Δεκαεννέα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Νίκου Κούρκουλου. Ο σπουδαίος Έλληνας ηθοποιός απεβίωσε στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την είδηση του θανάτου του να σκορπίζει τη θλίψη στο πανελλήνιο. Ο Νίκος Κούρκουλος υπηρέτησε με ήθος τον χώρο της υποκριτικής και λατρεύτηκε όσο λίγοι από τους συναδέλφους του και το κοινό.
Το Ιανουάριο του 1994 ο Νίκος Κούρκουλος ήταν καλεσμένος στο «Ενώπιος Ενωπίω» και τον Νίκο Χατζηνικολάου, και είχε μιλήσει μεταξύ άλλων για τα παιδικά του χρόνια, το θέατρο, τον Παναθηναϊκό και την προσωπική του ζωή.
Αναφερόμενος στην εικόνα του «σκληρού ζεν πρεμιέ» που υπήρχε στην κοινή γνώμη για τον ίδιο και τις διαφορές του με τον Ανδρέα Μπάρκουλη, ο σπουδαίος ηθοποιός είχε πει: «Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά δεν μπορώ να το πω εγώ, αλλά ο κόσμος. Βλέποντας τον Ανδρέα την εποχή εκείνη στις ταινίες, διαπιστώνει κανείς ότι είναι ένας ηθοποιός με πολύ ταλέντο. Εγώ τον ζήλευσα διότι δεν είχα ξεκινήσει ακόμα. Όπως θα τον ζήλευε ο καθένας. Όπως θα ζήλευε κάποιος εμένα όταν έγινα σταρ. Ο Ανδρέας ήταν ο “γλυκός ζεν πρεμιέ” και εγώ ήμουν το “παλιόπαιδο”, ο “αλήτης”».
Τα παιδικά χρόνια και οι θάνατοι των αδελφών του
Μιλώντας για τα παιδικά του χρόνια είχε πει: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στου Ζωγράφου. Ήμασταν φτωχή οικογένεια. Ήμασταν 4 αγόρια (Σπύρος, Νίκος, Ιάκωβος, Στέφανος). Κυνηγούσε την κόρη η μητέρα μου» και είχε αποκαλύψει: «Πλέον είμαστε δύο στη ζωή. Ο Σπύρος ήταν δεύτερος πλοίαρχος σε πλοίο, το οποίο κόπηκε στα δύο στον Ατλαντικό, και χάθηκε σε αυτό το ναυάγιο. Ο Ιάκωβος ήταν πολιτικός μηχανικός και σκοτώθηκε όταν έπεσε από πολυκατοικία που έχτιζε».
«Ο πατέρας μου ήταν αγρότης στην Κέρκυρα. Ήρθε στην Αθήνα και πήγε σε κουρείο. Από το σκούπισμα του μαγαζιού, έγινε κουρέας και κατάφερε να αποκτήσει το δικό του κουρείο, τη δική του επιχείρηση. Η μητέρα μου ήταν η μάνα που τα τραβάει όλα, που κυνηγάει τα παιδιά από τη γειτονιά. Οι γονείς μου είχαν καταφέρει να χτίσουν δύο δωμάτια σε οικόπεδο στου Ζωγράφου, που τότε ήταν εκτός σχεδίου. Από μπροστά περνούσε ένα ρέμα, από όπου είχαν κουβαλήσει πέτρες για το σπίτι» είχε αναφέρει αρκετά συγκινημένος ο Νίκος Κούρκουλος.
Το ποδόσφαιρο και ο Παναθηναϊκός
«Όταν ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένας Αυστριακός προπονητής, ο Γιόχαν Στραντλ, για τον Παναθηναϊκό, η ομάδα ανακοίνωσε τα πρώτα “Τσίκο” (σ.σ. παιδικές ομάδες). Μόλις το άκουσα, πήγα, έκανα οντισιόν και πέρασα στα τσικό του Παναθηναϊκού. Εκεί μεγάλωσα, ανδρώθηκα και έφτασα μέχρι την πρώτη ομάδα» αποκάλυψε ακόμα ο Νίκος Κούρκουλος.
«Εγώ ήμουν πολύ “αλητάκος”. Δεν είμαι εύκολη υπόθεση. Η πορεία μου στο ποδόσφαιρο διακόπηκε όταν μου μπήκε το μικρόβιο του θεάτρου. Η ομάδα μας έβαλε στο Λιμενικό Σώμα για να μας αξιοποιεί. Τότε υπάρχει το πρωτάθλημα με όλα τα Σώματα Ασφαλείας και Αμύνης. Παράλληλα είχα πολλές ελεύθερες ώρες και έδωσα εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου» είχε προσθέσει.
Το θέατρο
«Ο πατέρας μου ήταν καλλιτεχνική φύση. Έπαιζε βιολί. Αλλά οι γονείς μου δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι εγώ θα πάω στο θέατρο. Το όνειρό τους ήταν να γίνω δικηγόρος. Είμαστε τόσο αγαπημένη οικογένεια που δεν μπορούσα να μην κάνω το χατίρι του πατέρα μου, που είχε πονέσει και δούλευε για εμάς όλη του τη ζωή. Έδωσα εξετάσεις στη Νομική και μπήκα. Αλλά το μικρόβιο της υποκριτικής είχε μπει για τα καλά στον οργανισμό μου» είχε εξομολογηθεί.
«Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με το θέατρο, πήγα στο Θέατρο Αθηνών. Εκεί βρήκαν τον Μανώλη Κατράκη. Δεν τον ήξερα αλλά ήταν τέτοια η επιμονή μου και η θέλησή μου για το θέατρο, που πήγα, τον βρήκα και του είπα “Θέλω να γίνω ηθοποιός”. Άμα εγώ θέλω να κάνω κάτι δεν καταλαβαίνω τίποτα. Εγώ θα προχωρήσω» είχε πει. «Ο Μανώλης ήταν ένας καταπληκτικός άνθρωπος, αγαπούσε το θέατρο και τους ηθοποιούς. Με είδε λίγο “τρελό” και μου λέει “έλα εδώ. Ανέβα στην σκηνή”. Εγώ έτρεμα. Μου λέει “Πες τον Εθνικό Ύμνο”. Μου έδωσε μετά κάποια κείμενα και ποιήματα. Από εκείνη την ημέρα, ο Κατράκης έκανε πρόβα και στα διαλείμματά του, δεν έκανε διάλειμμα αλλά με ανέβαζε στη σκηνή και δίδαξε».
«Έδωσα στο Εθνικό Θέατρο. Δεν είχα χρήματα να πάω σε σχολή. Όταν τελείωσε η διδασκαλία του Κατράκη τον ρώτησα αν θα πετύχω. Μου είπε “Ωραίο παιδί είσαι, άνδρας είσαι, έχει καλή φωνή, τώρα αν έχει ταλέντο το ξέρει μόνο ο θεός. Άντε στο καλό”».
Ο Πανκουρκουλιακός και οι εκδηλώσεις λατρείας
Ο Νίκος Χατζηνικολάου είχε ρωτήσει τον Νίκο Κούρκουλο για ένα σωματείο θαυμαστριών του που είχε τον όνομα «Πανκουρκουλιακός», με τον ηθοποιό να απαντάει: «Εγώ δεν το ήξερα. Μετά το τέλος κάποιας παράστασης στο Θέατρο Κάππα, μπήκαν μέσα περίπου 15 κορίτσια και μου λέει η αρχηγός: “Εμείς είμαστε ο Πανκουρκουλιακός. Έχουμε ιδρύσει ένα σωματείο και θέλουμε αυτόγραφα”. Τότε κατάλαβα ότι είχε δημιουργηθεί το σωματείο».
Στη συνέχεια ο Νίκος Χατζηνικολάου ρώτησε τον Νίκο Κούρκουλο αν ισχύει ότι η επικεφαλής του σωματείου άνοιξε το πουκάμισό της και του ζήτησε να υπογράψει στο στήθος της. «Οι γυναίκες μπορούν να κάνουν πράγματα που δεν μπορείς να τα προβλέψει. Με κοιτάει στα μάτια και μου λέει: “Θέλω αυτόγραφο”. Της λέω “Βεβαίως, δώσε μου το πρόγραμμα”. Μου λέει “Δεν έχω πρόγραμμα” και ανοίγει το πουκάμισο και εγώ παγώνω».
«Αντιμετώπισα πολύ συχνά εκδηλώσεις λατρείας και ένιωσα τι θα πει ο φόβος του όχλου. Μία φορά στις ΗΠΑ, στην πρεμιέρα του έργου “Illya Darling”, μπήκε ο κόσμος στα καμαρίνια. Φορούσα ένα μπλουζάκι διχτυωτό. Μπήκε ο όχλος και εν ριπή οφθαλμού έμεινα γδυτός» είχε εξομολογηθεί.
Η προσωπική ζωή
Αναφερόμενος στη σχέση του με την Μαριάννα Λάτση και την κριτική που δέχθηκε, ο Νίκος Κούρκουλος είχε αναφέρει: «Στην Ελλάδα, όταν κάποιος κάνει ένα βήμα και ανεβαίνει ένα σκαλί, κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν να τον κατεβάσουν κάτω. Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα. Δεν με ενόχλησε ο τρόπος που υποδέχθηκε ο Τύπος την επιλογή μου. Ήξερα πάρα πολύ καλά τι θα συμβεί. Ξέρω τι να περιμένω από τους ανθρώπους».
Και είχε προσθέσει: «Εγώ γνώρισα έναν άνθρωπο (σ.σ. Μαριάννα Λάτση), τον λάτρεψα, τον αγάπησα και συνέχισα τη ζωή μαζί του. Όταν είσαι ερωτευμένος, δεν έχει σημασία με ποιον/α είσαι ερωτευμένος, πας μπροστά, δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Δεν με ενδιέφερε εμένα αν είχε λεφτά ή όχι. Όταν την γνώρισα δεν ήξερα ποια ήταν».
Για την γνωριμία τους, είχε πει: «Την Μαριάννα τη γνώρισα στο θέατρο. Έχω ένα σπίτι στην Κινέτα και τα καλοκαίρια μαζευόμασταν φίλοι. Κάποια στιγμή έπληττα. Ήταν Παρασκευή και πήγα στην Επίδαυρο που είχε γενική δοκιμή. Κάθομαι στα πρώτα σκαλιά και ξαφνικά βλέπω ένα πλάσμα να ανεβαίνει τις κερκίδες. Και πάγωσα. Αυτό ήταν. Κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί. Αυτό το κάτι εξελίχθηκε. Γνωριστήκαμε μέσω κάποιου φίλου εκεί και έπειτα από κάποιο καιρό ξανασυναντηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη. Εγώ μέσα μου είχα τελειώσει και είμαι σίγουρος και η Μαριάννα. Δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα μηδενικά. Την γνώρισα στα 50 μου. Στα 51 μου θα άρχιζαν να με ενδιαφέρουν τα μηδενικά;».

