Συνταγματική αναθεώρηση: Είναι σωστό το «όχι» του ΠΑΣΟΚ;

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Το ΠΑΣΟΚ κατέληξε στο «όχι σε όλα» (χωρίς συνεδριάσεις οργάνων – κοινοβουλευτικής ομάδας), ενώ πιστεύει στην ανάγκη για συνταγματική αναθεώρηση και θέλει να δείχνει σεβασμό στους θεσμούς. Αντιφατικό; Για τη Ν.Δ. είναι μια απόδειξη στείρου αρνητισμού και ταύτισης με τη λαϊκιστική Αριστερά. Για τη Χ. Τρικούπη είναι φυσική επιλογή, που απορρέει από τη δικαιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση.

Ο Aντώνης Καραμπατζός, καθηγητής στη Νομική του ΕΚΠΑ, δεν διαφωνεί με την απόφασή τους: «Εποικοδομητική στάση με την έννοια της διατύπωσης συγκροτημένων προτάσεων είναι ασφαλώς επιβεβλημένη». Ωστόσο, συνεχίζει, «δύσκολα μπορεί η αντιπολίτευση να παράσχει σήμερα την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών και να επιτρέψει, έτσι, στην επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία να αναθεωρήσει κατά το δοκούν το Σύνταγμα (όπως συνέβη, λ.χ., στην αναθεώρηση του 2019 με τη διάταξη περί εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας). Το Σύνταγμα απαιτεί για την αναθεώρηση ευρύτερες συναινέσεις, και ορθώς. Δυστυχώς, όμως, μεταξύ της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας και ιδίως της αξιωματικής αντιπολίτευσης λείπει η αναγκαία εμπιστοσύνη προς επίτευξη βιώσιμων συναινέσεων».

«Συζήτηση επί της ουσίας»

Ο συνταγματολόγος και πρώην ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Κώστας Μποτόπουλος αναλύει τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως εξής: «Ναι στη συζήτηση επί της ουσίας και με πυξίδα την ενδυνάμωση της δημοκρατίας, υπερψήφιση μόνο στη δεύτερη Βουλή, εκείνη που διαμορφώνει τις νέες διατάξεις. Θεωρώ και τις δύο αυτές αρχές απολύτως ορθές –θα έλεγα μάλιστα αναγκαίες– και θα πρόσθετα: Οχι στον συνταγματικό μαξιμαλισμό. Το Σύνταγμα ανανεώθηκε στο σύνολό του το 2001, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για την ίδια άσκηση σήμερα, πόσο μάλλον που πάνω από την πρωτοβουλία της παρούσας κυβέρνησης πλανάται κάτι παραπάνω από υποψία ότι σκοπό έχει να επανασυνδεθεί –αλλά μόνο θεωρητικά– με μεταρρυθμίσεις που, αφενός, δεν υλοποίησε έως τώρα και, αφετέρου, δεν απαιτούν συνταγματικές αλλαγές για να πραγματοποιηθούν».

Η Κωνσταντίνα Γεωργάκη, επίκουρη καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, γραμματέας Θεσμών του ΠΑΣΟΚ, προτάσσει ένα τεχνικό επιχείρημα: «Το ΠΑΣΟΚ προτείνει την αλλαγή του άρθρου 110 του Συντάγματος που ρυθμίζει την αναθεωρητική διαδικασία, ώστε εφεξής η αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών να απαιτείται υποχρεωτικώς στη δεύτερη, αναθεωρητική Βουλή –εκεί, δηλαδή, όπου διαμορφώνεται το ουσιαστικό περιεχόμενο των συνταγματικών μεταβολών– και όχι να μπορεί να προεξοφλείται στην προτείνουσα Βουλή, η οποία, εξ ορισμού, δεν δύναται ούτε να προκαθορίσει ούτε να δεσμεύσει την κρίση της αναθεωρητικής ως προς τις μετέπειτα κατευθύνσεις και επιλογές της».

Κατά τον Αντ. Καραμπατζό, «η έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς αντιπολίτευσης είναι εύλογη ενόψει των σοβαρών θεσμικών κυβερνητικών ατοπημάτων των τελευταίων ετών. Υπό συνθήκες μειωμένου σεβασμού στην υφιστάμενη συνταγματική τάξη, μειώνεται αντιστοίχως η πολιτική αξιοπιστία του επισπεύδοντος την αναθεωρητική πρωτοβουλία».

«Υποκρισία»

Ο Ακρίτας Καϊδατζής, αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική ΑΠΘ, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Τσίπρα, επιχειρηματολογεί υπέρ τού «όχι σε όλα»: «Υπάρχει ένα ανυπέρβλητο όριο πέρα από το οποίο είναι μάταιη –χειρότερα: κινδυνεύει να εκληφθεί ως ευήθεια– κάθε σύγκλιση, διαπραγμάτευση, συζήτηση καν ορισμένης πρότασης. Το όριο αυτό είναι η στοιχειώδης ειλικρίνεια και σοβαρότητα της πρότασης.

Η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που εξήγγειλε ο πρόεδρος της Κ.Ο. της Νέας Δημοκρατίας –μιλώντας, ωστόσο, από το Μέγαρο Μαξίμου ως πρωθυπουργός– είναι βαθιά υποκριτική, για τρεις βασικούς λόγους: Πρώτον, προέρχεται από μια πλειοψηφία που ευθύνεται για τον πρωτοφανή ευτελισμό του.

Δεύτερον, υπάρχουν ακόμη ντροπιαστικές εκκρεμότητες από την προηγούμενη (π.χ. η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία έμεινε απλή εξαγγελία, το ίδιο και η σύσταση εξεταστικών επιτροπών από την αντιπολίτευση).

Τρίτον, δεν έχει εξαντληθεί κάθε δυνατότητα νομοθετικής αντιμετώπισης των αναγκαίων αλλαγών. Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών, για παράδειγμα, μπορεί να μεταρρυθμιστεί θεαματικά, εάν με νόμο προβλέψουμε ως υποχρεωτική τη, μη δεσμευτική, γνώμη δικαστικού συμβουλίου επί της κατηγορίας κατά υπουργού, προτού αυτή συζητηθεί στην Ολομέλεια της Βουλής».

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα