Σε μια απόφαση με ισχυρό οικονομικό και πολιτικό αποτύπωμα, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ακύρωσε χθες, Παρασκευή (21/02), τους μεγαλύτερους και πιο φιλόδοξους δασμούς που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, με τον ίδιο να απαντά άμεσα υπογράφοντας διάταγμα για νέο παγκόσμιο δασμό 10%.
Ωστόσο, πίσω από τη δικαστική αυτή νίκη για τους εισαγωγείς, παραμένει ανοιχτό ένα γιγαντιαίο ερώτημα ύψους 133 δισ. δολαρίων: τι θα γίνει με τα ποσά που έχει ήδη εισπράξει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση από εισαγωγικούς φόρους που πλέον κρίνονται παράνομοι;
Οι επιχειρήσεις που επιβαρύνθηκαν από τους συγκεκριμένους δασμούς έχουν ήδη ξεκινήσει αγώνα δρόμου για την επιστροφή των χρημάτων τους. Παρά ταύτα, η διαδικασία μόνο απλή δεν αναμένεται να είναι, καθώς το θεσμικό τοπίο παραμένει σύνθετο και ενδέχεται να οδηγήσει σε κύμα δικαστικών και διοικητικών εμπλοκών.
Νομικοί με εξειδίκευση στο διεθνές εμπόριο εκτιμούν ότι, όταν ξεκαθαρίσει το τοπίο, οι εισαγωγείς είναι πιθανό να λάβουν επιστροφές, αλλά όχι χωρίς καθυστερήσεις. «Θα είναι μια δύσκολη περίοδος για κάποιο διάστημα», σημείωσε η δικηγόρος Τζόις Αντετούτου, εταίρος της νομικής εταιρείας Βίνσον & Έλκινς.
Σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα της νομικής εταιρείας Κλαρκ Χιλ, ο μηχανισμός των επιστροφών θα διαμορφωθεί μέσα από τις αποφάσεις και τις ενέργειες της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων των ΗΠΑ, του εξειδικευμένου Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ με έδρα τη Νέα Υόρκη, καθώς και άλλων κατώτερων δικαστηρίων.
«Το ποσό είναι τεράστιο», υπογράμμισε η Αντετούτου. «Τα δικαστήρια θα βρεθούν αντιμέτωπα με μεγάλες δυσκολίες. Το ίδιο και οι εισαγωγείς».
Από την πλευρά του, πάντως, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι υπέγραψε διάταγμα με το οποίο επιβάλλει νέο παγκόσμιο δασμό 10%, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ στις 24 Φεβρουαρίου για περίοδο 150 ημερών.
Το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP) παραθέτει έναν απολογισμό των συνεπειών.
Αποζημιώσεις
Η ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ουσιαστικά ακυρώνει τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς, οι οποίοι είχαν επιβληθεί σε σχεδόν όλα τα προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η απόφαση δεν επηρεάζει τους δασμούς που επιβάλλονται σε ορισμένους τομείς – όπως τα αυτοκίνητα, ο χάλυβας και το αλουμίνιο ή τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της EY-Parthenon Γκρέγκορι Ντάκο, η άμεση συνέπεια θα είναι η μείωση του μέσου συντελεστή που εφαρμόζεται στα εισαγόμενα προϊόντα, ο οποίος αναμένεται να υποχωρήσει από 16,8% σε περίπου 9,5%.
Μια άλλη συνέπεια είναι ότι οι εταιρείες που κατέβαλαν αυτούς τους δασμούς μπορούν να αξιώσουν αποζημίωση. Ορισμένες από αυτές είχαν ήδη προβλέψει την εξέλιξη, ασκώντας έφεση.
Αν και παραμένει δύσκολο να προσδιοριστεί το ακριβές ποσό, οικονομολόγοι εκτιμούν πως τα έσοδα που θα προκύψουν από αυτούς τους ανταποδοτικούς δασμούς θα κυμανθούν μεταξύ 130 και 140 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025.
Στα μέσα Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει μια ζοφερή εικόνα, μιλώντας για αποζημιώσεις «εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων» σε περίπτωση δυσμενούς απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Χθες Παρασκευή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εκτίμησε πως αυτό θα κριθεί από τη δικαιοσύνη.
Ο Δημοκρατικός κυβερνήτης του Ιλινόι έχει ήδη ζητήσει επιστροφή 1.700 δολαρίων ανά νοικοκυριό, βασισμένος σε εκτιμήσεις του πανεπιστημίου Γέιλ. Ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Καλιφόρνιας τόνισε από την πλευρά του πως θεωρεί ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να αποζημιώσει τους καταναλωτές.
Διαπραγματεύσεις
Πέρα από τις άμεσες συνέπειες, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ενδέχεται να επηρεάσει την ικανότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να συνάψει εμπορικές συμφωνίες με τους εταίρους της – η βούληση των οποίων να μειώσουν το ύψος των δασμών έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έναρξη των διαπραγματεύσεων.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παραδέχτηκε πρόσφατα ότι μια δυσμενής απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα μπορούσε να στερήσει από την κυβέρνηση την «ευελιξία» που προσφέρει η χρήση των δασμών ως διαπραγματευτικού μοχλού.
Ο Λευκός Οίκος διευκρίνισε στο AFP πως οι χώρες που έχουν υπογράψει συμφωνίες υπόκεινται πλέον και στον πρόσθετο δασμό 10% που επέβαλε ο πρόεδρος Τραμπ.
Εναλλακτικές για την κυβέρνηση των ΗΠΑ
Το διάταγμα που υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ βασίζεται σε έναν εμπορικό νόμο του 1974, που επιτρέπει στον πρόεδρο να εξισορροπήσει τις συναλλαγές μεταξύ των ΗΠΑ και των εταίρων τους όταν διαπιστώνεται σημαντική ανισορροπία στο ισοζύγιο πληρωμών.
Ωστόσο, υπάρχει το μειονέκτημα ότι ο νόμος αυτός παρέχει αυτήν τη δυνατότητα στον πρόεδρο των ΗΠΑ για διάστημα έως 150 ημερών. Ακολούθως, η κυβέρνηση θα πρέπει να εξασφαλίσει έγκριση από το Κογκρέσο, εφόσον θελήσει να διατηρήσει το μέτρο.
Η πιο προφανής λύση για την κυβέρνηση θα ήταν να καταθέσει προς ψήφιση στο Κογκρέσο νομοσχέδιο που θα της έδινε τη δυνατότητα για επαναφορά των δασμών.
Κάτι τέτοιο, όμως, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρονοβόρο και δύσκολο να επιτευχθεί, ιδίως με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν και ορισμένους Ρεπουμπλικάνους να εκφράζουν επιφυλάξεις σχετικά με την εκτεταμένη χρήση δασμών από τον πρόεδρο Τραμπ.


