Φόρτωση Text-to-Speech…
Τον Ιανουάριο του 2025 ο Ντόναλντ Τραμπ γινόταν για δεύτερη φορά κάτοικος του Λευκού Οίκου, δημιουργώντας παγκοσμίως προβληματισμούς αλλά και προσδοκίες. Η εικόνα διχασμού υπήρχε και εντός της κυβέρνησης, καθώς οι απόψεις ήταν μοιρασμένες. Αλλα κυβερνητικά στελέχη, που είχαν τοποθετηθεί σχεδόν ανοιχτά υπέρ του Δημοκρατικού Κόμματος, εξέφραζαν προβληματισμό για τη δεύτερη θητεία Τραμπ, ενώ η πιο δεξιά πτέρυγα δήλωνε ικανοποιημένη που ένας πρόεδρος με τα χαρακτηριστικά του Τραμπ βρισκόταν και πάλι στο τιμόνι της υπερδύναμης. Ενα χρόνο μετά, στο παζλ για τη σχέση ΗΠΑ – Ελλάδας έχουν μπει αρκετά «τικ», αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν και αρκετά ερωτηματικά.
Η πιο σημαντική στιγμή για τις σχέσεις των δύο χωρών αυτές τις 365 ημέρες ήταν αναμφίβολα οι ενεργειακές συμφωνίες που υπεγράφησαν τον Νοέμβριο. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που υπέγραψε μία μακροπρόθεσμη συμφωνία για αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) με την αμερικανική εταιρεία Venture Global, ενώ ακολούθησε και η συμφωνία με την Ουκρανία για την προσωρινή μεταφορά LNG. Οι συμφωνίες ενίσχυσαν εμφατικά τη θέση της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αποτέλεσαν όμως και ξεκάθαρη πολιτική ενίσχυση των διμερών σχέσεων μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.
Σημαντικό βήμα οι ενεργειακές συμφωνίες, ενώ προβληματίζει η στενή σχέση του προέδρου των ΗΠΑ με τον Ταγίπ Ερντογάν – Με περίσκεψη αντιμετωπίζεται πιθανή πρωτοβουλία για τα ελληνοτουρκικά.
Η «απόβαση» στις αρχές Νοεμβρίου τεσσάρων υπουργών της αμερικανικής κυβέρνησης, προεξαρχόντων του Νταγκ Μπέργκαμ, υπουργού Εσωτερικών και του Κρις Ράιτ, υπουργού Ενέργειας, ήταν το ισχυρότερο μέχρι σήμερα μήνυμα στενής συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών. Η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, είχε χαρακτηρίσει, μάλιστα, την παρουσία των Αμερικανών υπουργών στην Ελλάδα ως ένδειξη ισχυρής ενεργειακής συνεργασίας και στρατηγικής σχέσης και αποτέλεσε την απτή απόδειξη πως η Αθήνα επιθυμεί τη στρατηγική εμβάθυνση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον, θέλοντας να διαδραματίσει βασικό ρόλο ως ενεργειακός κόμβος LNG για την Ευρώπη.

Πάντως, παρά την ηχηρή ενεργειακή συμφωνία, τον έναν χρόνο της προεδρίας Τραμπ, οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν είναι στον βαθμό που θα ήθελε το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς σε αρκετά επίπεδα ακόμα αναζητούνται. Οπως σημειώνουν διπλωματικές πηγές στην «Κ», μέχρι και σήμερα ο βασικότερος δίαυλος επικοινωνίας με την αμερικανική πλευρά είναι η Αμερικανίδα πρέσβειρα κ. Γκίλφοϊλ, ενώ η Αθήνα δεν έχει «εικόνα» για το ενδεχόμενο πρωτοβουλίας των ΗΠΑ για τα ελληνοτουρκικά, παρά τα όσα διακινούνται στο παρασκήνιο. Μάλιστα, το συγκεκριμένο σενάριο προσεγγίζεται με επιφύλαξη καθώς ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει το περιεχόμενο και την κατεύθυνση μιας αμερικανικής παρέμβασης.
Επαφές με την Αγκυρα
Την ίδια ώρα, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει αναπτύξει επαφές με τον Αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο, καθώς τον συνάντησε πέρυσι τον Φεβρουάριο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Ουάσιγκτον, ενώ είχαν τετ α τετ και στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ, όπου συζήτησαν στρατηγικές σχέσεις και περιφερειακά θέματα. Από τα ραντάρ, ωστόσο, της Αθήνας δεν διαφεύγει την προσοχή ότι η νέα αμερικανική διοίκηση δείχνει –και δεν το κρύβει– μία αμεσότητα με την Αγκυρα.
Δεν είναι τυχαίο ότι τον τελευταίο έναν χρόνο έχουν ανακοινωθεί από τον Λευκό Οίκο τέσσερις επικοινωνίες Τραμπ – Ερντογάν και έξι μεταξύ Ρούμπιο – Φιντάν, που αποτυπώνουν τη συμπάθεια του προέδρου Τραμπ στον Τούρκο πρόεδρο και την ώσμωση που υπάρχει. Είναι γεγονός, άλλωστε, πως η Τουρκία, ως μεγαλύτερη από την Ελλάδα περιφερειακή δύναμη, κάθεται σε πολλά τραπέζια που η Ελλάδα δεν μπορεί να καθίσει, όπως είναι αυτά για τη Λιβύη, τον Καύκασο, τη Συρία, τη Γάζα και την Ουκρανία.

