Η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται εδώ και αρκετό καιρό από μια ιδιότυπη στρατηγική: την καλλιέργεια της αβεβαιότητας, την έντονη ρητορική και την επίδειξη απρόβλεπτης ισχύος.
Η προσέγγιση αυτή, γνωστή ως «θεωρία του τρελού», αποσκοπεί στο να κάνει τους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών να φοβούνται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είναι διατεθειμένος να φτάσει στα άκρα.
Όμως, όσο αποτελεσματική κι αν είναι βραχυπρόθεσμα, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, ιδίως όταν εφαρμόζεται απέναντι σε κράτη και οργανώσεις που θεωρούν ότι απειλείται η ίδια τους η ύπαρξη.
Από τους βομβαρδισμούς στην «ώρα για ειρήνη»
Τον Ιούνιο του 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν επιθέσεις εναντίον ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Παρά τη σοβαρότητα των χτυπημάτων, ο Τραμπ έσπευσε να διαβεβαιώσει ότι δεν πρόκειται για την απαρχή ενός γενικευμένου πολέμου.
Αντιθέτως, δήλωσε πως «τώρα είναι η ώρα για ειρήνη», στέλνοντας ένα μήνυμα αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, η εικόνα άλλαξε δραματικά, σύμφωνα με το Al Jazeera.
Ο Τραμπ άρχισε να απειλεί με ακόμη μεγαλύτερης κλίμακας στρατιωτική επέμβαση, συνοδεύοντας τα λόγια του με τη μετακίνηση σημαντικών αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων προς την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου αεροπλανοφόρου στα ιρανικά ύδατα.
Το μήνυμα ήταν σαφές: είτε η Τεχεράνη θα καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους όρους της Ουάσιγκτον, είτε θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες.
Οι απαιτήσεις προς το Ιράν
Σύμφωνα με πληροφορίες, η συμφωνία που επιδιώκει ο Τραμπ από το Ιράν είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη.
Περιλαμβάνει τον ουσιαστικό τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος, σοβαρούς περιορισμούς στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και τη διακοπή της υποστήριξης του Ιράν προς συμμάχους και ένοπλες οργανώσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Πρόκειται για μια μαξιμαλιστική ατζέντα, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ προηγούμενες συμφωνίες και αγγίζει τα θεμέλια της ιρανικής στρατηγικής ισχύος.
Ο Τραμπ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι μόνο μέσω τέτοιων πιέσεων μπορεί να επιτευχθεί μια «καλή συμφωνία».
Η «θεωρία του τρελού» ως εργαλείο αποτροπής
Η λογική πίσω από αυτή την τακτική δεν είναι καινούργια.
Αποδίδεται συχνά στον Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος επιδίωκε να πείσει τους αντιπάλους του στον Ψυχρό Πόλεμο ότι ήταν ικανός για ακραίες ενέργειες.
Ο Τραμπ υιοθετεί συνειδητά αυτή την εικόνα, θεωρώντας ότι η απρόβλεπτη συμπεριφορά αυξάνει την αποτρεπτική ισχύ των ΗΠΑ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης ήταν η δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί το 2020. Η ενέργεια αυτή παραβίαζε καθιερωμένες πρακτικές και θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεσο πόλεμο. Παρ’ όλα αυτά, η περιορισμένη αντίδραση του Ιράν ενίσχυσε την πεποίθηση του Τραμπ ότι η τακτική του λειτουργεί.
Qassem Suleimani,
The Shia commander of the Iranian IRGC and Militias,
He has the blood of 100,00s of Sunnis in Syria and Iraq on his hands,
He was killed in 2020 by US, below is the aftermath.
Burned to death and will be burning in Hell inshaAllah.
Only Zindiqs praise him. pic.twitter.com/5XOL3vGgGA
— Abu Aisha (@al_Samancii) December 27, 2024
Από τη Βενεζουέλα στη Μέση Ανατολή
Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ ενίσχυσε περαιτέρω αυτό το στυλ, με πιο ακραία παραδείγματα, όπως η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολά Μαδούρο.
Αυτές οι ενέργειες δεν είχαν μόνο πρακτικό αποτέλεσμα, αλλά λειτουργούσαν και συμβολικά, ενισχύοντας την εικόνα των ΗΠΑ ως δύναμης που δεν δεσμεύεται από κανόνες.
