Sundance 2026: Το «Take Me Home» σχολιάζει την εύθραυστη κανονικότητα της οικογένειας και της αναπηρίας

Κοινοποίηση

Η Liz Sargent είναι Κορεατοαμερικανίδα υιοθετημένη σεναριογράφος και σκηνοθέτις, της οποίας το βραβευμένο έργο εξερευνά σταθερά ζητήματα υιοθεσίας, αναπηρίας και οικογενειακών σχέσεων. Η Sargent ενσωματώνει στο έργο της την εκτεταμένη της εμπειρία ως χορογράφος, έχοντας εκπαιδευτεί στο North Carolina School of the Arts, στοιχείο που διαπερνά τόσο τις εμπορικές όσο και τις πειραματικές της δουλειές. Η νέα της ταινία, που έκανε μόλις την πρεμιέρα της στο Sundance, το Take Me Home, δεν απομακρύνεται από τα αφηγηματικά μονοπάτια των προηγούμενων ταινιών της.

Η κεντρική ηρωίδα, η Άννα, μένει με τους γονείς της σε ένα μεσοαστικό αμερικανικό σπίτι και μουρμουρίζει φάλτσα στίχους από τραγούδια ενώ ακούει μουσική, προδίδοντας τη νοητική της στέρηση. Με καθαρά στοιχεία προβληματικής συμπεριφοράς και εμμονή στο να χάνει και να βρίσκει το μπουκάλι νερού της, η Άννα συστήνεται στο κοινό με φωνές, έντονη συμπεριφορά και παιδιάστικα πείσματα, τα οποία οι γονείς της κάνουν γαργάρα, δείχνοντας να την υπεραγαπούν.

Η Άννα θα παρατηρήσει κάτι παράξενο στη μητέρα της εκείνη τη μέρα και θα καλέσει την αδελφή της, την Έμιλυ, για να ζητήσει βοήθεια, καθώς ο πατέρας της, με φανερό «χάσιμο συνείδησης με την πραγματικότητα», θα βρίσκεται εκτός σπιτιού. Η Έμιλυ, που δεν αντέχει υπερβολές και δράματα, θα την αποφύγει. Τελικά, εκείνη θα είναι η τελευταία μέρα ζωής της μητέρας της, καθώς η Άννα είχε ορθά διακρίνει τα σημάδια στη θετή της μητέρα, εφίδρωση, υψηλό πυρετό, κόπωση. Αυτή είναι η δεύτερη απώλειά της μετά τον θάνατο του σκύλου της και δεν μπορεί να τη διαχειριστεί με άμεση αποδοχή. Αναζητώντας μια κανονικότητα, καθώς η ίδια αναγνωρίζει ότι δεν είναι «κανονική», θα περάσει δια πυρός και σιδήρου, σαν μια δεύτερη ενηλικίωση.

«Κάνεις το σωστό, Έμιλυ, και ζεις τη ζωή σου… είμαι περήφανος για εσένα» θα πει ο πατέρας στη δεύτερη κόρη του, που επιστρέφει για λίγες μέρες στο σπίτι για να βοηθήσει με τα πρακτικά της κηδείας. Η Έμιλυ, διακρίνοντας τις δυσλειτουργίες, θα τον ρωτήσει ευθέως γιατί υιοθέτησαν ένα παιδί με αναπηρίες, για να πάρει την απάντηση «Γιατί πρέπει να σου εξηγήσω; […] Την αγαπήσαμε».

Σε αυτό το σημείο μαθαίνουμε ότι η Άννα πάσχει από Adrenoleukodystrophy, μια σπάνια και καταστροφική ασθένεια που, όπως περιγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να εξελιχθεί ραγδαία σε εγκεφαλική αναπηρία και να οδηγήσει σε δραματική κατάληξη αν δεν προχωρήσουν σε επεμβατική μεταμόσχευση μυελού των οστών. Μετά από μια δυσλειτουργική συμπεριφορά του πατέρα, που δείχνει ότι ίσως να μην μπορεί πλέον να σταθεί υποστηρικτικός στην κόρη του, μπαίνει στην εξίσωση η περίπτωση ιδρυματοποίησης της Άννας. Επειδή η οικογένεια δεν μπορεί να το υποστηρίξει οικονομικά, βάσει του αμερικανικού πλαισίου, η μόνη επιλογή φαίνεται να είναι η οριστική εγκατάλειψη χωρίς δυνατότητα επανασύνδεσης.

