Φόρτωση Text-to-Speech…
H ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, ειδικά εάν είναι μακράς διαρκείας, όπως πιθανολογείται λόγω των στρατηγικών στοχεύσεων του Ισραήλ και της επιλογής Τραμπ να συμπλέει τελικώς με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει και πολιτικά αποτελέσματα, καθώς το Μέγαρο Μαξίμου θα κληθεί να διαχειριστεί δύο αντίρροπες τάσεις: Τη συσπείρωση γύρω από την εκάστοτε κυβέρνηση που παραδοσιακά συντελείται σε περιόδους διεθνούς αναταραχής. Και την «πίεση» που θα ασκήσει στα νοικοκυριά ενδεχόμενο νέο κύμα ανατιμήσεων, καθώς ήδη την τελευταία διετία η ακρίβεια καταγράφεται ως το σημαντικότερο πρόβλημα των πολιτών σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
Μάλιστα, ορισμένοι, εντός Ν.Δ., εκτιμούν πως η «ασυμμετρία» που δημιουργείται από την πολεμική κρίση μπορεί να έχει τελικώς αντανάκλαση και στον χρόνο των εκλογών, παρότι ο Κυρ. Μητσοτάκης παραμένει σταθερά προσανατολισμένος στην εξάντληση της τετραετίας. Εξάλλου, με δεδομένο ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2027 η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία της Ε.Ε., ενδεχόμενες κάλπες περί τα τέλη του τρέχοντος έτους δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρόωρες.
Σε πολιτικό επίπεδο, όπως υποστηρίζεται, στην παρούσα φάση η κυβέρνηση είναι σαφές πως κερδίζει έδαφος από την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή: η μετάβαση του «Κίμωνος», της φρεγάτας «Ψαρά» και των ελληνικών μαχητικών στην Κύπρο υπογραμμίζει την ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας την τελευταία επταετία, ενώ εμπεριέχει εκ των πραγμάτων ισχυρούς συμβολισμούς, 52 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή.

Παράλληλα, ο πόλεμος με επίκεντρο το Ιράν επιβεβαιώνει ότι όχι μόνο στην τρέχουσα συγκυρία, αλλά ευρύτερα κατά την εναπομείνασα τριετία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η διεθνής σκηνή θα χαρακτηρίζεται από ακραία αστάθεια. Υπ’ αυτήν την έννοια το αφήγημα του πρωθυπουργού ότι οι επερχόμενες εκλογές είναι κρίσιμο να οδηγήσουν στην ανάδειξη μιας ισχυρής κυβέρνησης ενισχύεται.
Επίσης, το σκηνικό γενικευμένης αναταραχής εκτιμάται πως θα περιορίσει την «τιμωρητική» και «αντισυστημική» ψήφο, που τείνει να αναδειχθεί στον βασικότερο αντίπαλο της Ν.Δ. στη μάχη για μια νέα αυτοδυναμία. Ειδικά η κυπριακή «παράμετρος» της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή βελτιώνει την κυβερνητική εικόνα στα δεξιόστροφα εκλογικά ακροατήρια και «ακυρώνει» την κριτική που ασκούν κόμματα, όπως η Ελληνική Λύση, αλλά και οι πρώην πρωθυπουργοί Κ. Καραμανλής και Αντ. Σαμαράς, αλλά και η Μαρία Καρυστιανού. Τέλος, καθώς ο Ν. Ανδρουλάκης επέλεξε –ενισχύοντας τις προοπτικές του ΠΑΣΟΚ στους κεντρώους ψηφοφόρους– να συναντηθεί κατ’ ιδίαν με τον Κυρ. Μητσοτάκη, να κινηθεί «θεσμικά» έναντι του πολεμικού σκηνικού στη Μέση Ανατολή και να στηρίξει την αποστολή των ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο, η κυβέρνηση εμφανίζεται να βγαίνει από τον κλοιό της απόλυτης πολιτικής απομόνωσης των τελευταίων μηνών.

