημα των νέων πλατειών; Το ερώτημα τάραξε τις τελευταίες ημέρες την «όλη» Αριστερά, μετατρέποντας τη λατρεία για τη Μαρία Καρυστιανού σε καχυποψία. Η δήλωσή της ότι οι αμβλώσεις αποτελούν «θέμα δημόσιας διαβούλευσης» ήταν η θρυαλλίδα σύγκρουσης με το κόμμα της, προτού καν αυτό συγκροτηθεί.

Οι ύστερες αποτιμήσεις για την εμπλοκή στο κίνημα των Τεμπών δεν είναι ενιαίες στην αριστερή πολυκατοικία. Στελέχη με αναφορά στον χώρο της «κλασικής» ανανεωτικής Αριστεράς εμφανίστηκαν –απρόσμενα– δικαιωμένα επειδή, όπως λένε, είχαν διαβλέψει το φλερτ Καρυστιανού με τον ακραίο συντηρητισμό πριν κατασταλάξει η πρόθεσή της να πολιτευτεί. Αλλοι εντοπίζοντας στην παραπάνω προσέγγιση τάσεις ελιτισμού αλλά και κίνδυνο περαιτέρω δημοσκοπικής πίεσης, έσπευσαν πιο προσεκτικά να διαχωρίσουν την όποια κομματική πρωτοβουλία Καρυστιανού με τα αιτήματα που διατυπώθηκαν τους προηγούμενους μήνες στις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη. 

Καπελώματα

Μήπως όμως η Αριστερά απλώς απέτυχε να αφουγκραστεί τον προσανατολισμό της πλατείας; Ο Αρης Στυλιανού, πρόεδρος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, μιλώντας στην «Κ», πιάνει το νήμα από τις πρώτες συγκεντρώσεις τον Μάρτιο του 2023. Τότε, όπως υποστηρίζει, διαχύθηκε ένα αφήγημα εξίσωσης των ευθυνών για την τραγωδία τόσο στον μεταπολιτευτικό δικομματισμό όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ – άρα συνολικά στο πολιτικό σύστημα. Ακολούθησε η περσινή κλιμάκωση στην οποία, κατά τον κ. Στυλιανού, «η ορθολογική Αριστερά» είτε επέδειξε ανοχή είτε υιοθέτησε σιωπηλά θεωρίες συνωμοσίας που εκφράζονταν κυρίως από την Ακρα Δεξιά. «Συγκάλυψη από την κυβέρνηση υπήρξε, ασχέτως ξυλολίων», λέει ενώ εντοπίζει ένα αποκρυσταλλωμένο «κλίμα ανορθολογισμού και αντισυστημικής καχυποψίας» σε κομμάτι της κοινωνίας. 

Στο ίδιο ερώτημα –γιατί η Αριστερά «έχασε» το κίνημα των Τεμπών– για τον Στάθη Καλύβα, καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στην Οξφόρδη, η απάντηση είναι μονολεκτική: «Καρυστιανού». Οπως λέει στην «Κ», η Αριστερά «παρότι εξειδικευμένη στο καπέλωμα, απέτυχε να καρπωθεί το κίνημα επειδή η επικεφαλής του είχε άλλες στοχεύσεις». Αν η κ. Καρυστιανού είχε μια αριστερότερη ροπή, συνεχίζει ο κ. Καλύβας, η εξέλιξη θα ήταν διαφορετική. Συνδέοντας πτυχές του κινήματος των Τεμπών με τους Αγανακτισμένους, ο ίδιος θεωρεί ότι «αντίστοιχα τότε το καπέλωμα θα μπορούσε είχε γίνει ανάποδα». Εν ολίγοις, το «λάθος» της Αριστεράς είναι απλώς ότι δεν διέβλεψε την ιδεολογία της Μαρίας Καρυστιανού. 

Ο Φοίβος, τα Τέμπη και το πολιτικό τραγούδι

Αιφνιδιασμένα δεν είναι μόνο τα κόμματα, αλλά και οι καλλιτέχνες που δανείζουν τη φωνή τους στον πολιτικό ακτιβισμό. Η δήλωση για τις αμβλώσεις πυροδότησε μάλιστα μια διαδικτυακή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Φοίβο Δεληβοριά και τον Νίκο Πλακιά. Ο Φοίβος δήλωσε πως κρατά αποστάσεις από την Καρυστιανού αλλά στηρίζει τους συγγενείς. Ο Νίκος Πλακιάς, πατέρας που έχασε δύο κόρες στο δυστύχημα, απέδωσε στον τραγουδοποιό μερίδιο ευθύνης για το «πρόβλημα» των εσόδων της συναυλίας στο Καλλιμάρμαρο το 2024. Από εκεί, δεν ήταν δύσκολο η «φωτιά» στην ψηφιακή σφαίρα να επεκταθεί στον ρόλο των καλλιτεχνών και τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν πολιτικές παρεμβάσεις. 

Η συζήτηση για το θέμα με τον Γιώργο Μυζάλη, μουσικό, μουσικολόγο και συγγραφέα του βιβλίου «Το πολιτικό τραγούδι σήμερα» (εκδ. 24 Γράμματα), εκκινεί ακριβώς από το τραγούδι που έγραψε ο Δεληβοριάς για τα Τέμπη. «Είναι πολιτικό γιατί παίρνει θέση για ένα γεγονός ευρείας επιρροής. Ημασταν άλλοι μετά το δυστύχημα και το τραγούδι αγκαλιάστηκε από όλους, ήταν υπερβατικό», λέει στην «Κ», επισημαίνοντας ότι πάντα γράφεται πολιτικό τραγούδι και ότι διανύουμε μια περίοδο που η παρουσία της ραπ είναι ισχυρή.

Με το τραγούδι του Φοίβου στο επίκεντρο εξελίσσεται η κουβέντα με τον Στάθη Καλύβα ο οποίος συνυπογράφει το βιβλίο «Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας» (εκδ. Μεταίχμιο). «Εγώ το θεώρησα κακό, σαν καρικατούρα, παρότι γράφτηκε από έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη», λέει και ακολούθως αντιπαραβάλλει το πολιτικό τραγούδι στη Μεταπολίτευση και ειδικά την περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη. «Τα τραγούδια του είχαν πολιτική στόχευση, αλλά και μια διάσταση που την ξεπερνούσαν». Κατά τον κ. Καλύβα, «δείκτης της ποιότητας μιας καλλιτεχνικής έκφρασης ή ενός αιτήματος είναι να ανυψώνει. Οταν δεν συμβαίνει αυτό, τελικά “χαμηλώνει” τους ανθρώπους».

Ο κ. Μυζάλης από την άλλη θεωρεί συγκρίσεις με το παρελθόν άδικες. Αλλωστε, όπως σημειώνει, παλαιότερα, το τραγούδι έπαιζε πολύ σημαντικότερο ρόλο στις ζωές των ανθρώπων. «Το Καλλιμάρμαρο δεν γέμισε για τους καλλιτέχνες, αλλά για το γεγονός που εξέφραζε», συμπληρώνει και κατόπιν εκφράζει την άποψη ότι οι νεότερες γενιές «δεν αναζητούν πια την προέλευση του τραγουδιού» αλλά περισσότερο τον «ανθρωπισμό» που εκπέμπει. Και ως προς τον ρόλο του καλλιτέχνη; «Σε μια εποχή που όλοι τοποθετούμαστε για όλα, δεν γίνεται να απαιτούμε να ακούμε πάντα αυτό που θεωρούμε σωστό».

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα