«Ξέρεις πότε με θλίβουν οι άνθρωποι; Όταν χάνουν τη σπίθα στο βλέμμα τους και γυρίζουν την πλάτη σε εκείνον τον παλιό εαυτό τους που για τίποτα δεν παζάρευε την αλήθεια του» μου είπες κάποτε.
Ήμασταν περίπου είκοσι και, πράγματι, βαθιά το πιστεύαμε πως εμείς θα αποτελούσαμε τη λαμπρότερη εξαίρεση του κανόνα, πως θα βγαίναμε αλώβητοι από τα στερεότυπα της ζωής και θα στεφόμασταν νικητές στη μάχη με τη φθορά της.
Advertisment
Παρατηρούσαμε με προσοχή τους γύρω μας. Τους μικρούς τους συμβιβασμούς, που με μαθηματική ακρίβεια έφερναν τους μεγαλύτερους και πιο οδυνηρούς. Το πώς με τον καιρό θυσίαζαν απλόχερα ένα κομμάτι της αυθεντικής τους φύσης, προκειμένου να χωρέσουν στα καλούπια της κοινωνίας.
Το χαμόγελό τους σταδιακά άστραφτε λιγότερο, τα μάτια δεν ακολουθούσαν τις εκφράσεις του στόματος. Μα έσπευδαν να δηλώσουν «είμαι καλά», καθώς η βολή απαιτεί μια κάποια ψευδαίσθηση χρυσόσκονης για να υπάρξει.
Έπειτα, οι δουλειές… Ευθυγραμμίστηκαν με τα ταλέντα μας, όπως είχαμε υποσχεθεί ο ένας στον άλλον, ή τα φτερά μας μαζεύτηκαν για να χωρέσουν σε όσους στενούς διαδρόμους ουδέποτε φτιάχτηκαν για τις πτήσεις μας;
Advertisment
Οι ανέμπνευστοι προϊστάμενοι προσπάθησαν να μας στριμώξουν στα κουτιά τους, καθώς η έλλειψη ικανοτήτων ανέκαθεν βάδιζε συντροφιά με τις ασφυκτικές προδιαγραφές. Αλλά εμείς τι κάναμε; Ορθώσαμε το ανάστημά μας αρθρώνοντας ένα δυνατό «όχι» στους άκαμπτους κανόνες τους; Διεκδικήσαμε τον πολύχρωμο κόσμο που κάποτε οραματιστήκαμε ή συνταχθήκαμε με όσους συναδέρφους μας ψιθύρισαν «σκύψε το κεφάλι και μην μιλάς»;
Και οι σχέσεις…Πόσο άλλαξαν μέσα στην τρελή κούρσα των ετών! Τα ελεύθερα πνεύματα του τότε κοιτούσαν πια με άγχος το ρολόι τους, μπας και αργώντας δέκα λεπτά εισπράξουν κατσάδα από τον σύντροφό τους. Κάπως έτσι, η ζωή έμπαινε σε μια αδυσώπητα υπολογισμένη καθημερινότητα. Οι περισσότεροι εγκατέλειπαν τις αγαπημένες τους συνήθειες, τα χόμπι που γέμιζαν με χαρά την καρδιά τους, τα στέκια του παρελθόντος που στολίζονταν με τις κεφάτες φωνές τους. «Έτσι είναι τα πράγματα όταν κάνεις παιδιά» επαναλάμβαναν, λιγάκι ψυχαναγκαστικά.
Εσένα σε ξαναείδα μετά από καιρό στο κέντρο της Αθήνας… Ήσουν σκυφτός και φορτωμένος με ένα σωρό σακούλες στην πλάτη. «Τα βάρη της οικογένειας» αστειεύτηκες, μα το γέλιο σου υπήρξε ελαφρώς πιο μελαγχολικό από ό,τι συνήθως.
Με τη δουλειά σου ένιωθες δυσαρεστημένος. «Δεν αισθάνομαι πως συναναστρέφομαι τη φυλή μου, όσο παράξενο και αν σου ακούγεται» εξομολογήθηκες.
Δεν μου ακουγόταν καθόλου παράξενο. Για την ακρίβεια, ήξερα ακριβώς τι εννοούσες.
«Φύγε!» σε προέτρεψα.
«Η συνήθεια, άτιμο πράγμα…» δικαιολογήθηκες ανόρεχτα.
Σε κοίταξα παρατεταμένα, σαν να πάσχιζα να σου θυμίσω ποιος ήσουν πριν ο ίδιος πρώτος το απαρνηθείς.
«Χαθήκαμε» μουρμούρισες απολογητικά και ύστερα ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του.
Σκέφτηκα το άρθρο που μου είχες στείλεις κάποτε. «Μεγαλώνοντας χάνουμε φίλους» ήταν ο τίτλος. Περπατούσα και όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο βεβαιωνόμουν πως μεγαλώνοντας δεν χάνουμε φίλους αλλά τη σύνδεση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Και για αυτό χάνουμε και φίλους!
Γιατί η φιλία προϋποθέτει ένα μοίρασμα και εμείς μάθαμε πως οι ώριμοι άνθρωποι λύνουν χωρίς βοήθεια τα προβλήματά τους. Η φιλία ισοδυναμεί με μια εφηβική συνενοχή, την έξαψη της οποίας μονάχα όσοι δεν γερνούν έχουν την πολυτέλεια να βιώνουν. Είναι η διάθεση να βγούμε από την ασφαλή μας ρουτίνα, δημιουργώντας χώρο και χρόνο για εκείνο το τσούγκρισμα ποτηριών που βγάζει από τη λήθη τα όνειρα.
Μα εμείς ταμπουρωνόμαστε στο οικογενειακό πρόγραμμα… Και τόσοι γάμοι τελικά αποτυγχάνουν διότι εσφαλμένα πιστεύουμε πως αν γυρίσουμε την πλάτη σε ό,τι είμαστε, θα τους σώσουμε. Όμως, η υγιής αγάπη προϋποθέτει εμπιστοσύνη, ανθεί στην ελευθερία και περιφρουρεί την ανεξαρτησία των μελών της.
Επέστρεψα σπίτι αργά το απόγευμα. Έκανα ένα ζεστό μπάνιο. Όσο το νερό έπεφτε πάνω μου, οι εικόνες από το παρελθόν κυρίευαν τον νου μου. Και επιτέλους συνειδητοποίησα γιατί από όλους όσους πρόδωσαν την αλήθειά τους, περισσότερο μου κόστισε η δική σου προδοσία.
Επειδή νόμιζα πως ήσουν η εξαίρεση στον κανόνα, πως δεν θα συνθηκολογούσες με τη ναφθαλίνη και δεν θα έβγαζες προς πώληση τα ιδανικά σου. Αλλά το έκανες. Και μάλλον σου κρατούσα κακία ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Γιατί πήρες μαζί σου την πιο αθώα μου εκδοχή, που ορκιζόταν πως τα πράγματα είναι όπως εμείς τα φτιάχνουμε. Και διότι, κάπου μέσα μου, ίσως και να φοβόμουν πώς θα ήμουν το επόμενο θύμα της στρατιάς των υπνωτισμένων. Αφού συνέβη σε εσένα, γιατί όχι και σε εμένα; συλλογιζόμουν.
«Απόψε θα πούμε ένα διαφορετικό παραμύθι» ανακοίνωσα το ίδιο βράδυ στην κόρη μου.
Έβγαλε μια τσιρίδα ενθουσιασμού και ξάπλωσε ανυπόμονα δίπλα μου. Ξεκίνησα, λοιπόν, να της διηγούμαι μια ιστορία για ένα παιδί που ζούσε στην Κανονικούπολη, μια πόλη που έβριθε αυστηρών κανόνων.
«Έτσι είναι τα πράγματα» λέγανε οι κάτοικοι ο ένας στον άλλο και έπειτα χασμουριόντουσαν βαριεστημένοι.
«Χμ…Η Κανονικούπολη φτιάχτηκε για τους δειλούς» σχολίασε στο τέλος της ιστορίας, ανοίγοντας διάπλατα τα μπλε της μάτια.
«Δηλαδή;» ρώτησα με περιέργεια.
«Να…Εγώ ξέρω πως οι θαρραλέοι δεν αφήνουν όσα αγαπούν. Και τα πράγματα δεν είναι ποτέ απλώς έτσι, βρε μαμά. Είναι όπως τα κάνουμε!» φώναξε χαρούμενα.
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα ήσυχη, απολύτως σίγουρη πως πάντα εμείς αποφασίζουμε αν θα αποτελέσουμε την εξαίρεση του κανόνα. Ο κόσμος μπορεί να ζητά συνεχώς ένα κομμάτι μας, εντούτοις συνιστά προσωπικό μας στοίχημα να μείνουμε στο κέντρο μας, υπερασπιστές των νεανικών οραμάτων μας και τιμητές των πιο τρελών μας ελπίδων. Και τότε θα συναντήσουμε τις υπόλοιπες εξαιρέσεις: αυτούς που σηκώνονται όρθιοι στον χαλασμό και δηλώνουν δραπέτες της Κανονικούπολης, όσους κερδίζουν με το σπαθί τους τη θέση τους στις σελίδες των αθάνατων βιβλίων και στους στίχους των αλησμόνητων τραγουδιών.