Ο φόβος για σπιράλ ανατιμήσεων
Στον αντίποδα, η διαχείριση των οικονομικών συνεπειών του πολέμου θα είναι για την κυβέρνηση μια εξαιρετικά δύσκολη και πολιτικά επίπονη άσκηση. Σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, το κόστος κρίνεται διαχειρίσιμο, εάν η σύγκρουση δεν έχει διάρκεια πέραν του μηνός. Σε διαφορετική περίπτωση, εκτιμάται πως η οικονομία θα εγκλωβιστεί σε μεγάλο κύκλο αυξήσεων στον τομέα της ενέργειας, που με τη σειρά του θα οδηγήσει σε ένα πληθωριστικό σπιράλ σε προϊόντα και υπηρεσίες.
Παράλληλα έχει αποδειχθεί πως η δυνατότητα των ελεγκτικών μηχανισμών να διαχειριστούν το μέτωπο των υπέρμετρων ανατιμήσεων και της αισχροκέρδειας παραμένει ασθενής. Σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, ο δείκτης τιμών καταναλωτή δεν αποκλείεται να αυξηθεί στο 4,7% ή και περισσότερο, έναντι 2,2% που προβλέπεται στο βασικό σενάριο του προϋπολογισμού.

Επίσης, παρενέργειες είναι πιθανό να υπάρξουν και στο μέτωπο του τουρισμού –περιλαμβανομένης της κρουαζιέρας– για τις επιδόσεις του οποίου οι εκτιμήσεις ήταν, μέχρι την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, εξαιρετικά ευοίωνες. Παράλληλα, αν και οι πιθανότητες βαλλιστικοί πύραυλοι να «σπάσουν» τα αλλεπάλληλα «αναχώματα» που έχουν οικοδομήσει οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και η Ελλάδα και να φτάσουν στη Σούδα είναι, και λόγω απόστασης, μηδαμινές, είναι προφανές ότι η Κρήτη μπορεί να μπει στις αξιολογήσεις των τουριστών στο κάδρο των πολεμικών επιχειρήσεων ως πιθανός στόχος, ενώ ο τουρισμός αποτελεί τον μεγαλύτερο πυλώνα στήριξης της οικονομίας του νησιού συνεισφέροντας στο 50% περίπου του τοπικού ΑΕΠ.

Είναι προφανές ότι εάν το αρνητικό σενάριο του πολέμου «μακράς διαρκείας» επικρατήσει, η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην αξιοποίηση εργαλείων επιδότησης των πολιτών –πρωτίστως των ασθενεστέρων– όπως είχε πράξει και στην κορύφωση του Ουκρανικού. Επίσης, προεξοφλείται πως μεγαλύτερη ευελιξία και «χώρος» για μέτρα στήριξης θα δοθεί συνολικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο από την Κομισιόν.
Ομως, είναι αμφίβολο εάν όσα αποφασιστούν θα επαρκούν για τους πολίτες, που βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με το «υποκείμενο» υψηλό κόστος διαβίωσης, το οποίο έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, μερίδα τους θεωρείται βέβαιο ότι θα χρεώσει στην κυβέρνηση πιθανή μεγάλη άνοδο των τιμών, παρότι αυτή σε μεγάλο βαθμό θα είναι «εισαγόμενη» – με ό,τι αυτό συνεπάγεται πολιτικά: Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει λησμονηθεί ότι η μεγαλύτερη δημοσκοπική κάμψη της Ν.Δ. την προηγούμενη τετραετία είχε καταγραφεί την άνοιξη του 2022, λίγο πριν αποφασιστεί η επιδότηση των λογαριασμών ρεύματος, που είχαν εκτοξευθεί λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

Τρομοκρατία και προσφυγικό
Οι οικονομικοί κίνδυνοι από την πολεμική σύγκρουση θεωρούνται οι σημαντικότεροι, αλλά δεν είναι οι μόνοι που απασχολούν την Αθήνα. Παρότι η χώρα κρίνεται ασφαλής έναντι πιθανής επίθεσης από την Τεχεράνη, φόβοι υφίστανται για το ενδεχόμενο «μοναχικοί λύκοι» από το Ιράν να δραστηριοποιηθούν και να επιχειρήσουν να πλήξουν μέσω τρομοκρατικών ενεργειών δυτικές πρωτεύουσες. Επίσης, σε δεύτερο χρόνο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο νέων προσφυγικών πιέσεων: είτε απευθείας από το Ιράν με ενδιάμεσο σταθμό την Τουρκία είτε Αφγανών που θα επιχειρήσουν να κατευθυνθούν μέσω Ιράν και εν συνεχεία μέσω Τουρκίας προς την Ελλάδα και την Ευρώπη. Τέλος, σε γεωπολιτικό επίπεδο, προβληματισμός εκφράζεται για τις κινήσεις της Aγκυρας, η οποία τελεί υπό κλιμακούμενη πίεση λόγω της συνεχούς ισχυροποίησης της θέσης του Ισραήλ, αλλά και των τεκτονικών μεταβολών στην ευρύτερη περιοχή.

