Τρεις χειμώνες μετρούν από εκείνη την αποφράδα νύχτα που δύο τρένα, κινούνταν επί 12 λεπτά στην ίδια γραμμή, και συγκρούστηκαν στα Τέμπη, όπου 57 ζωές, οι περισσότερες νέων παιδιών με όνειρα που μόλις είχαν αρχίζει να ανθίζουν, κόπηκαν απότομα. Για 1.095 ημέρες, δύο μητέρες, όπως και δεκάδες άλλες, ξυπνούν και κοιμούνται με την ίδια αβάσταχτη αίσθηση: Την άδεια τους αγκαλιά. Το πένθος τους, δεν κύλησε ποτέ σε ήρεμα νερά μέχρι και σήμερα. Μάνες, που έμαθαν να ζουν με μία σιωπή που βαραίνει πιο πολύ κι από τις λέξεις, με ένα δωμάτιο που έμεινε κενό, και μια προσμονή που δεν σβήνει. Για εκείνες, τα τρία χρόνια που συμπληρώνονται, δεν είναι απλώς χρόνος που περνά, αλλά είναι 1.095 βράδια χωρίς «καληνύχτα μαμά», και 1.095 πρωινά χωρίς «καλημέρα».
Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά
Τον πόνο τους, μπορούν να τον νιώσουν πραγματικά, μόνο οι υπόλοιποι γονείς. Στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον, σαν άτυπη οικογένεια που γεννήθηκε μέσα από την απώλεια των παιδιών τους. Δίνουν κουράγιο, αγκαλιάζονται, και ανταλλάσσουν μία σιωπηλή ματιά κατανόησης. Συναντιούνται στα δικαστήρια της Λάρισας, που βρίσκεται σε εξέλιξη η δίκη για τα βίντεο από την φόρτωση της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Μέχρι και χθες, μία μόλις ημέρα πριν από την μαύρη επέτειο, βρέθηκαν εκεί, κρατώντας ζωντανή την απαίτηση για δικαίωση. Κι έπειτα, σχεδόν καθημερινά, πηγαίνουν στα νεκροταφεία, γιατί, όπως λένε, εκεί, μπροστά σε ένα κομμάτι μάρμαρο με χαραγμένο ένα όνομα, νιώθουν πως μειώνεται έστω και για λίγο η απόσταση με τα αδικοχαμένα παιδιά τους.
«Μας καταδίκασαν σε έναν ατελείωτο πόνο»
«Η Ιφιγένεια ήταν η χαρά της ζωής. Μακάρι να ήμουν εγώ στην θέση της» λέει στο enikos.gr η μητέρα της, Λίλιαν Μήτσκα, και η φωνή της από τα πρώτα δευτερόλεπτα της τηλεφωνικής κλήσης, ακούγεται να σπάει. «Μας καταδίκασαν, μέχρι να πεθάνουμε, να ζούμε χωρίς τα παιδιά μας. Είμαι μία μαμά, που την γέννησε, την μεγάλωσε, την πήγε σχολείο, την σπούδασε, την φρόντισε κάθε μέρα. Μέχρι που μου την πήραν με τον πιο βίαιο τρόπο, ενώ εκείνη ήθελε να γυρίσει όλο τον κόσμο, όπως μας έλεγε».
Η 23χρονη βρέθηκε στην Αθήνα μαζί με τον σύντροφό της για τριήμερο. Η μητέρα της ανυπομονούσε να την δει ξανά στα Γιαννιτσά, προκειμένου να της διηγηθεί πόσο όμορφα πέρασαν. Όμως, δεν πρόλαβε. Έχασε την ζωή της στο τρίτο βαγόνι, στην θέση 67. «Μας καταδίκασαν σε έναν ατελείωτο πόνο. Δεν φαντάζεστε πώς είναι να κοιμάσαι, να ξυπνάς, και να ζεις με αυτόν τον πόνο. Κανένας δεν μπορεί να μας καταλάβει, πέρα από τους ανθρώπους που το βιώνουν».

