Οι Οινοποιοί Βορείου Ελλάδος έστησαν για ακόμη μία χρονιά έναν χάρτη γεύσεων και ανθρώπων. Τριάντα ένα τραπέζια, οκτώ διαδρομές κρασιού, δεκάδες ερμηνείες του ίδιου τόπου. Από λευκά με νεύρο και καθαρότητα, σε ροζέ που μιλούσαν τη γλώσσα της φρεσκάδας, μέχρι ερυθρά που ζητούσαν χρόνο και σιωπή για να ειπωθούν σωστά. Ήρεμα και αφρώδη, μονοποικιλιακά και χαρμάνια, κρασιά που δεν έστεκαν απλώς στο ποτήρι, αλλά καλούσαν τον επισκέπτη να σταθεί απέναντί τους.

Ο κόσμος κινήθηκε με ρυθμό φυσικό, σχεδόν τελετουργικό. Άλλοι κρατούσαν σημειώσεις, άλλοι άφηναν το κρασί να τους μιλήσει χωρίς φίλτρα. Επαγγελματίες της εστίασης αντάλλασσαν παρατηρήσεις, οινόφιλοι έκαναν ερωτήσεις που δεν χωρούσαν σε οδηγούς γευσιγνωσίας. Κάπου ανάμεσα, οι ίδιοι οι οινοποιοί, τα πρόσωπα πίσω από τις ετικέτες, εξηγούσαν, γελούσαν, θυμούνταν.

Παράλληλα, ανάμεσα στα stands, οι κουβέντες άλλαζαν ρυθμό και ύφος, αλλά είχαν πάντα τον ίδιο πυρήνα: τον τόπο και τον χρόνο. Άλλοτε η συζήτηση άνοιγε γύρω από τη συνέχεια και την υπομονή που απαιτεί ένα κρασί για να βρει τη φωνή του. Η Κωνσταντίνα Γούλα από το Κτήμα τ’ Αποστόλη μιλούσε για τις χρονιές που δεν μοιάζουν ποτέ μεταξύ τους και για το πώς κάθε ετικέτα γίνεται διάλογος με το παρελθόν και, ταυτόχρονα, υπόσχεση για το μέλλον.

Λίγο πιο πέρα, η έννοια του terroir έμπαινε στο τραπέζι με τρόπο ουσιαστικό, σχεδόν βιωματικό. Η Κωνσταντίνα Μαυρίδου από το Amoenos Vineyards εξηγούσε πώς το Αμύνταιο, οι λίμνες και το μικροκλίμα τους δεν χαρίζουν απλώς χαρακτήρα στα κρασιά, αλλά απαιτούν ακρίβεια και πειθαρχία. Εκεί, η κομψότητα δεν σχεδιάζεται· προκύπτει.

Εν συνεχεία, η συζήτηση μεταφέρθηκε φυσικά στη Δράμα, όχι ως γεωγραφικό σημείο, αλλά ως πεδίο εξέλιξης. Ο Πέτρος Λεβαντής από την Τέχνη Οίνου μιλούσε για τον πειραματισμό που δεν αναιρεί τη γνώση και για την ανάγκη να δοκιμάζεις χωρίς να χάνεις τον προσανατολισμό σου. Το κρασί, όπως έλεγε, δεν μένει ποτέ ακίνητο και ούτε πρέπει.
Σε πιο ήσυχους τόνους, αλλά με την ίδια ένταση, η κουβέντα γύριζε στη μικρή κλίμακα και στο προσωπικό αποτύπωμα. Η Φωτεινή Φαρμάκη από το Klonas Boutique Winery στάθηκε στη σημασία του να γνωρίζεις κάθε γραμμή του αμπελιού σου, κάθε μικρή απόκλιση. Εκεί, η οινοποίηση γίνεται πράξη φροντίδας και όχι απλώς τεχνική.

Και κάπως έτσι, η συζήτηση έκλεινε τον κύκλο της επιστρέφοντας στην ουσία. Ο Χριστόφορος Γεωργιάδης από την Αργατία μίλησε για την αυθεντικότητα ως στάση ζωής, για τις τοπικές ποικιλίες που δεν ζητούν εξωραϊσμό αλλά σεβασμό. Για κρασιά που δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, αλλά να πουν την αλήθεια τους.

Εν κατακλείδι, τα ΒορΟινά 2026 έκλεισαν με τη βεβαιότητα ότι η Βόρεια Ελλάδα διαθέτει σήμερα μια ώριμη, πολυφωνική και σταθερά εξελισσόμενη οινική ταυτότητα. Πίσω από κάθε ποτήρι, ξεχώριζε η συνέπεια, η γνώση και η πρόθεση να ειπωθεί ο τόπος με ειλικρίνεια. Μια έκθεση που επιβεβαίωσε τη δυναμική της και άφησε τον κόσμο να προσμένει το επόμενο ραντεβού.

