Ο πόλεμος που έχουν ξεκινήσει οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν είναι ένα γεγονός πολύ πιο επικίνδυνο για το διεθνές δίκαιο από τον πόλεμο στο Ιράκ. Όπως επισημαίνει ο Γκιγιόμ Ντιβάλ, σύμβουλος στο Ίδρυμα «Ζακ Ντελόρ», είναι συχνοί οι παραλληλισμοί μεταξύ του πολέμου που ξεκίνησε ο Τζορτζ Μπους εναντίον του Ιράκ το 2003 και του πολέμου που διεξάγουν τώρα οι Ντόναλντ Τραμπ και Μπενιαμίν Νετανιάχου εναντίον του Ιράν.
Η ηγεσία του Ιράν δεν χρηματοδοτεί μαζικές επιχειρήσεις ισλαμιστικής επιρροής στην Ευρώπη που διεξάγουν άλλες χώρες του Κόλπου
Σε άρθρο του στο Social Europe, ο Γκιγιόμ Ντιβάλ εξηγεί ότι οι συνθήκες μεταξύ των δύο πολέμων είναι αρκετά διαφορετικές. Και στα μάτια κάποιων η επέμβαση κατά του Ιράν μπορεί να φαίνεται λιγότερο παράνομη, αυτό δεν ισχύει. Επίσης, δεδομένου του τρόπου με τον οποίο ξεκίνησε και στη συνέχεια διεξάγεται αυτός ο πόλεμος, οι συνέπειες είναι πιθανό να είναι εξίσου καταστροφικές.
Χουσεΐν και μουλάδες
Το ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς είναι εξίσου σκληρό, αν όχι περισσότερο από αυτό του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Ιρακινός ηγέτης δεν δίστασε να σφαγιάσει τον ίδιο του τον λαό, ιδιαίτερα στο Κουρδιστάν. Εκείνη την εποχή, αυτό ήταν σημαντικό κίνητρο για τους νεοσυντηρητικούς των ΗΠΑ, που θεωρούσαν αποστολή τους να διαδώσουν τη δημοκρατία σε όλο τον κόσμο με τη βοήθεια των όπλων.
REUTERS/Toby Melville
Οι Ιρανοί μουλάδες μπορεί να είναι ακόμη πιο σκληροί, όπως διαπιστώθηκε από την καταστολή των διαδηλώσεων των περασμένο Ιανουάριο –πληροφορίες αναφέρουν ακόμη και 30.000 νεκρούς. Ωστόσο, επισημαίνει ο Γκιγιόμ Ντιβάλ, το ανθρωπιστικό ήταν το πιο αδύναμο από τα κίνητρα του Ντόναλντ Τραμπ για να κάνει πόλεμο στο Ιράν.
Και αυτό φαίνεται από τα λόγια του: Ο Ντόναλντ Τραμπ λέει ότι επιδιώκει πρωτίστως μια λύση «βενεζουελάνικου τύπου» για το Ιράν, που θα άφηνε τη δικτατορία στη θέση της. Προϋπόθεση είναι οι μουλάδες να παραδώσουν τα πυρηνικά όπλα και τους πυραύλους και, φυσικά, το ιρανικό πετρέλαιο.
Και η τρομοκρατία;
Όπως επισημαίνει ο Γάλλος αναλυτής, ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν είχε πραγματικούς δεσμούς με τη διεθνή τρομοκρατία. Σίγουρα όχι με τους δράστες των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζονταν οι Αμερικανοί ηγέτες εκείνη την εποχή.
Η ιρανική ηγεσία επίσης δεν είχε ποτέ της δεσμούς με την Αλ Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος, σε αντίθεση με ορισμένες άλλες χώρες του Κόλπου. Αυτές οι οργανώσεις, οι οποίες ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν το σουνιτικό Ισλάμ, είναι στην πραγματικότητα ορκισμένοι εχθροί τους. Ούτε οι ηγέτες του Ιράν χρηματοδοτούν το είδος των μαζικών επιχειρήσεων ισλαμιστικής επιρροής στην Ευρώπη που διεξάγουν η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ξοδεύοντας δισεκατομμύρια.
