Φόρτωση Text-to-Speech…
Η αντίστροφη μέτρηση για την κορυφαία και διαδοχικών φάσεων κοινοβουλευτική διαδικασία με αντικείμενο την αναθεώρηση διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη της χώρας άρχισε ουσιαστικά χθες. Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε τη δρομολόγηση των κινήσεων της κυβερνώσας πλειοψηφίας για την κατάθεση, εκ μέρους της, σχετικής πρότασης για συζήτηση και λήψη αποφάσεων από την εθνική αντιπροσωπεία.
Το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπουν αναλυτικά τα θεσμικά βήματα που θα ακολουθήσουν τη χθεσινή εξαγγελία και τα οποία υπενθυμίζεται πως θα αρχίσουν να πραγματοποιούνται από τη Βουλή με τη σημερινή σύνθεσή της (γι’ αυτό και αποκαλείται «προτείνουσα»). Θα ολοκληρωθούν, όμως, από εκείνη που θα προέλθει μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές (γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται εκείνη «αναθεωρητική»).
Δύο είναι οι βασικές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών φάσεων:
Πρώτον, η «προτείνουσα» Βουλή καλείται απλώς να αποφασίσει ποιες συνταγματικές διατάξεις θα πρέπει να αναθεωρηθούν, ενώ η επόμενη για το περιεχόμενο των αλλαγών που θα γίνουν.
Δεύτερον, υπάρχει και η παράμετρος της σχετικής ή ευρύτερης πλειοψηφίας με την οποία λαμβάνονται οι όποιες αποφάσεις κατά την πρώτη και κατά τη δεύτερη φάση της διαδικασίας – ανάμεσα στις δύο διαφορετικής σύνθεσης εθνικές αντιπροσωπείες. Κατ’ αρχάς, για να κριθεί εάν ένα άρθρο του Συντάγματος πρέπει να αλλάξει, χρειάζεται στην παρούσα Βουλή πλειοψηφία τουλάχιστον 151 βουλευτών. Και μόνο αυτό το στοιχείο καταδεικνύει πως θα αποτελεί έκπληξη το ενδεχόμενο κάποια από τις κυβερνητικές προτάσεις να μην παραπεμφθεί στην επόμενη Βουλή για αλλαγές. Σε αυτήν την περίπτωση, το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει πως για να επιτευχθεί αλλαγή της όποιας διάταξης στην επόμενη Βουλή, θα απαιτείται πλειοψηφία τουλάχιστον 180 θετικών ψήφων, γεγονός το οποίο θα σημαίνει ευρύτερες –τότε– συναινέσεις μεταξύ τουλάχιστον δύο κομμάτων.

Υπάρχει, ωστόσο, το ενδεχόμενο στην «προτείνουσα» Βουλή να επιτευχθεί μια τέτοια συναίνεση, και να καταγραφεί πλειοψηφία τουλάχιστον 180 βουλευτών αναφορικά με την αναγκαιότητα αναθεώρησης μιας συνταγματικής διάταξης. Σε αυτήν την περίπτωση, στην «αναθεωρητική» Βουλή θα απαιτούνται μόνο 151 για να διαμορφωθεί το περιεχόμενο της νέας διάταξης: δηλαδή, θα δίνεται ευχέρεια σε μια επόμενη αυτοδύναμη κυβέρνηση να διαμορφώσει ένα συνταγματικό άρθρο κατά την κρίση της. Διακομματική συναίνεση μετά τις εκλογές για τη διαμόρφωση της νέας διάταξης και λήψη απόφασης επ’ αυτής θα είναι αναγκαίες μόνο αν προκύψει μετά τις εκλογές κυβέρνηση συνεργασίας.
Τα πρώτα βήματα
Πριν φθάσουμε στην τελική λήψη απόφασης, «τυπικά» θα έχουν προηγηθεί κατά σειρά:
1. Η υποβολή πρότασης που θα συνυπογράφουν τουλάχιστον πενήντα βουλευτές.
2. Η συγκρότηση Επιτροπής συζήτησης για την πρόταση ή τις προτάσεις που θα υποβληθούν από διάφορα κόμματα για το ποιες διατάξεις πρέπει να τεθούν προς αναθεώρηση.
3. Η λήψη απόφασης για το πόσες και ποιες από τις προταθείσες αλλαγές θα προωθηθούν ή όχι στη Βουλή που θα προκύψει μετά τις επόμενες εκλογές για τελική διαμόρφωση και απόφαση. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να διεξαχθούν στην παρούσα Βουλή δύο ψηφοφορίες «που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν μήνα».

4. Στη νέα Βουλή και μάλιστα «στην αρχή της πρώτης συνόδoυ της», ο τότε πρόεδρός της «συνιστά Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος για την επεξεργασία του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων για τη συζήτηση» επί των σχετικών προτάσεων. (Σύνταγμα – Αρθρο 110 και Κανονισμός της Βουλής 119).

