Ένας ακόμα γύρος διαπραγματεύσεων αρχίζει στο Άμπου Ντάμπι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί την επιχειρηματικότητα ως το μεγαλύτερο ανάχωμα για να επικρατήσει η ειρήνη στην περιοχή. Πλανάται όμως, σύμφωνα με ειδικούς.
Αν και μέχρι τώρα όλες οι προσπάθειες ειρήνευσης έχουν αποτύχει, λόγω των αγεφύρωτων διαφορών Ουκρανίας-Ρωσίας, η αμερικανική πλευρά εκφράζει μια αισιοδοξία.
Ο Αμερικανός επικεφαλής απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ, έχει παρουσιάσει τις εμπορικές συμφωνίες με τη Ρωσία μετά από μια ειρηνευτική συμφωνία ως εγγύηση κατά μελλοντικών εχθροπραξιών.
Υπενθυμίζεται ότι τον Νοέμβριο είχε δηλώσει στη The Wall Street Journal: «Αν όλοι ευημερούν και όλοι συμμετέχουν, και υπάρχει όφελος για όλους, αυτό από μόνο του θα λειτουργήσει ως φυσικό ανάχωμα απέναντι σε μελλοντικές συγκρούσεις εκεί».
Πιστεύει ότι η Ρωσία παρουσιάζει μεγάλες ευκαιρίες κέρδους. «Η Ρωσία έχει τόσους πολλούς τεράστιους πόρους, τεράστιες εκτάσεις γης», είπε, έχοντας μάλιστα δηλώσει από τον Φεβρουάριο του 2025 ότι συζητούσε με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν «μεγάλες συναλλαγές οικονομικής ανάπτυξης» μεταξύ των δύο χωρών τους.
Άλλωστε μετά την πτώση στη ΕΣΣΔ, οι άμεσες αμερικανικές επενδύσεις στη Ρωσία εκτοξεύτηκαν, από 1,7 δισ. δολ. το 1999 σε 20,8 δισ. δο. το 2009, ενώ η Ρωσία μπήκε στους πέντε σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ το 2021.
«Ένα βασικό στοιχείο της ειρηνευτικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης Τραμπ για την Ουκρανία είναι η πεποίθηση ότι η αναβίωση των εμπορικών δεσμών μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας θα αποτρέψει την επανέναρξη του πολέμου και ότι, στη διαδικασία αυτή, Αμερικανοί επενδυτές θα αποκομίσουν μεγάλα κέρδη» αναφέρει ο δημοσιογράφος του Foreign Policy, Σαμ Σκόουβ.
Ορισμένοι μάλιστα επιχειρηματίες έχουν έρθει σε επαφές με τη Ρωσία για επενδύσεις, σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα. Ο Τζέντρι Μπιτς έχει συνομιλήσει για την αγορά μεριδίου σε ρωσική ανάπτυξη φυσικού αερίου στην Αρκτική. Ο Στίβεν Π. Λιντς, με μακρά ιστορία επενδύσεων στη Ρωσία, έχει επιδιώξει να αγοράσει τον αγωγό Nord Stream 2.
Βέβαια, ο μεν πρώτος συνδέεται φιλικά με την προεδρική οικογένεια και ο δεύτερος είναι δωρητής του Τραμπ. Άραγε μπορεί να γενικευτεί
Δεν τελειώνουν έτσι οι πόλεμοι
Ωστόσο, μια εμπορική συμφωνία είναι απίθανο να εγγυηθεί την ειρήνη, σύμφωνα με την Τατιάνα Στανοβάγια, ανώτερη ερευνήτρια στο think tank Carnegie Russia Eurasia Center και ιδρύτρια του ρωσικού ιστότοπου πολιτικής ανάλυσης R.Politik.
Εν μέρει, όπως είπε, αυτό οφείλεται στο ότι το χρήμα δεν υπερισχύει των βασικών συμφερόντων ασφαλείας όπως τα αντιλαμβάνεται το Κρεμλίνο. Οποιεσδήποτε αμερικανικές ενέργειες που θα έμοιαζαν να απειλούν τη ρωσική ασφάλεια -κάτι που ιστορικά έχει περιλάβει από την τοποθέτηση στρατευμάτων στις χώρες της Βαλτικής έως την εγκατάσταση αντιπυραυλικής άμυνας στη Ρουμανία- θα εξακολουθούσαν να προκαλούν συναγερμό στη Μόσχα.
Η Ρωσία δεν είναι Ελ Ντοράντο
Πέραν αυτού ειδικοί που γνωρίζουν τον ρωσικό οικονομικό τομέα, δεν πιστεύουν ότι η Ρωσία είναι ένα επενδυτικό ένα ανεκμετάλλευτο Ελ Ντοράντο.
Η επένδυση στη Ρωσία «θα είναι ένα πολύ, πολύ δύσκολο περιβάλλον για πάρα πολύ καιρό», δήλωσε ο Κρις Γουίφερ, διευθύνων σύμβουλος της Macro-Advisory, μιας συμβουλευτικής εταιρείας που παρακολουθεί τη ρωσική οικονομία.
Άλλωστε η εμπειρία της δεκαετίας του 1990 δεν αφήνει περιθώρια φιλοδοξίας για πολλούς, όταν η ρωσική οικονομία ήταν διαλυμένοι και οι Αμερικανοί με τις παρεμβάσεις τους την έκαναν ακόμα χειρότερα.
