Φόρτωση Text-to-Speech…
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι η Ευρώπη δεν γνώριζε. Για εβδομάδες, άλλωστε, στις Βρυξέλλες αρκετοί αξιωματούχοι και διπλωμάτες παρακολουθώντας τις αμερικανικές ενισχύσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και τις συνεχιζόμενες «απειλές» του Ντόναλντ Τραμπ εναντίον της Τεχεράνης αναρωτιούνταν απλώς για το πότε θα συνέβαινε το «χτύπημα» στο Ιράν. Παρ’ όλα αυτά, από το περασμένο Σάββατο, οπότε ξεκίνησε η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά της Τεχεράνης, η Ευρώπη μοιάζει παρασυρμένη στη δίνη ενός πολέμου που δεν τον επιδίωξε, αλλά καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειές του και στην καλύτερη περίπτωση δείχνει ασυντόνιστη, αν όχι διχασμένη έναντι των ΗΠΑ.
Αν και στην περίπτωση της Γροιλανδίας, πριν από λίγες εβδομάδες, οι «27» συντονίστηκαν στην καταδίκη των «απειλών» της Ουάσιγκτον για προσάρτησή της, στην περίπτωση του Ιράν η καταδίκη ή όχι παραβίασης του διεθνούς δικαίου αφέθηκε στα ίδια τα κράτη-μέλη. Πρώτη η Ισπανία καταδίκασε ευθέως ως «παράνομη» την επίθεση των ΗΠΑ αρνούμενη να διευκολύνει τις αμερικανικές επιχειρήσεις από τις βάσεις της. Η πλειοψηφία των κρατών-μελών επιδόθηκε στην προσφιλή πλέον άσκηση «ισορροπίας» έναντι των ΗΠΑ, με τον Γερμανό καγκελάριο μάλιστα να αναφέρει ότι «δεν είναι ώρα να κάνουμε μαθήματα στους εταίρους και συμμάχους μας».

«Η αντίθεση είναι αποκαλυπτική. Στην περίπτωση της Γροιλανδίας, τα κράτη-μέλη συσπειρώθηκαν επειδή η απειλή θεωρήθηκε υπαρξιακή: άγγιζε ευρωπαϊκή εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία», σημειώνει ο Αλμπέρτο Αλεμάνο, καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο HEC, στο Παρίσι. «Ομως, η Μέση Ανατολή φέρνει στην επιφάνεια κάτι βαθύτερο: ένα διαρθρωτικό ρήγμα μεταξύ των κρατών-μελών, που αντικατοπτρίζει εσωτερικές πολιτικές πιέσεις και θεμελιωδώς διαφορετικές ερμηνείες του διεθνούς δικαίου», υπογραμμίζει, και αυτό οφείλεται στο ότι «ορισμένες κυβερνήσεις δίνουν απόλυτη προτεραιότητα στη διατλαντική σχέση. Αλλες –όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία– επιμένουν ότι ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου είναι αδιαπραγμάτευτος. Δεν πρόκειται για διπλωματική διαφωνία· είναι ρήγμα αξιών στον πυρήνα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος».
Ευρωπαίος διπλωμάτης δεν συμφωνεί με αυτή την προσέγγιση. Σχολιάζοντας την έλλειψη αποφασιστικής «απάντησης» εκ μέρους του Φρίντριχ Μερτς ενώπιον του Τραμπ την περασμένη Τρίτη στον Λευκό Οίκο έναντι των «απειλών» για διακοπή των εμπορικών σχέσεων με την Ισπανία, ανέφερε αφενός ότι «είναι δύσκολο για κάθε ηγέτη να κάθεται σε αυτή την καρέκλα απέναντι στον Τραμπ», αφετέρου ότι «αν και όλοι συμφωνούν πως πρόκειται για κάποιον που μόνο κατ’ όνομα υπερασπίζεται τον ελεύθερο κόσμο, αυτές οι ασκήσεις ισορροπίας ισοδυναμούν με realpolitik».

«Και με το Ιράκ η Ε.Ε. αντιμετώπισε παρόμοιο ζήτημα», υπενθυμίζει ο Φιλίπ Περσό, επικεφαλής του Ινστιτούτου Στρατηγικών Ερευνών του γαλλικού υπουργείου Αμυνας, στις Βρυξέλλες. «Ο πρόεδρος Μακρόν είπε ότι κανείς δεν θα νοσταλγήσει τον Χαμενεΐ, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ενεργούμε εντός διεθνούς δικαίου. Υπάρχει ανησυχία στις Βρυξέλλες ότι η διεθνής τάξη, που βασίζεται σε κανόνες, τηρείται όλο και λιγότερο από μεγάλους παίκτες».
Η ευρωπαϊκή στάση προκαλεί, όμως, αμηχανία αν αναλογιστεί κανείς ότι θα είναι η Ε.Ε και τα κράτη-μέλη της που θα κληθούν να διαχειριστούν την αστάθεια και τις ανεξέλεγκτες συνέπειες της σύρραξης. Αυτό εξηγεί ενδεχομένως την πρωτοβουλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να σπεύσει να μιλήσει με ηγέτες της Μέσης Ανατολής αμέσως μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιχειρήσεων.
Συμβούλιο Ασφαλείας
Τη θεσμική αδυναμία ενιαίας εκπροσώπησης της Ε.Ε. παραδέχεται ο Κλάους Βέλε, πρόεδρος του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου του Martens Center στις Βρυξέλλες και πρώην γενικός γραμματέας του Ευρωκοινοβουλίου, καθώς «τα κράτη-μέλη δεν έχουν μεταβιβάσει ουσιαστικά κυριαρχία στην εξωτερική πολιτική και άμυνα». Ως απάντηση, προτείνει Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφαλείας, που «θα αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία» δηλαδή, 15 κράτη-μέλη, «αφοπλίζοντας» Ουγγαρία και Σλοβακία και την προσφιλή τακτική του βέτο.

Στην έλλειψη κοινής κουλτούρας εξωτερικής πολιτικής οφείλεται και η μη ενεργοποίηση έως σήμερα της ρήτρας «κοινής άμυνας», που επανήλθε στο προσκήνιο λόγω των διμερών αιτημάτων που απηύθυνε η Κύπρος σε κράτη-μέλη για ενίσχυση της αεράμυνάς της, όταν ιρανικά drones έπληξαν τη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι. Πρόκειται για το άρθρο 42 (7) της ευρωπαϊκής συνθήκης, που ορίζει ότι σε περίπτωση που κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη έχουν ρητή υποχρέωση να παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα διαθέσιμα μέσα.
Με εξαίρεση αίτημα της Γαλλίας –μετά το τρομοκρατικό χτύπημα το 2015–, η ρήτρα παραμένει ουσιαστικά ανενεργή. Γι’ αυτό άλλωστε ο Φρίντριχ Μερτς στη Διάσκεψη του Μονάχου επισήμανε ότι «το άρθρο 42 (παρ. 7) πρέπει να καταστεί επιχειρησιακό», καθώς «αποτελεί βάση για τον ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ – κάτι που δεν είχαμε ξανακούσει», επισημαίνει ο Βέλε. Βέβαια, «κράτη-μέλη όπως η Γαλλία δεν περίμεναν ενεργοποίηση της ρήτρας για να στείλουν βοήθεια στην Κύπρο», σημειώνει ο Περσό.


