Επίθεση δέχονται τα δημόσια – και όχι μόνο – μέσα ενημέρωσης από την ακροδεξιά στην Ευρώπη. Μόλις έξι μήνες μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης της Τζιόρτζια Μελόνι, στην Ιταλία, ο γενικός διευθυντής του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα Rai παραιτήθηκε. Ο Κάρλο Φουόρτες ανέφερε την «πολιτική διαμάχη» ως λόγο της αποχώρησής του τον Μάιο του 2023, ένα χρόνο πριν από τη λήξη της θητείας του.
Οι κορυφαίες θέσεις καλύφθηκαν γρήγορα από υποψηφίους που είχαν δεσμούς με το κόμμα «Αδελφοί της Ιταλίας» της Μελόνι, ένα κόμμα με νεοφασιστικές ρίζες. Διευθύνων σύμβουλος της Rai είναι πλέον ο Τζιαμπάολο Ρόσι, πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου του καναλιού, ο οποίος στο παρελθόν έχει εκφράσει την υποστήριξή του προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν, τον Βίκτορ Όρμπαν και τον Ντόναλντ Τραμπ.
«Θέλουν να πάρουν τον έλεγχο της Rai και να αλλάξουν την αφήγηση σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης τους», δήλωσε τότε ένας ανώτερος υπάλληλος της Rai. Ένας άλλος ανέφερε ότι κάθε νέα κυβέρνηση προβαίνει σε αλλαγές στη διοίκηση, αλλά η διαφορά με την παρούσα είναι πως είναι «αδίστακτη».
Στην Γαλλία, τα δημόσια μέσα χρειάζονται «λίγη ελευθερία»
Στην Γαλλία, εν τω μεταξύ, λίγο πριν τις πρόωρες εκλογές του 2024, το ακροδεξιό κόμμα «Εθνικός Συναγερμός» (RN) δήλωσε ότι θα ιδιωτικοποιήσει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση σε περίπτωση νίκης. Η δημόσια τηλεόραση και το ραδιόφωνο χρειάζονται «λίγη ελευθερία» και ορισμένα προγράμματα έχουν υπερβολικά αριστερή κατεύθυνση, ανέφερε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος του RN.
Την επόμενη χρονιά, ένα κόμμα συμμαχικό με το RN – το οποίο ενδέχεται να αναδείξει τον επόμενο Πρόεδρο της Γαλλίας – ξεκίνησε έρευνα σχετικά με την «ουδετερότητα, τη λειτουργία και τη χρηματοδότηση» της δημόσιας τηλεόρασης και του ραδιοφώνου. Η Μαρίν Λε Πεν δήλωσε ότι και τα δύο μέσα είχαν «σαφές πρόβλημα με την ουδετερότητα».
Τα δημόσια μέσα ενημέρωσης έχουν ως στόχο να παρέχουν ποιοτικό, αμερόληπτο και τεκμηριωμένο περιεχόμενο, προσβάσιμο στο ευρύτερο δυνατό κοινό, ως μέρος ενός ελεύθερου και πλουραλιστικού χώρου ενημέρωσης, που διαφυλάσσει το κράτος δικαίου, παρέχοντας αξιόπιστες και διαφανείς πληροφορίες και ασκώντας έλεγχο στην εξουσία, υπογραμμίζει ο βρετανικός Guardian.
Παντού τα δημόσια μέσα ενημέρωσης ελέγχονται από τους κυβερνώντες
Στην Ουγγαρία, ωστόσο, η δημόσια τηλεόραση και το ραδιόφωνο αποτελούν μηχανισμούς προπαγάνδας – και η οργάνωση «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» (RSF) εκτιμά ότι, χάρη στις εξαγορές ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης από ολιγάρχες φιλικούς προς το καθεστώς και στην αδράνεια των ρυθμιστικών αρχών που έχουν υποκύψει, η κυβέρνηση ελέγχει περίπου το 80% των μέσων ενημέρωσης της χώρας.
Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, βεβαίως, το γεγονός ότι η δημόσια τηλεόραση και γενικώς τα δημόσια μέσα ενημέρωσης αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από τους κυβερνώντες παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, παρότι στις κυβερνήσεις δεν βρίσκονται ακροδεξιά κόμματα.
Όσο για τον Ούγγρο Όρμπαν, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να ηττηθεί στις εκλογές της 12ης Απριλίου. Ωστόσο, η στρατηγική του στον τομέα των μέσων ενημέρωσης χρησιμεύει ως πρότυπο και σε άλλες χώρες της ΕΕ, όπου εθνικιστικά κόμματα επιτίθενται στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, κατηγορώντας τους για μεροληψία και οικονομική δυσχέρεια, ενώ οι δισεκατομμυριούχοι υποστηρικτές τους δημιουργούν ανταγωνιστικές, ανοιχτά δεξιές αυτοκρατορίες μέσων ενημέρωσης.
Κατά τη διάρκεια της ετήσιας επίσημης συνέντευξης Τύπου της Μελόνι στις αρχές Ιανουαρίου, η ίδια δήλωσε ότι η ελευθερία του Τύπου αποτελεί «θεμελιώδη προϋπόθεση κάθε δημοκρατίας». Η στάση της κυβέρνησής της απέναντι στους δημοσιογράφους, όμως, αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση έχει καταφύγει σε αγωγές για δυσφήμιση προκειμένου να φιμώσει δημοσιογράφους και διανοούμενους, ενώ αποφεύγει να απαντά σε ερωτήσεις όποτε αυτό είναι δυνατό – η ίδια η Μελόνι «πιάστηκε» να λέει στον Ντόναλντ Τραμπ στο Λευκό Οίκο το περασμένο καλοκαίρι: «Δεν θέλω ποτέ να μιλάω στον Τύπο μου».
Από την ανάληψη της εξουσίας από την ακροδεξιά κυβέρνησή της, η Ιταλία έχει πέσει από την 41η στην 49η θέση στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου. Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισήμανε αυτό το γεγονός σε μια έκθεση για το κράτος δικαίου, η Μελόνι κατηγόρησε τα αριστερά ιταλικά μέσα ενημέρωσης ότι διαστρέβλωσαν τα ευρήματά της.
Στο στόχαστρο οι δημοσιογράφοι
Υπάρχουν και άλλα. Η ευρωπαϊκή ΜΚΟ για τα δικαιώματα Liberties επισημαίνει ότι πέρυσι «πολιτικές προσωπικότητες» έβαλαν στο στόχαστρο δημοσιογράφους, όχι μόνο με νομικές επιθέσεις αλλά και με σωματικό εκφοβισμό και εκστρατείες δυσφήμισης. Η πολιτική παρέμβαση στη Rai «συνεχίζει να αυξάνεται», ανέφερε η Liberties, επιτείνοντας τις αβεβαιότητες, μεταξύ των οποίων και σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης: η κυβέρνηση κατέχει σχεδόν το 100% των μετοχών του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, γεγονός που της παρέχει ουσιαστικό έλεγχο επί των δραστηριοτήτων του.
«Η κριτική προς μία κυβέρνηση ή η αντίθεση σε μια κυβέρνηση αποτελεί μέρος της δημοκρατίας», δήλωσε ο Λορέντζο Ντε Σίο, από το Πανεπιστήμιο Luiss της Ρώμης. «Αλλά αυτό που έχουμε εδώ είναι μια κυβέρνηση που θεωρεί την κριτική ενόχληση… Προσπαθούν να μην απαντούν σε ερωτήσεις».
Στην Γαλλία, ακόμη και με την ακροδεξιά να μην βρίσκεται (ακόμα) στην εξουσία, η εικόνα δεν διαφέρει πολύ. Η κοινοβουλευτική έρευνα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, υπό την ηγεσία της ακροδεξιάς, περιγράφηκε από τη Le Monde ως «ιδεολογική πολεμική μηχανή» με στόχο την «αστυνόμευση της κοινής γνώμης».