«57 φορές ισόβια για όλους»
Η κα Λίλιαν, την νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου, πληροφορήθηκε για το σιδηροδρομικό δυστύχημα. Μετέβη κατευθείαν στα Τέμπη, όπου, όπως λέει, έψαχνε την Ιφιγένεια και δεν την έβρισκε. Χρειάστηκε να περάσουν δύο 24ωρα για την ταυτοποίησή της. Μέχρι και την τελευταία στιγμή, υπήρχε η ελπίδα πως ήταν ζωντανή, αφού δεν υπήρχε σε καμία λίστα, ούτε σε αυτή των θυμάτων. «Αυτό ήταν το πρώτο σοκ», εξηγεί, και προσθέτει πως πλέον, το μόνο που έμεινε από την κόρη της, είναι οι φωτογραφίες της.
«Έχουμε γεμίσει το σπίτι με τις εικόνες, να φωτίζεται το σπίτι μας, από το φωτεινό μας πλάσμα». Το μόνο που την κάνει να χαμογελά, είναι η εγγονή της, η οποία έχει το όνομα της Ιφιγένειας. «Ένα όμορφο πλασματάκι, σαν την θεία της. Μόνο τότε, τολμώ να χαμογελάσω».
Στις 23 Μαρτίου, ξεκινά η δίκη για την τραγωδία. Η μητέρα της Ιφιγένειας, αν και τονίζει επανειλημμένα πως δεν γίνεται να υπάρξει δικαίωση, εφόσον δεν κάθονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου πολιτικά πρόσωπα, αναφέρει πως περιμένει να ακούσει «57 φορές ισόβια για όλους. Αυτό τους αξίζει. Αλλά πρέπει να κατηγορηθούν και οι πραγματικά υπεύθυνοι, και κυρίως ο μακελάρης των Τεμπών, που είναι αυτός που μας κουνούσε το δάχτυλο».
Όπως λέει, αν και η υγεία της έχει κλονιστεί έπειτα από τον χαμό της κόρης της, θα βρει την δύναμη να βρεθεί στην Λάρισα. «Αυτό θα της έλεγα, να μου δώσει δύναμη για να είμαι εκεί, να προσπαθήσω να την δικαιώσω. Υπάρχει και η Θεία δίκη, λέμε εμείς οι γονείς, και για αυτό παρακαλάμε. Το έγκλημα ήταν κρατικό, και το κράτος πρέπει να λογοδοτήσει σε εμάς, ως πολίτες, αλλά και στα παιδιά μας».

«Τρία χρόνια μετά δεν έχω προλάβει να θρηνήσω τον Γιώργο»
Ο Γιώργος Παπάζογλου σήμερα θα ήταν 25 ετών. Ενδεχομένως να είχε φύγει στο εξωτερικό για το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό του στην κβαντομηχανική, γιατί όσο και να αγαπούσε την Ελλάδα, τον είχε απογοητεύσει. Μπορεί όμως, να είχε αλλάξει γνώμη, και να της έδινε ακόμη μία ευκαιρία. Δυστυχώς, κανείς δεν θα μάθει για το μέλλον του, το οποίο στερήθηκε, όταν το κράτος δεν τον προστάτευσε.
Λίγα λεπτά πριν από την σύγκρουση, ο Γιώργος θέλησε να σηκωθεί από την θέση του από το βαγόνι με τον αριθμό 3, γιατί απλώς διψούσε. «Έχω αναρωτηθεί τόσες φορές, αυτά τα χρόνια, πόσο κοστίζει τελικά ένα μπουκάλι νερό; 50 λεπτά ή μία ανθρώπινη ζωή;» αναφέρει στο enikos.gr η μητέρα του, κα Δέσποινα Γκανίδου και προσθέτει πως η απώλεια ενός παιδιού, είναι ότι πιο τραγικό μπορεί να συμβεί σε έναν γονέα. «Τρία χρόνια μετά, δεν έχω προλάβει να θρηνήσω τον Γιώργο, παρά μόνο τον πρώτο μήνα, που δεν μπορούσα να ανοίξω την τηλεόραση, αλλά ούτε να διαβάσω τίποτα. Ήμουν εντελώς απομονωμένη. Δεν ήξερα καν για το μπάζωμα, που το έλεγαν, αλλά αρνιόμουν να μπω στην διαδικασία να το ψάξω. Όταν αποφάσισα να το κάνω, κάθε νέα πληροφορία ήταν και πιο επώδυνη».
Τα συναισθήματα, τρία χρόνια αργότερα, για την κα Γκανίδου, παραμένουν ίδια. Η απώλεια, ο πόνος, η οργή. «Το παιδί μας δεν έφυγε λόγω κάποιας αρρώστιας, ή από κάποιο ατύχημα που το προκάλεσε. Αυτό που γνωρίζω, είναι πως ο συνεθλίβη και απανθρακώθηκε, ενώ ένα μεγάλο μέρος του, της στάχτης του, πετάχτηκε στο οικόπεδο του Πανδρεμένου». Η ίδια, όπως λέει, βρήκε την δύναμη έπειτα από 15 μήνες, να ανοίξει την δικογραφία. «Είδα τις φωτογραφίες των ιατροδικαστών, και αυτό που αντίκρισα ήταν συγκλονιστικό» επισημαίνει, κάνοντας μία μικρή παύση κατά την διάρκεια της τηλεφωνικής συνομιλίας μας.

Μιλώντας για τα όσα έχουν αναφερθεί και εξακολουθούν να αναφέρονται στον δημόσιο διάλογο, αυτό που πληγώνει και ενοχλεί την κα Γκανίδου, είναι πως η έρευνα του ανακριτή που ανέλαβε την τραγική υπόθεση, κατέληξε στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
«Υπήρχε όμως δόλος, γιατί γνώριζαν την κατάσταση του σιδηρόδρομου, και δεν έκαναν απολύτως τίποτα. Εκτός από αυτό όμως, θυμάστε, το “διασφαλίζουμε την ασφάλεια” του Καραμανλή; “Είναι ντροπή και ντρέπομαι που θέτετε θέματα ασφαλείας”. Αυτό έλεγε ο υπουργός». Παράλληλα, αναρωτιέται γιατί η Hellenic Train έχει βγει εκτός κάδρου από την κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος. «Διακινούσε αυτά τα βαγόνια τα οποία αποδείχθηκαν κινούμενα φέρετρα, και δεν φέρει καμία ευθύνη;». Όπως λέει, η οικογένειά της είχε προχωρήσει σε σχετικό αίτημα αναβάθμισης της κατηγορίας, αλλά απορρίφθηκε, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα.

«Είναι χρέος προς το παιδί μου να αγωνιστώ για την τιμωρία αυτών που το σκότωσαν»
Πριν από το σιδηροδρομικό δυστύχημα, η κα Γκανίδου, όπως και οι περισσότερες οικογένειες που έχασαν εκείνο το μοιραίο βράδυ τους ανθρώπους τους, δεν είχε καμία σχέση με την νομική, αλλά τώρα, τυχαίνει να αναφέρει νόμους χωρίς να σκέφτεται. «Εγώ ήμουν εκπαιδευτικός, και δίδασκα πληροφορική και μαθηματικά. Η οικογένειά μου, ουδέποτε είχε θέματα για να καταλήξει στα δικαστήρια. Όμως, αν δεν ήμασταν εμείς οι γονείς, να πιέζουμε, να ψάχνουμε και να βρίσκουμε στοιχεία, δεν θα είχε γίνει απολύτως τίποτα. Θα είχε γίνει η δίκη ήδη, θα είχε φυλακιστεί ο σταθμάρχης, και τέλος».
Το ίδιο όμως πιστεύει και για τη δίκη που θα αρχίσει τον επόμενο μήνα. Αποκλειστικά υπεύθυνος για τις 57 ζωές που χάθηκαν, όπως λέει, θα είναι ο σταθμάρχης, και ίσως καταδικαστούν ακόμη 2-3 άτομα. «Ειδικά για τον σταθμάρχη, όσο μεγάλη κι αν είναι η καταδίκη του, και σε 57 φορές ισόβια να καταδικαστεί, όλοι γνωρίζουμε πως η μέγιστη κάθειρξη είναι 25 χρόνια, και μέσα από διάφορες διαδικασίες, θεωρώ ότι σε 10-15 χρόνια θα είναι ελεύθερος. Από εκεί και πέρα, δεν κατηγορούνται καν πολιτικά πρόσωπα. Δεν κατηγορούνται οι γενικοί γραμματείς του υπουργείου που γνώριζαν».
Παράλληλα προσθέτει πως το κατηγορητήριο εκτός από «επιεικές», είναι και «ελλιπές». «Το δυστύχημα θεωρήθηκε ένα απλό τροχαίο, και δεν συμπεριλαμβάνεται καμία κατηγορία και κανένας κατηγορούμενος για την έκρηξη και την φωτιά, παρόλο που 27 άτομα απανθρακώθηκαν και κάποια από αυτά επιβίωσαν της σύγκρουσης, αλλά κάηκαν ζωντανά, όπως ακούσαμε στα ηχητικά».
