Το σύνολο σχεδόν της χώρας χαρακτηρίζεται από πλεόνασμα υγρασίας στο πιο επιφανειακό στρώμα μετά τις αλλεπάλληλες βροχοπτώσεις των τελευταίων εβδομάδων, ενώ σε συνθήκες σχετικής ξηρασίας παραμένουν μόνο η κεντρική και ανατολική Κρήτη, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που παρουσιάζει το ΜΕΤΕΟ του ΕΑΑ. Παρόμοια είναι και τα στοιχεία για το βαθύτερο στρώμα υπεδάφους, με το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας να παρουσιάζει πλεόνασμα υγρασίας.
Τα στοιχεία του ΜΕΤΕΟ
Το παρόν δελτίο παρουσιάζει την ανάλυση της ομάδας ΜΕΤΕΟ του ΕΑΑ για τις συνθήκες ξηρασίας στην Ελλάδα κατά την 12η Φεβρουαρίου 2026. Η ανάλυση βασίζεται στην απόκλιση της υγρασίας των στρωμάτων υπεδάφους από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα σε δύο στρώματα:
- το επιφανειακό στρώμα 7-28 εκατοστών, όπου η υγρασία εδάφους διαμορφώνεται κυρίως από τις μετεωρολογικές συνθήκες των τελευταίων εβδομάδων
- το βαθύτερο στρώμα 28-100 εκατοστών, το οποίο έχει μεγαλύτερη αδράνεια στις μεταβολές του καιρού και αντικατοπτρίζει τις συνθήκες των τελευταίων μηνών
Με βάση τα δεδομένα υγρασίας εδάφους της υπηρεσίας Copernicus της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπολογίζουμε τον κανονικοποιημένο δείκτη υγρασίας εδάφους (SSMI) λαμβάνοντας υπόψη τις τωρινές συνθήκες καθώς και αυτές κατά την περίοδο αναφοράς 1991-2020. Στις περιπτώσεις που ο δείκτης αυτός είναι σημαντικά αρνητικός κατατάσσουμε την ξηρασία στα επίπεδα 1 έως 5 ανάλογα με το μέγεθός του, τα οποία υποδηλώνουν ήπια, μέτρια, σημαντική, έντονη και ακραία ξηρασία. Στις περιπτώσεις όπου ο δείκτης SSMI είναι σημαντικά θετικός τότε έχουμε σχετικό πλεόνασμα υγρασίας στο έδαφος.
Όσον αφορά το πιο επιφανειακό στρώμα (7-28 εκ.), που όπως είπαμε αποκρίνεται πιο άμεσα στις μετεωρολογικές συνθήκες, τα αλλεπάλληλα κύματα βροχοπτώσεων κατά τις τελευταίες εβδομάδες (11/1 έως 11/01) οδήγησαν σε αύξηση της υγρασίας εδάφους στα ανατολικά της ηπειρωτικής χώρας (κυρίως στην ανατολική Στερεά Ελλάδα) που βρίσκονταν σε συνθήκες ήπιας έως σημαντικής ξηρασίας. Το σύνολο σχεδόν της χώρας χαρακτηρίζεται από πλεόνασμα υγρασίας ενώ συνθήκες σχετικής ξηρασίας επικρατούν πλέον μόνο στην κεντρική και ανατολική Κρήτη (Εικόνα 1).
Αύξηση στην σχετική υγρασία εδάφους είχαμε και στο βαθύτερο υπό εξέταση στρώμα υπεδάφους (28-100 εκ.) στα ανατολικά ηπειρωτικά καθώς και στην δυτική Κρήτη όπου είχαμε μερική υποχώρηση των επιπέδων ξηρασίας. Το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας παραμένει σε συνθήκες πλεονάσματος υγρασίας, ενώ κοντά στον μέσο όρο για την εποχή βρίσκεται η ανατολική Στερεά Ελλάδα και περιοχές της ανατολικής Πελοποννήσου. Σε σχετική ξηρασία παραμένει μεγάλο μέρος της Κρήτης.

Η περιεκτικότητα σε νερό στα στρώματα αυτά του υπεδάφους είναι κρίσιμα για την ανάπτυξη και απόδοση πολλών γεωργικών καλλιεργειών και αντικατοπτρίζει την επίδραση του υετού, την εξατμισοδιαπνοής και της απορροής/διήθησης νερού στο έδαφος σε ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν η εδαφική υγρασία σε αυτά είναι αρκετά κάτω από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα μιας συγκεκριμένης περιοχής, αυτό συνεπάγεται συνθήκες (σχετικής) ξηρασίας και άρα παρατεταμένο υδατικό στρες για τις καλλιέργειες.
Όπως προαναφέρθηκε, τα επίπεδα ξηρασίας αυτά έχουν σχετική και όχι απόλυτη έννοια. Αντικατοπτρίζουν την κατάσταση του εδάφους σε σχέση με τις μέσες συνθήκες της περιόδου αναφοράς (1991-2020). Για παράδειγμα, αν η εδαφική υγρασία είναι αρκετά χαμηλή για τα δεδομένα μιας περιοχής την συγκεκριμένη περίοδο του έτους, τότε ενδέχεται να έχουμε έως και επίπεδο 5 ξηρασίας (ακραία ξηρασία) χωρίς να είναι τελείως ξερό το έδαφος. Παρομοίως, αν η εδαφική υγρασία είναι ιδιαίτερα χαμηλή σε απόλυτο βαθμό, αλλά σε κανονικά για την εποχή επίπεδα, τότε έχουμε κανονικές συνθήκες ξηρασίας (ο δείκτης SSMI είναι ελαφρώς αρνητικός ή θετικός). Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ελλείψει επιτόπιων παρατηρήσεων οι τιμές εδαφικής υγρασίας αποτελούν εκτίμηση εξειδικευμένου μοντέλου για την επιφάνεια της Γης (ERA5-Land) και κατά τόπους ενδέχεται να υπάρχουν αποκλίσεις από τις πραγματικές συνθήκες.