«Να ’μαστε πάλι εδώ, να πιστεύουμε ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταμορφώσουν τις πολιτικές σχέσεις», είπε ο Τσαρλς Χέκερ, σύμβουλος γεωπολιτικού κινδύνου, ο οποίος διετέλεσε διευθύνων εταίρος της Control Risks στη Μόσχα από το 2000 έως το 2008. «Και νομίζω ότι η απάντηση σε αυτή την παραδοχή είναι πως, στην πραγματικότητα, όχι, δεν μπορούν».
Αμερικανοί ειδικοί επιρρίπτουν στη Ρωσία τις ευθύνες για την γεωπολιτική κρίση και γι΄αυτό δεν θα πρέπει οι επενδυτές να την εμπιστεύονται. Η ρωσική κατοχή της Κριμαίας το 2014 «άλλαξε την οπτική μας για τη Ρωσία — αν και πολλοί από εμάς θα έπρεπε να το είχαμε καταλάβει νωρίτερα», είπε ο Εντ Βερόνα, πρώην ανώτατο στέλεχος της ExxonMobil Russia και πρώην επικεφαλής του Αμερικανο-Ρωσικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου. «Εξαπατήσαμε τους εαυτούς μας πιστεύοντας ότι, μέσω της εμπλοκής και των εκκλήσεων στο αμοιβαίο συμφέρον, τα πράγματα θα πήγαιναν προς τη σωστή κατεύθυνση», πρόσθεσε.
Ακόμη και αν κηρυσσόταν ειρήνη αύριο, οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας πιθανότατα θα συνεχίζονταν, είπε ο Γουίφερ, προκειμένου να αντικατασταθούν οι τεράστιες απώλειες σε στρατιώτες και εξοπλισμό στην Ουκρανία. Θα υπάρξει μόνο «μια πολύ σταδιακή μετατόπιση των κρατικών πόρων προς την οικονομική ανάκαμψη», ανέφερε.
Το επενδυτικό κλίμα στη Ρωσία, όπου ισχυροί και πολιτικά διασυνδεδεμένοι παράγοντες κυριαρχούν συχνά έναντι των επιχειρηματικών εταίρων, είναι επίσης ριψοκίνδυνο. «Πραγματικά πρέπει να κάνεις εξονυχιστικό έλεγχο», είπε ο Γουίφερ.
Ωστόσο, κάποιοι θα ρισκάρουν
Σύμφωνα με το περιοδικό Foreign Policy η Ρωσία θα καλωσορίσει εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο φυσικό αέριο, το πετρέλαιο και άλλους κλάδους κρίσιμους για το ρωσικό κράτος, όπως η πυρηνική ενέργεια, τα κρίσιμα ορυκτά ή η γεωργία, πρόσθεσε. Η Ρωσία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός φυσικού αερίου στον κόσμο και ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου.
Από τη μία πλευρά, οι συμφωνίες εξόρυξης ορυκτών και πετρελαίου είναι ιδιαίτερα κερδοφόρες και -σε αντίθεση με τους ιδιώτες επενδυτές- θα είναι ασφαλέστερες από αρπακτικούς εταίρους, επειδή συναλλάσσονται απευθείας με το ρωσικό κράτος, είπε ο Γουίφερ.
Οι εταιρείες ενέργειας είναι επίσης συνηθισμένες στο να αντιμετωπίζουν πολιτικό κίνδυνο, σημείωσε ο Χέκερ. «Είναι συνηθισμένες να παίζουν σε πολύ υψηλό επίπεδο γεωπολιτικής».
Το Κρεμλίνο στο παρελθόν φάνηκε να χρησιμοποιεί τις επενδύσεις στο ρωσικό φυσικό αέριο ως δέλεαρ προς την κυβέρνηση Τραμπ. Την ίδια ημέρα μιας ειρηνευτικής συνάντησης για την Ουκρανία με τον Τραμπ τον Αύγουστο του 2025, ο Πούτιν υπέγραψε νόμο που θα διευκόλυνε την ExxonMobil να ανακτήσει μερίδια σε μια μεγάλη επένδυση φυσικού αερίου.
Η Μόσχα, πιθανότατα να προστατεύσει επενδυτές συνδεδεμένους με τον Τραμπ από Ρώσους εγχώριους ανταγωνιστές, είπε ο Βερόνα, καθιστώντας μια ειρηνευτική συμφωνία μια δυνητικά ιδιαίτερα προσοδοφόρα εξέλιξη για αυτούς.
Ωστόσο, δεν είναι σαφές πόσες αμερικανικές εταιρείες θα ανταποκριθούν, διότι μπορεί να φοβηθούν για τη φήμη τους, σύμφωνα με τον Βερόνα. «Δεν νομίζω ότι [οι εταιρείες] θα ήθελαν να αμαυρώσουν τη φήμη τους απλώς για κάποιες καλές εμπορικές ευκαιρίες, ειδικά αν οι κυρώσεις εξακολουθούν να ισχύουν — αν όχι από τις ΗΠΑ, τότε από την ΕΕΕ».
«Οι περισσότεροι θα περιμένουν μέχρι να πειστούν ότι ο κίνδυνος ενός νέου ξεσπάσματος πολέμου είναι ελάχιστος», είπε ο Γουίφερ.