Το Ιράν ήταν έτοιμο να δεχθεί αυστηρότερους περιορισμούς στο πυρηνικό του πρόγραμμα
Από την άλλη πλευρά, έχουν ακολουθήσει μια ενεργή πολιτική υποστήριξης σιιτικών και συμμαχικών παρατάξεων για την αποσταθεροποίηση της περιοχής, ενώ παράλληλα δεν διστάζουν να οργανώσουν επιχειρήσεις στην Ευρώπη, ιδίως εναντίον αντιφρονούντων. Η ικανότητα της ηγεσίας του Ιράν να προκαλέσει βλάβη πέρα από τα σύνορα της χώρας επίσης είχε ήδη μειωθεί σημαντικά πριν από την έναρξη του πολέμου. Έπεσε το καθεστώς του Μπασάρ αλ-Άσαντ, η Χαμάς έχει σχεδόν καταστραφεί ολοκληρωτικά, ενώ η Χεζμπολάχ στον Λίβανο έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα.
Συνεπώς, λέει ο Γκιγιόμ Ντιβάλ, ήταν αμφίβολο ότι θα μπορούσαν να ανοικοδομήσουν αυτήν την ικανότητα στο άμεσο μέλλον. Δεδομένης και της βαθιάς επιδείνωσης της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης στο εσωτερικό του ίδιου του Ιράν.
Όπλα μαζικής καταστροφής
Μια διαφορά είναι ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν σαφώς δεν διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής ή στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκε η κυβέρνηση Μπους.
Στο Ιράν υπάρχει ένα εξαιρετικά προηγμένο πυρηνικό πρόγραμμα, την παρακολούθηση του οποίου επέτρεπε η συμφωνία του 2015 (JCPoA). Μέχρι που ο Ντόναλντ Τραμπ εγκατέλειψε τη συμφωνία το 2018. Και το ιρανικό καθεστώς, τώρα πολύ αποδυναμωμένο, ήταν σαφώς προετοιμασμένο να δεχτεί ακόμη αυστηρότερους όρους, όπως υπέδειξε ο υπουργός του Ομάν μετά τις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν υπό την αιγίδα του.

Η επίθεση στο Ιράν μπορεί να φαίνεται λιγότερο αδικαιολόγητη από την επίθεση του 2003 στο Ιράκ. Αλλά ξεκίνησε εν μέσω διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και χωρίς καμία προσπάθεια εξασφάλισης νομιμότητας μέσω των Ηνωμένων Εθνών ή ακόμα και μέσω ενός ευρέος συνασπισμού χωρών, όπως συνέβη το 2003. Αυτό την καθιστά ακόμη πιο παράνομη -και πιο επικίνδυνη- από τον πόλεμο κατά του Ιράκ για την κυριαρχία του διεθνούς δικαίου και της πολυμέρειας, σημειώνει ο Γκιγιόμ Ντιβάλ.
Ιράν, αποτυχημένο κράτος;
Καθώς ΗΠΑ και Ισραήλ δεν έχουν καταρτίσει κάποιο αξιόπιστο σενάρια για μια ειρηνική εσωτερική μετάβαση στο Ιράν, φαίνεται ότι έχουν αποφασίσει να καταστρέψουν τη χώρα. Όχι μόνο τις στρατιωτικές και ασφαλείς εγκαταστάσεις του καθεστώτος, αλλά και τις πετρελαϊκές υποδομές της χώρας, τις μονάδες αφαλάτωσης θαλασσινού νερού και πολλές άλλες βασικές εγκαταστάσεις. Ένας τέτοιος συνεχής βομβαρδισμός είναι πιθανό να δημιουργήσει μεγάλη ανθρωπιστική καταστροφή. Επίσης, ο Ντιβάλ πιστεύει ότι οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί σκοπεύουν σαφώς να ενθαρρύνουν τον περιφερειακό αυτονομισμό μεταξύ των Κούρδων και των Μπαλούχων.
Δεδομένης της τεράστιας ανισορροπίας δυνάμεων, το πιο πιθανό αποτέλεσμα όλων αυτών των ενεργειών είναι να μετατραπεί το Ιράν σε ένα ακόμη αποτυχημένο κράτος. Ενώ παράλληλα το Ισραήλ θέλει να μετατρέψει και τον νότιο Λίβανο σε νέα Γάζα.
Όλα αυτά, επισημαίνει ο Ντιβάλ, μπορεί μόνο να παρατείνουν και να επιδεινώσουν την αστάθεια σε όλη τη Μέση Ανατολή, μια περιοχή ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για την Ευρώπη.
Και το τελικό αποτέλεσμα του πολέμου πιθανότατα θα είναι το εξίσου καταστροφικό, αν όχι περισσότερο, με τον πόλεμο στο Ιράκ. Τόσο για το Ιράν, όσο για τη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο.