Δικαιοσύνη και για εκείνη, δεν υπάρχει. «Νομίζω ότι είχαμε από πολύ νωρίς δείγματα για αυτό» λέει. Παρόλα αυτά, τόσο η ίδια αλλά και οι υπόλοιποι γονείς, συνέχισαν και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα τον αγώνα τους. «Θεωρώ ότι είναι χρέος μου προς το παιδί μου να αγωνιστώ όσο μπορώ, για την δικαίωσή του, και για την τιμωρία αυτών που το σκότωσαν. Αυτό θα έλεγα στον Γιώργο. Και ίσως, μέσα από αυτή την μάχη, να αλλάξει και κάτι στην χώρα, για να μην έχουμε άλλα Τέμπη».

«Η οριστική απουσία του Γιώργου είναι αβάσταχτη»
Η καθημερινότητα τόσο της ίδιας, όσο και των υπόλοιπων γονέων που έχασαν τα παιδιά τους, είναι κενή. Η κα Γκανίδου κάνει λόγο για μία πληγή που συνεχώς αιμορραγεί, μία κατάσταση παλινδρομική, «σαν ένα εκκρεμές», όπως λέει, που από την μία πλευρά είναι η κανονικότητα, και από την άλλη το πένθος. «Πηγαίνω στο νεκροταφείο καθημερινά, γιατί νομίζω πως έτσι κρατάω κάποια επαφή με τον Γιώργο. Ασχολούμαι με τα νομικά θέματα, επικοινωνώ με άλλους γονείς, και αυτό με βοηθάει πολύ. Αυτή η οριστική του απουσία… είναι κάτι αβάσταχτο».
Μέχρι και πριν από τρία χρόνια, ήταν μία τετραμελής οικογένεια, και τώρα, προσπαθούν να συνεχίσουν ως τριμελής. Η κα Γκανίδου, έχει ακόμη ένα παιδί, τον 23χρονο Χρήστο, ο οποίος την βοηθά να αντέχει και περνά όσο περισσότερο χρόνο γίνεται μαζί του. «Είμαι διαφορετική απέναντί του πλέον. Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα δεν μπορούσα να του δώσω καμία χαρά. Τον πρώτο καιρό, δεν μπορούσα να τον στηρίξω. Ήταν εκείνος, που πρώτος είχε μάθει ότι αγνοείται ο Γιώργος, μέσω της κοπέλας του, που ήταν μαζί του στο βαγόνι. Ο Χρήστος, ωρίμασε μέσα σε λίγα λεπτά εκείνο το βράδυ. Είχε την ψυχραιμία, να προσπαθήσει να μάθει τι έχει συμβεί, προτού μας ενημερώσει».
Στο τέλος κάθε ημέρας, όπως λέει, όλα είναι διαφορετικά. «Τα βράδια είναι πολύ δύσκολη η κατάσταση» αναφέρει, και προσθέτει πως, για αρκετό διάστημα ήταν δύσκολα και τα πρωινά της. «Το να σηκωθώ, και να ξεκινήσω την μέρα. Ένιωθα ότι έχω ένα τεράστιο βάρος το οποίο με κρατούσε καθηλωμένη. Ο Γιώργος, ήταν φοιτητής στο Φυσικό. Θα έπαιρνε πολύ σύντομα πτυχίο και στην συνέχεια ήθελε να φύγει στο εξωτερικό για μεταπτυχιακό και διδακτορικό στην κβαντομηχανική. Όνειρό του, ήταν να ασχοληθεί με την έρευνα. Κατά την διάρκεια των σπουδών του, είχαν τρία μαθήματα κβαντομηχανικής. Στο ένα πήρε 10, στο δεύτερο 8, και στο τρίτο, πάλι 10. Ο καθηγητής του κ. Τάσος Πέτκος, πέρυσι, τέτοιες ημέρες, είχε γράψει: “Πριν από δύο χρόνια, μόλις είχα διορθώσει το γραπτό του Γιώργου Παπάζογλου. Το παιδί δεν είδε ποτέ το 10 που πήρε με το σπαθί του. Κάτι τον σταμάτησε στα Τέμπη“».


