Την ενοχή των πρώην προστατευόμενων μαρτύρων της υπόθεσης Novartis, Φιλίστορα Δεστεμπασίδη και Μαρίας Μαραγγέλη, για τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης ζήτησε η εισαγγελέας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου εκδικάζεται η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό.
Της Άννας Κανδύλη
Η πρόταση της εισαγγελέως ακολούθησε εν πολλοίς την πρωτόδικη απόφαση, με εξαίρεση δύο πράξεις ψευδούς καταμήνυσης που αφορούν καταθέσεις της Μαρίας Μαραγγέλη σε βάρος των Ανδρέα Λοβέρδου και Μάριου Σαλμά, για τις οποίες η ποινική δίωξη έχει παύσει λόγω παραγραφής.
Στην αγόρευσή της η εισαγγελική λειτουργός υπογράμμισε ότι δεν προέκυψε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει χρηματισμό πολιτικών προσώπων, παρά τις σοβαρές καταγγελίες που είχαν οδηγήσει στη στοχοποίηση δέκα πολιτικών.
«Είναι αξιοπερίεργο ότι γίνονται τόσο βαριές καταγγελίες χωρίς ούτε ένα αποδεικτικό στοιχείο», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι οι καταθέσεις των κατηγορουμένων στηρίχθηκαν κυρίως σε όσα φέρονται να τους είχε αναφέρει ο πρώην ισχυρός άνδρας της Novartis στην Ελλάδα, Κωνσταντίνος Φρουζής, πρόσωπο του οποίου η αξιοπιστία αμφισβητήθηκε έντονα κατά τη διάρκεια της δίκης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Φιλίστορα Δεστεμπασίδη, ο οποίος, όπως είπε, παραδέχθηκε ότι προχώρησε σε «υπολογισμούς με το μυαλό του» για δήθεν χρηματισμούς πολιτικών. «Αυτό δεν μπορεί να στηρίξει καμία ποινική δίωξη, σε καμία χώρα», τόνισε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί «διηγηματικού χαρακτήρα» των καταθέσεων.
Η εισαγγελέας απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό της Μαρίας Μαραγγέλη ότι οι καταθέσεις της κρίθηκαν αξιόπιστες στις ΗΠΑ, διευκρινίζοντας ότι το αμερικανικό σύστημα διακανονισμών αφορά αστικές διαδικασίες και δεν περιλαμβάνει κρίση για δωροδοκίες πολιτικών προσώπων, όπως αυτές που αποδόθηκαν στην Ελλάδα.
Παράλληλα, άφησε σαφείς αιχμές τόσο για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τους εισαγγελείς Διαφθοράς όσο και για τη στάση μερίδας των ΜΜΕ. «Η δημοσιοποίηση στοιχείων προηγήθηκε της δικαστικής έρευνας», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι από τη συγκεκριμένη υπόθεση επλήγη το κύρος και η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.
«Πώς είναι δυνατόν κάποιος να εμφανίζεται ως μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος και να μην είναι απολύτως προσεκτικός σε όσα καταθέτει;» διερωτήθηκε, κάνοντας λόγο για ευθύνες όσων «σαν κοράκια» εκμεταλλεύτηκαν την υπόθεση με πηχυαίους τίτλους.
Η δίκη θα συνεχιστεί με τις αγορεύσεις των δικηγόρων κι όταν αυτές ολοκληρωθούν θα εκδώσει την απόφασή του.

