Το πρώτο έτος της δεύτερης προεδρικής θητείας Ντόναλντ Τραμπ ήταν σε σοκ για πολλά κράτη. Από την Ευρώπη και την Ουκρανία, μέχρι τη Κίνα και την Ινδία οι ηγέτες ένιωσαν απειλή, αβεβαιότητα ενώ άλλοι διαψεύστηκαν. Μπορεί, όμως και να έμαθαν κάτι.
Πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στην πρώτη του προεδρική θητεία, η κυβέρνησή του Τραμπ έχει φέρει επανάσταση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, όπως σημειώνεται στο αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy.
Η διαδικασία κατά την οποία σκέπασε τον κόσμο με δασμούς, υποβαθμίζοντας συμμαχίες και επιδιώκοντας συνεννόηση με αντιπάλους, υπήρξε χαοτική και συχνά απρόβλεπτη.
Ωστόσο, για το αμερικανικό περιοδικό, ουδέν κακόν αμιγές καλού, καθώς ακολουθούν έξι διδάγματα από τη δεύτερη θητεία του Τραμπ που θα διαμορφώσουν την παγκόσμια πολιτική το 2026.
Κίνα: Πώς να παίζεις το παιχνίδι του Τραμπ
Όσον αφορά την Κίνα, ο Ζονγκγιουάν Ζόι Λιου, ειδικός στην Κίνα στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων διακρίνει τρία βασικά μαθήματα.
Πρώτον, οι μαξιμαλιστικές απειλές του Τραμπ σπάνια διαρκούν. Οι δασμοί, οι κυρώσεις και οι απαγορεύσεις τεχνολογίας που κάνουν πρωτοσέλιδα συχνά υποχωρούν μπροστά στις πιέσεις των αγορών, στο λόμπινγκ ή στην επιθυμία του προέδρου για οποιαδήποτε συμφωνία μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη.
Δεύτερον, η επιταχυνόμενη διαφοροποίηση του κινεζικού εμπορίου έδωσε στο Πεκίνο τον χώρο να απορροφήσει την αμερικανική πίεση και να αποφύγει την επίδειξη αδυναμίας.
Τρίτον, τα στοχευμένα αντίποινα σε ευάλωτα σημεία των αμερικανικών εφοδιαστικών αλυσίδων και σε πολιτικά ευαίσθητες ομάδες αποδείχθηκαν πολύ πιο αποτελεσματικά από γενικευμένες αντεπιθέσεις.
Ο τρόπος που διεξήγαγε τον εμπορικό πόλεμο το Πεκίνο δείχνει ότι πως τα παραπάνω έπιασαν σύμφωνα με τον Λιου. «Το Πεκίνο έχει βελτιώσει το δικό του καθεστώς ελέγχου εξαγωγών και το δοκίμασε απέναντι στην Ουάσιγκτον περιορίζοντας τις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών και άλλων βασικών εισροών — όχι συμβολικά, αλλά με ουσιαστικό αντίκτυπο. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν αυτό που οι Κινέζοι αξιωματούχοι πιθανότατα υποψιάζονταν εδώ και καιρό: η αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα είναι εύθραυστη. Οι αυξήσεις τιμών, οι διαμαρτυρίες των κατασκευαστών και η πίεση μέσω λόμπινγκ αποτέλεσαν απτές αποδείξεις. Η αναστροφή της απόφασης του Τραμπ να επιτρέψει την αποστολή τσιπ Nvidia H200 στην Κίνα δεν ήταν ένδειξη καλής θέλησης· ήταν απόδειξη ότι η μετρημένη πίεση του Πεκίνου απέδωσε».
Έτσι, «η υπομονή, η ακρίβεια και η μετρημένη άσκηση ισχύος έχουν γίνει το καθοριστικό οπλοστάσιο της κινεζικής κρατικής στρατηγικής».
Ινδία: Επιδιόρθωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ
Η περίπτωση της Ινδίας είναι μάλλον πιο σύνθετη καθώς, ενώ αρχικά ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι αρχικά χάρηκε που επανήλθε ο Τραμπ Λευκό Οίκο, στη συνέχεια, όπως λέει ο καθηγητής Εθνικό Πανεπιστήμιο Σιγκαπούρης Ράτζα Μόχαν, αιφνιδιάστηκε από τη δύναμη και τον φανατισμό του κινήματος MAGA, το οποίο στράφηκε εναντίον της Ινδίας και της διασποράς της με απροσδόκητη ένταση.
Οι ελπίδες για αναβάθμιση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης Ινδίας–ΗΠΑ κατέρρευσαν τον Αύγουστο, όταν ο Τραμπ αύξησε τους δασμούς στα ινδικά προϊόντα στο 50%. «Μέρος του προβλήματος ήταν η λανθασμένη ανάγνωση από τον Μόντι των μεγαλοϊδεατικών αντιλήψεων του Τραμπ περί ειρηνοποιού, ιδίως σε ό,τι αφορά τις στρατιωτικές συγκρούσεις της Ινδίας με το Πακιστάν»
Έκτοτε, το Νέο Δελχί έχει αναπροσαρμόσει την προσέγγισή του, σύμφωνα με τον Μόχαν, βασιζόμενο σε τρεις αρχές: να αποφεύγει δημόσιες αντιπαραθέσεις με τον Τραμπ, να επαινεί τις ειρηνευτικές του προσπάθειες στη Γάζα και την Ουκρανία και να διατηρεί ενεργό το ευρύτερο αμερικανικό σύστημα σε θέματα εμπορίου, τεχνολογίας και άμυνας.
