Τα συνέδρια των σοσιαλιστικών κομμάτων ήταν κάποτε τα εργαστήρια της πολιτικής τους ταυτότητας. Συνδέοντας τις κοινωνικές διαιρέσεις με πολιτικό σχέδιο, τα συμφέροντα με τις ταυτότητες και τις ταυτότητες με την οργανωμένη εκπροσώπηση, λειτουργούσαν ως τόποι επανασύστασης στο εκλογικό ακροατήριο. Στα κομματικά αυτά momentum δεν κρίνονταν μόνο πρόσωπα και συσχετισμοί, αλλά το πώς μια παράταξη διάβαζε την εποχή και πώς επιχειρούσε να ξανασυνδεθεί με την κοινωνία. Αυτό είναι και το πραγματικό διακύβευμα του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ το 2026. Να μη γίνει άλλη μια εσωκομματική δοκιμασία ισορροπιών, αλλά να επιχειρήσει μια πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί αξίζει σήμερα να υπάρχει, να μεγαλώσει και να κυβερνήσει ξανά ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.
Και αυτό προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα να μιλήσει καθαρά για τις νέες κοινωνικές ανισότητες. Για τον μισθωτό που εργάζεται περισσότερο και ζει χειρότερα, για τον νέο που σπουδάζει αλλά δεν μπορεί να σταθεί μόνος του, για τα νοικοκυριά που ασφυκτιούν ανάμεσα σε ενοίκια, ακρίβεια, ιδιωτικές δαπάνες υγείας και παιδείας και μια παγιωμένη ανασφάλεια για το αύριο. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει ανάγκη, όμως, από ένα ακόμη λεξιλόγιο συμπόνιας, ούτε μια αφηρημένη ηθικολογία περί κοινωνικής δικαιοσύνης. Χρειάζεται γλώσσα κοινωνικής αλήθειας και αξιοπιστίας.
Στο συνέδριο θα περίμενε κανείς να ακούσει επίσης μια σύγχρονη αφήγηση για το κράτος. Οχι το κράτος ως λάφυρο ή ως σύμβολο, αλλά για το ικανό κράτος. Δημόσια υγεία που λειτουργεί και σέβεται τον ασθενή· σχολείο που μειώνει τα ταξικά χάσματα αντί να τα αναπαράγει· ασφαλείς δημόσιες μεταφορές· διοίκηση που διευκολύνει τον πολίτη· θεσμοί που δεν λυγίζουν μπροστά στην κομματοκρατία. Για να έχει μέλλον η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να ξαναφέρει κοντά την κοινωνική προστασία με τη θεσμική σοβαρότητα.

Θα περίμενε κανείς, ακόμη, να ακούσει, όχι μόνο πώς μοιράζεται ο πλούτος, αλλά και πώς παράγεται. Δεν γίνεται κοινωνική πολιτική χωρίς παραγωγικό σχέδιο. Το ζητούμενο είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης για τους πολλούς· μια οικονομία γνώσης, τεχνολογίας και καινοτομίας, που να μην αφήνει πίσω την περιφέρεια, τους μικρομεσαίους, τους εργαζομένους, τους νέους. Αυτή η ιδέα μιας πιο συμπεριληπτικής οικονομίας για πολλούς και όχι μιας οικονομίας ευκαιριών για λίγους, είναι από τα πιο χρήσιμα νήματα για τη σοσιαλδημοκρατική ανανέωση.