Παρά το δεδομένο, πάντως, των επαφών μεταξύ Ουάσιγκτον και Αγκυρας, όσοι έλεγαν πως η συνεργασία θα είναι βαθύτερη δεν επιβεβαιώνονται, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση των μαχητικών αεροσκαφών F-35 που παρά τις συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών δεν έχει βρεθεί ακόμη φόρμουλα να προχωρήσει.
Οσον αφορά την ενίσχυση των πολυπόθητων διαύλων, στο Μέγαρο Μαξίμου υπάρχει η αίσθηση πως ακόμα και σύντομα μπορεί να υπάρξει επαφή του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Από την Αθήνα σημειώνουν και επιμένουν σε μία στρατηγική: ότι η Ελλάδα αποτελεί έναν διαχρονικό και συνεπή σύμμαχο των ΗΠΑ και η προεδρία Τραμπ όχι μόνο δεν θα διαταράξει αυτήν τη σχέση, αλλά αντίθετα θα την ενισχύσει.
Η παράμετρος του Διεθνούς Δικαίου
Η τελευταία κινητικότητα που αναπτύσσει ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ξαναδιχάζει σε ένα άλλο επίπεδο την κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μετά την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, επέλεξε πολύ χαμηλούς τόνους, με την αποστροφή του μάλιστα πως δεν είναι ώρα να μιλήσουμε για τη νομιμότητα, να προκαλεί μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση ως κεντρική γραμμή, παρότι αντιλαμβάνεται τους κινδύνους «υποχώρησης» του διεθνούς δικαίου, κρατάει πολύ προσεκτική στάση έναντι της κινητικότητας των ΗΠΑ, ταυτιζόμενη κυρίως με τη γραμμή της Ε.Ε., όπως έκανε στο θέμα της Γροιλανδίας. Αυτό όμως δεν ισχύει για όλα τα κυβερνητικά στελέχη.

Δύο κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, με θητεία στο υπουργείο Εξωτερικών, ο Νίκος Δένδιας και η Ντόρα Μπακογιάννη, εξέφρασαν δημόσια τον προβληματισμό τους για την τήρηση του διεθνούς δικαίου, με φόντο όσα έγιναν στη Βενεζουέλα και τις αναφορές στη Γροιλανδία. «Αυτή την ώρα οι όροι του διεθνούς δικαίου δεν αποτελούν τον κανόνα λειτουργίας των κρατών ως έννοια», ήταν τα λόγια του υπουργού Εθνικής Αμυνας, στη Βουλή, λίγη ώρα αφότου η Ντόρα Μπακογιάννη είχε αναφέρει πως δεν ζούμε πλέον σε μια «περίοδο ανεμελιάς γεωπολιτικής που μας επέτρεπε η σιγουριά της αμερικανικής ομπρέλας».
Οι θέσεις του νυν και της πρώην υπουργού έχουν «κρυφή» απήχηση στο εσωτερικό της κυβέρνησης, με πολλά στελέχη να δηλώνουν «προβληματισμένα» μπροστά σε μία κατάσταση που διαμορφώνεται όπου το δίκαιο του ισχυρού υπερισχύει έναντι των κανόνων.