Η δημόσια ραδιοτηλεόραση πρέπει να λογοδοτεί, ανέφερε η εφημερίδα, αλλά αυτό το «κυνήγι μαγισσών» είχε «λιγότερο να κάνει με τη μεταρρύθμιση και περισσότερο με την αποσιώπηση». Όσον αφορά στον πλουραλισμό και την ποικιλομορφία των απόψεων, η δημόσια ραδιοτηλεόραση δεν έχει να πάρει μαθήματα από εκείνους που έχουν ορκιστεί να την καταστρέψουν.
«Μεγάλο πρόβλημα» η συγκέντωση ιδιωτικών ΜΜΕ στην Γαλλία
Εν τω μεταξύ, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) περιγράφουν τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης στην Γαλλία ως «μεγάλο πρόβλημα». Ο δεξιός μεγιστάνας Βενσάν Μπολορέ ελέγχει το κανάλι ειδήσεων με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση στην Γαλλία, το CNews, καθώς και έναν ραδιοφωνικό σταθμό, ένα εβδομαδιαίο περιοδικό και μια κυριακάτικη εφημερίδα.
Η RSF ανέφερε ότι ο παρεμβατισμός του Μπολορέ και η «έλλειψη πλουραλισμού προκαλούν φόβους για τον θρίαμβο της γνώμης έναντι των γεγονότων». Πέρυσι, η πρώην υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας, Rachida Dati, χρησιμοποίησε το CNews και την εφημερίδα Journal du Dimanche του Μπολορέ για να επιτεθεί στα δημόσια μέσα ενημέρωσης.
AfD: «Θέλουμε να βάλουμε επιτέλους τέλος σε αυτή την woke, αντιγερμανική και χειραγωγική επιρροή»
Παράλληλα, το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) έχει από καιρό στο στόχαστρό του το τεράστιο και καλά χρηματοδοτούμενο δίκτυο δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων της Γερμανίας, ζητώντας ριζικές αλλαγές στα μέσα αυτά, τα οποία χρηματοδοτούνται από τα τέλη τηλεθέασης.
Η AfD, που είναι πλέον το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης και ενδέχεται να καταλάβει για πρώτη φορά την εξουσία σε περιφερειακό επίπεδο φέτος, ισχυρίζεται ότι οι εθνικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς ARD και ZDF και οι περιφερειακοί θυγατρικοί τους είναι φερέφωνα της κυβέρνησης, μεροληπτικά υπέρ των κυρίαρχων κομμάτων.
Δύο ομόσπονδα κράτη της πρώην ανατολικής Γερμανίας, η Σαξονία-Άνχαλτ και το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, πρόκειται να διεξαγάγουν εκλογές τον Σεπτέμβριο και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η AfD ανεβαίνει προς το 40%, κάτι που θα μπορούσε να είναι αρκετό για να της δώσει τον συνολικό έλεγχο, ανάλογα με την επίδοση των άλλων κομμάτων.
Σε περίπτωση εκλογής της, η AfD έχει δηλώσει ότι θα αγωνιστεί για την αναδιάρθρωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και τη μείωση του μηνιαίου τέλους των 18 ευρώ που καταβάλλει κάθε νοικοκυριό – μια κίνηση που προσπάθησε να εφαρμόσει στη Σαξονία-Άνχαλτ και τη Θουριγγία, όπου δεν διαθέτει πλειοψηφία και, ως εκ τούτου, η πρότασή της απορρίφθηκε.
«Θέλουμε να βάλουμε επιτέλους τέλος σε αυτή την woke, αντιγερμανική και χειραγωγική επιρροή», δήλωσε ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, συν-πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος στη Σαξονία-Άνχαλτ, προσθέτοντας ότι στόχος της AfD είναι να «καταργήσει» τη συμφωνία για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.
Και τα mainstream δεξιά κόμματα κατηγορούν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση
Τα μετριοπαθή δεξιά κόμματα έχουν επίσης κατηγορήσει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση για μεροληψία, ωθώντας το περιοδικό Spiegel να αναρωτηθεί αν υπάρχει ακόμα ελπίδα για τη δημόσια τηλεόραση και το ραδιόφωνο, τα οποία «θεωρούνται όλο και περισσότερο – και όχι μόνο από τη δεξιά – ως φερέφωνο των αστικών, προοδευτικών ελίτ».