Έτσι ο ειδικός θέτει τους τρεις άξονες της ινδικής στρατηγικής:
Πρώτον, την κινητοποίηση των παραδοσιακών φιλοϊνδικών κύκλων που είχαν σιωπήσει υπό το βάρος της κυριαρχίας του Τραμπ το 2025. Αν πριν δίσταζαν να μιλήσουν, τώρα κάποιοι από αυτούς ίσως συμβάλουν στην επαναφορά της ισορροπίας. Το Νέο Δελχί γνωρίζει επίσης ότι πρέπει να βρει τρόπο να διεισδύσει σε τμήματα του συνασπισμού MAGA.
Δεύτερον, η Ινδία είναι αποφασισμένη να αποφύγει μια νέα κρίση με το Πακιστάν που θα μπορούσε να προσκαλέσει και πάλι την απρόβλεπτη παρέμβαση του Τραμπ.
Τρίτον η Ινδία επιταχύνει τη στρατηγική διαφοροποίησής της. Το σοκ των δασμών την ώθησε να διευρύνει τους εξαγωγικούς της προορισμούς, να επισπεύσει εμπορικές συνομιλίες με την Ευρώπη και να επεκτείνει τους οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία και άλλες αναδυόμενες αγορές.
«Όπως και οι άνθρωποι, τα κράτη συνηθίζουν τον πόνο» καταλήγει ο καθηγητής. «Καθώς ο Μόντι μαθαίνει να διαχειρίζεται τους δασμούς του Τραμπ, έχει διαπιστώσει ότι η σθεναρή στάση απέναντι στον εκφοβισμό της Ουάσινγκτον αποδίδει πολιτικά στο εσωτερικό και κερδίζει σεβασμό στο εξωτερικό. Για τους παραδοσιακούς σκεπτικιστές της Ινδίας απέναντι στις ΗΠΑ, η δεύτερη θητεία Τραμπ αποτελεί υπενθύμιση να μην τοποθετούνται πάρα πολλά στρατηγικά «αυγά» στο αμερικανικό καλάθι».
Σύμμαχοι: Να γίνουν σκαντζόχοιροι
Για τον Αμερικανό αναλυτή, Τζέιμς Κράμπτρι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ έχει καταστήσει τους σημαντικότερους εταίρους των ΗΠΑ «σκαντζόχοιρος». «Από την Ουκρανία, τα κράτη της Βαλτικής και την Πολωνία μέχρι την Ταϊβάν και την Ιαπωνία, τα δυνητικά ευάλωτα κράτη καταλήγουν στο ίδιο άβολο συμπέρασμα: η επιβίωση στον νέο κόσμο του Τραμπ δεν εξαρτάται πλέον από τις παραδοσιακές αμερικανικές εγγυήσεις, αλλά από το να καταστείς τόσο επώδυνος στόχος ώστε να μη συμφέρει η επίθεση εναντίον σου» λέει.
Εκτιμά πως οι Ευρωπαίοι επικεντρώνονται στην εξασφάλιση εκεχειρίας στον πόλεμο στην Ουκρανία, ώστε να εξασφαλιστεί ο απαραίτητος χρόνος για την ανασυγκρότηση στρατιωτικών δυνατοτήτων ικανών να αποτρέψουν μελλοντική ρωσική επιθετικότητα.
Επιπλόν η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ, συνεχίζει ο ειδικός, δείχνει ότι η δέσμευση της Ουάσινγκτον για την ασφάλεια της υπόλοιπης Ευρώπης είναι, στην καλύτερη περίπτωση, υπό όρους. «Σε όλη την Ευρώπη, το σοκ Τραμπ ώθησε τα κράτη να επιταχύνουν τον μεγαλύτερο επανεξοπλισμό μιας γενιάς, με χώρες όπως η Γερμανία και η Πολωνία να αυξάνουν δραστικά τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς» ενώ και η Ταϊβάν έχει υιοθετήσει παρόμοια λογική. «Η αμερικανική δέσμευση ασφαλείας απέναντι στην Ταϊπέι ήταν ανέκαθεν επισήμως ασαφής, όμως πλέον η «στρατηγική ασάφεια» έχει αντικατασταθεί από τις μεταβαλλόμενες διαθέσεις του προέδρου».
Σχετικά με τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ-ΕΕ, ο ερευνητής στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων Στήβεν Κουκ ότι οι Ευρωπαίοι φαίνεται να έχουν ήδη αντλήσει διδάγματα. «Πρώτον, δεν σπατάλησαν μόνο προσπαθώντας να αλλάξουν τη λατρεία του Τραμπ για τους δασμούς και συμβιβάστηκαν στο 15%. Δεύτερον, απέφυγαν αντίποινα που θα έβλαπταν τις ίδιες τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Τρίτον, εστίασαν στην ενότητα, αποτρέποντας τα κράτη-μέλη από διμερείς κινήσεις που θα αποδυνάμωναν τη συλλογική διαπραγματευτική ισχύ της ΕΕ».
Βέβαια, από τους παραπάνω ηγέτες λείπει ο Βλαντιμίρ Πούτιν… δεν χρειάζεται μαθήματα άραγε ο ίδιος;