Στη Μέση Ανατολή, η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί διπλό στόχο: αφενός να διαφοροποιηθεί ο Τραμπ από τους νεοσυντηρητικούς που οδήγησαν τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ, αφετέρου να εξασθένισε δυνάμεις που θεωρεί απειλή για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Όταν οι απειλές αποδίδουν: Ιράκ και Συρία
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου αυτή η πολιτική φαίνεται να αποδίδει.
Στο Ιράκ, η απειλή διακοπής της αμερικανικής βοήθειας σε περίπτωση που αναλάβει την πρωθυπουργία ο φιλοϊρανός Νούρι αλ-Μαλίκι αποτελεί παράδειγμα πίεσης χωρίς στρατιωτική σύγκρουση.
Η δυνατότητα επιλογής εναλλακτικού πρωθυπουργού, όπως ο Μοχάμεντ Σία αλ-Σουντάνι, επιτρέπει έναν συμβιβασμό που ικανοποιεί και τις δύο πλευρές.
Στη Συρία, αντίστοιχα, οι ΗΠΑ επιδιώκουν σταδιακή απεμπλοκή, εστιάζοντας στην αποτροπή της ανασυγκρότησης του ISIS και στην ασφάλεια του Ισραήλ.
Η συνεργασία με περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Σαουδική Αραβία, δίνει στον Τραμπ τη δυνατότητα να μειώσει την αμερικανική παρουσία χωρίς να φανεί ότι υποχωρεί.
Λίβανος και Γάζα: το δύσκολο στοίχημα
Πιο περίπλοκη είναι η κατάσταση στον Λίβανο και τη Γάζα.
Εκεί, οι στόχοι του Τραμπ –τερματισμός των συγκρούσεων και αφοπλισμός της Χεζμπολάχ και της Χαμάς– αγγίζουν τον πυρήνα της ταυτότητας αυτών των οργανώσεων.
Ο πλήρης αφοπλισμός τους ισοδυναμεί, στα μάτια τους, με πολιτική και στρατηγική αυτοκτονία.
Παρά τις προσπάθειες των ΗΠΑ να εμφανιστούν ως ειρηνοποιοί, η συνεχιζόμενη ισραηλινή πίεση υπονομεύει τη βιωσιμότητα οποιασδήποτε συμφωνίας.
Το αποτέλεσμα είναι μια εύθραυστη ισορροπία, με αυξημένο κίνδυνο κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων.
“Lebanon is a great place with brilliant people. You know it was known for their professors and doctors and it had an incredible history, hopefully we can bring it back again…We’re with Lebanon all the way…” – President Trump pic.twitter.com/8JPByWdv92
— U.S. Embassy Beirut (@usembassybeirut) June 28, 2025
Τα όρια της στρατηγικής απέναντι στο Ιράν
Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά το Ιράν.
Η Τεχεράνη, έχοντας βιώσει προηγούμενες αιφνιδιαστικές επιθέσεις και θεωρώντας ότι απειλείται η επιβίωσή της, δείχνει απρόθυμη να εμπιστευθεί τις προθέσεις του Τραμπ. Για την ιρανική ηγεσία, οι παραχωρήσεις δεν αποτελούν εγγύηση ασφάλειας, αλλά πρόσκληση για περισσότερη πίεση.
Όταν μια πλευρά αισθάνεται ότι δεν έχει τίποτα να χάσει, η «θεωρία του τρελού» παύει να λειτουργεί ως εργαλείο αποτροπής και μετατρέπεται σε καταλύτη σύγκρουσης.
Το στοίχημα της Μέσης Ανατολής
Η στρατηγική του Τραμπ μπορεί να αποφέρει βραχυπρόθεσμες «νίκες» σε περιπτώσεις περιορισμένων στόχων και εύκολων συμβιβασμών.
Όμως, απέναντι σε κράτη και οργανώσεις που αντιλαμβάνονται τη σύγκρουση ως υπαρξιακή, τα όριά της γίνονται εμφανή.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η Μέση Ανατολή μπορεί να αντέξει για πολύ ακόμη ένα παιχνίδι εξωτερικής πολιτικής που βασίζεται στον φόβο, την αβεβαιότητα και την απρόβλεπτη ισχύ.