Οι υπερασπιστές των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων επισημαίνουν ότι ο Βασικός Νόμος της Γερμανίας, ή το Σύνταγμα, ορίζει τη «βασική πρόβλεψη» της πρόσβασης των πολιτών στα δημόσια μέσα ενημέρωσης, επιτρέποντάς τους να είναι ενημερωμένοι και ενεργοί πολίτες μιας υγιούς και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Θεωρούν τον πόλεμο κατά των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών ως μια προφανή προσπάθεια να ανοίξει ο δρόμος προς τον αυταρχισμό στη Γερμανία. «Δεν θέλουν ανεξάρτητη δημοσιογραφία», δήλωσε ο Χόλγκερ Χόβελμαν, εμπειρογνώμονας σε θέματα μέσων ενημέρωσης των Σοσιαλδημοκρατών, αναφερόμενος στο AfD και τόνισε ότι «θέλουν μέσα ενημέρωσης που να διαδίδουν μηνύματα που τους εξυπηρετούν πολιτικά. Περιφρονούν αυτή την πολυπολιτισμική κοινωνία».
Αυτό ήταν και το βασικό επιχείρημα των επικριτών για το Νόμο και τη Δικαιοσύνη (PiS), το εθνικιστικό κόμμα που κυβέρνησε την Πολωνία για οκτώ χρόνια μέχρι το 2023. Μετά από χρόνια απροκάλυπτης φιλοκυβερνητικής προπαγάνδας, η νέα κυβέρνηση έθεσε τα δημόσια μέσα ενημέρωσης ως κορυφαία προτεραιότητα και προχώρησε στην υπαγωγή τους σε διοικητική επιτροπή, καθώς και στη χρήση του εμπορικού δικαίου για να αναλάβει τον διοικητικό έλεγχο.
«Είμαστε ελεύθεροι. Και γι’ αυτό προκαλούμε δυσαρέσκεια»
Αναστάτωση και αντιδράσεις προκλήθηκαν στο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα TVP από τις αλλαγές που έγιναν πριν τα Χριστούγεννα του 2023, με το ειδησεογραφικό κανάλι TVP Info να αναγκάζεται να διακόψει τη μετάδοσή του για περισσότερο από μία εβδομάδα και το κύριο δελτίο ειδήσεων να λαμβάνει νέο όνομα, σηματοδοτώντας τη ρήξη με την προηγούμενη εποχή.
Ωστόσο, τα δημόσια μέσα ενημέρωσης της Πολωνίας παραμένουν πολιτικοποιημένα μέσα σε ένα βαθιά πολωμένο τοπίο των ΜΜΕ. Μια έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, από τις προεδρικές εκλογές του περασμένου έτους, ανέφερε ότι η ταραχώδης μετάβαση «απέτυχε να διασφαλίσει την αμεροληψία, παρά ορισμένες βελτιώσεις στην κάλυψη».
Η Ομοσπονδία Σεναριογράφων της Ευρώπης δήλωσε ότι η στρατηγική των ακροδεξιών μέσων ενημέρωσης αποσκοπούσε στο να «απονομιμοποιήσει τη δημοσιογραφία, να εκφοβίσει τους επικριτές, να συγκεντρώσει την επιρροή των μέσων ενημέρωσης, να χρησιμοποιήσει τις ρυθμιστικές αρχές ως όπλο – και να στερήσει τη χρηματοδότηση ή να καταλάβει δημόσιους θεσμούς που διαμορφώνουν την κοινή πραγματικότητα».
Απαντώντας στην έρευνα του γαλλικού κοινοβουλίου την περασμένη εβδομάδα, ο Μπολορέ αρνήθηκε ότι διεξάγει πολιτικό πόλεμο, ισχυριζόμενος ότι είναι ο «τέλειος αποδιοπομπαίος τράγος» για μια εχθρική ελίτ. «Δεν υποκλινόμαστε», δήλωσε ο δισεκατομμυριούχος. «Είμαστε ελεύθεροι. Και γι’ αυτό προκαλούμε δυσαρέσκεια»…