Αφηγηματικά, η ταινία επιλέγει κυκλική δομή, με διαφορετική λειτουργία της βροχής στην αρχή, όταν μια ξαφνική μπόρα βρίσκει όλη την οικογένεια στο αυτοκίνητο, και στο τέλος, όπου αποκτά καθαρτική σημασία χωρίς να αποκαλύπτονται λεπτομέρειες. Από τα αρχικά τραγουδιστικά και συμπεριφορικά φάλτσα της Άννας στην έναρξη της ταινίας έως την πιο καλλίφωνη ερμηνεία ενός θεραπευόμενου σε μια από τις τελικές σκηνές επανένταξης, όπου εμφανίζεται πιο λειτουργική στη ζωή, η ιστορία ανοίγει και κλείνει χωρίς συγκρουσιακούς θορύβους.

Η ηρωίδα, που έχει αποχαιρετήσει όχι απλώς μητέρα και σκύλο, θα αποκτήσει ένα νέο κατοικίδιο, πειθήνιο και αγαπησιάρικο, με την αποδοχή της νέας της καθημερινότητας. Η ολοκλήρωση αφήνει μια μικρή αλλά καθαρή διαπίστωση, ότι τα θαύματα ανήκουν στα μυθιστορήματα και ότι η ευτυχία είναι κάτι βαθιά υποκειμενικό, εδώ ευτυχώς μέσα σε πλαίσιο αγάπης αλλά χωρίς ονειρικές λύσεις.

Η συμμετοχή πολλών προσώπων με το επώνυμο Sargent δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ως προς τις βιωματικές συνδέσεις, ενώ η αναφορά σε συνεργάτη με το επώνυμο Παππά υποδηλώνει μια έμπρακτη κυπριακή συμμετοχή σε στάδιο ανάπτυξης της ταινίας.

Σε κοινωνικό επίπεδο, το Take Me Home λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στα όρια της φροντίδας και της οικογενειακής ευθύνης. Η ταινία φέρνει στην επιφάνεια το χάσμα ανάμεσα στην οικογενειακή αγάπη και τη δημόσια πρόνοια, δείχνοντας ότι η αφοσίωση μιας οικογένειας δεν αρκεί όταν η αναπηρία μετατρέπεται σε οικονομικό και νομικό αδιέξοδο. Η πιθανότητα ιδρυματοποίησης δεν παρουσιάζεται ως πράξη σκληρότητας αλλά ως αποτέλεσμα ενός συστήματος που αδυνατεί να στηρίξει ουσιαστικά τους πιο ευάλωτους.

Η Sargent αποφεύγει τον μελοδραματισμό και επιλέγει μια χαμηλόφωνη, σχεδόν παρατηρητική προσέγγιση, μέσα από την οποία αναδεικνύεται η εύθραυστη έννοια της κανονικότητας. Η Άννα δεν ζητά οίκτο αλλά χώρο για ύπαρξη, και η ταινία μετατοπίζει διακριτικά το βλέμμα του θεατή από τη συγκίνηση προς την ευθύνη, προτείνοντας μια συζήτηση που ξεπερνά τα όρια της οικογενειακής ιστορίας και αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής συνύπαρξης.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος



Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

«Τα αρπακτικά δεν αξίζουν ανωνυμία» – Γιατί οι antifa της Αμερικής ξεσκεπάζουν τους πράκτορες της ICE

Την περασμένη εβδομάδα, μια εικόνα από τους δρόμους της Μινεάπολης έκανε τον γύρο του διαδικτύου: ένας συνοριοφύλακας πλησιάζει έναν διαδηλωτή που βρίσκεται ξαπλωμένος στο...

Tελευταία Nέα