Η προεκλογική εμμονή με τις συνεργασίες είναι πρόωρη και είναι υπεκφυγή, αφού αποπροσανατολίζει από το ουσιαστικό ερώτημα: γιατί να ψηφίσει κανείς ΠΑΣΟΚ τώρα;
Δυσκολότερο αλλά κρίσιμο είναι να επιδείξει αυτογνωσία. Η σχέση των λαϊκών στρωμάτων με την πρόοδο έχει γίνει πολύ σύνθετη. Κάποτε τα κόμματα πατούσαν πάνω σε πιο σταθερές κοινωνικές διαιρέσεις, με την ταξική τομή να δίνει σαφείς πολιτικοϊδεολογικές κατευθύνσεις στην εργατική τάξη. Αυτές οι γραμμές δεν εξαφανίστηκαν, αλλά δεν οργανώνουν πια μόνες τους την πολιτική συμπεριφορά. Σήμερα παίζουν ρόλο μαζί η εκπαίδευση, η επαγγελματική θέση, η πολιτισμική ανασφάλεια, η γεωγραφία, η αίσθηση ότι κάποιοι μένουν πίσω σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα. Να το πούμε αλλιώς: δεν αρκεί να υποφέρει κάποιος οικονομικά για να στραφεί αυτόματα προς την Κεντροαριστερά. Η αγωνία μπορεί να μεταφραστεί σε αίτημα δικαιοσύνης, αλλά μπορεί να μεταφραστεί και σε αίτημα προστασίας, ταυτότητας ή σε ωμό αντιδραστισμό. Οι νέες συγκρούσεις είναι υλικές, αλλά και κοινωνικές και πολιτισμικές. Ωστόσο, η σημερινή σοσιαλδημοκρατία εξακολουθεί να ζει από παλιές κληρονομιές λαϊκών ή εργατικών στρωμάτων, που δεν αναπαράγονται το ίδιο εύκολα στις νεότερες γενιές.
Κανείς δεν ενδιαφέρεται, όμως, να ακούσει τις γνωστές αιχμές από τα εσωκομματικά χαρακώματα. Ενα κόμμα που πηγαίνει σε συνέδριο για να μιλάει κυρίως για τον εαυτό του, στο τέλος δεν έχει τίποτα να πει στην κοινωνία. Ούτε και θα περίμενε κανείς τώρα να ακούσει άλλη μια ατελείωτη κουβέντα για το με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει. Αυτή είναι μετεκλογική συζήτηση. Οταν γίνεται προεκλογικά, είναι συνήθως κενή νοήματος. Δεν έχουν ακόμη καταγραφεί οι συσχετισμοί, ούτε του ίδιου του ΠΑΣΟΚ ούτε των άλλων. Αρα η προεκλογική εμμονή με τις συνεργασίες είναι πρόωρη και είναι υπεκφυγή, αφού αποπροσανατολίζει από το ουσιαστικό ερώτημα: γιατί να ψηφίσει κανείς ΠΑΣΟΚ τώρα;
Δεν περιμένει, τέλος, κανείς να δει μια ταυτότητα φτιαγμένη μόνο από αρνήσεις και κόκκινες γραμμές. Ενα κόμμα που θέλει να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική δεν μπορεί να εμφανίζεται ως δύναμη απαγόρευσης. Οι πολίτες θέλουν να μάθουν, όχι μόνο σε τι το ΠΑΣΟΚ λέει «όχι», αλλά κυρίως σε τι λέει «ναι». Θέλουν θετικό σχέδιο.

Αυτό που χρειάζεται το ΠΑΣΟΚ είναι φλόγα, όραμα και πρόγραμμα. Φλόγα, όχι ως φωνή, αλλά ως πολιτική ενέργεια. Οραμα, που δεν θα αντλεί νοσταλγικά από το παρελθόν, αλλά μια καθαρή ιδέα για το μέλλον. Και πρόγραμμα, όχι ως δείκτη τεχνοκρατικής επάρκειας, αλλά ως απόδειξη ότι ξέρει πώς θα κυβερνήσει. Για χρόνια η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έχασε τη γλώσσα του μετασχηματισμού και μίλησε μια γλώσσα που έμοιαζε ξένη προς τον κόσμο της. Αυτό ακριβώς πρέπει να ξαναβρεί: μια γλώσσα δική της, που να ενώνει τις άμεσες ανάγκες με έναν μεγαλύτερο ορίζοντα αλλαγής.
Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

