Φόρτωση Text-to-Speech…
Φανταστείτε ότι μπαίνουμε στη μηχανή του χρόνου και ταξιδεύουμε στο 2029. Στη Γαλλία, πρόεδρος εδώ και δύο χρόνια έχει εκλεγεί ο Ζορντάν Μπαρντελά. Στη Γερμανία, 96 χρόνια μετά την άνοδο των Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, πρώτο κόμμα εξελέγη η Εναλλακτική για τη Γερμανία. Και στη Βρετανία, ο Νάιτζελ Φάρατζ, που κάποτε εθεωρείτο περιθωριακός, ετοιμάζεται να μπει θριαμβευτικά στον αριθμό 10 της Ντάουνιγνκ Στριτ, στο γραφείο όπου κάποτε βρισκόταν ο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Το σενάριο ακούγεται τραβηγμένο. Δεν δείχνει, ωστόσο, να αφορά μόνο τη σφαίρα της μεταφυσικής.
Η συζήτηση για το εάν το πολιτικό Κέντρο, ο μεσαίος χώρος όπου εφάπτονταν ιστορικά οι δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις, η Κεντροδεξιά και η Κεντροαριστερά, εξακολουθεί να βγάζει κυβερνήσεις ή εισερχόμαστε πια στην εποχή της ριζοσπαστικοποίησης και των άκρων έχει ανάψει για τα καλά στην Ευρώπη. Και την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν κρύβει την προτίμησή του σε συγγενείς πολιτικές δυνάμεις τις οποίες αποκαλεί «πατριωτικές» και φαίνεται πως σκοπεύει να στηρίξει με κάθε μέσο στις εκλογικές τους προσπάθειες. Δυνάμεις του λαϊκισμού, κυρίως της άκρας Δεξιάς, που υποστηρίζουν πως θα φέρουν τη Γηραιά Ηπειρο στη σωστή κατεύθυνση.

«Πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις», απαντάει κάπως καθησυχαστικά ο Γιαν Βέρνερ-Μίλερ, καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους στοχαστές της δημοκρατίας και του λαϊκισμού. «Η Γερμανία είναι η μόνη χώρα όπου η Κεντροδεξιά προσπαθεί ακόμη να κρατήσει το “τείχος προστασίας” απέναντι στην Ακροδεξιά. Στη Βρετανία είναι ακόμη νωρίς και ένας παράγοντας που υποτιμάται είναι η στενή σχέση του Φάρατζ με τον Τραμπ. Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ μπορεί να λειτουργήσουν αποτρεπτικά». Η Γαλλία, ωστόσο, φαίνεται πως είναι η πιο ανησυχητική περίπτωση. Η Λεπέν φαίνεται πως έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό την «αποδαιμονοποίηση» της Ακροδεξιάς και διαθέτει μιντιακή υποστήριξη. «Μια Γαλλία υπό την Ακροδεξιά θα ήταν καταστροφική για την Ευρωπαϊκή Ενωση», λέει ο κ. Βέρνερ-Μίλερ.
Τα αντισυστημικά κόμματα, πάντως, κερδίζουν ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές στην Ευρώπη. Με καύσιμο το αυξημένο κόστος ζωής, τις διευρυνόμενες ανισότητες, το οξύ στεγαστικό πρόβλημα και βεβαίως το μεταναστευτικό, πλατιές μάζες ψηφοφόρων ανά την ήπειρο απαντούν ότι έχουν πια πολύ περιορισμένη εμπιστοσύνη στην πολιτική διαδικασία. Αν και πιστεύουν στις δημοκρατικές αξίες, δηλώνουν δυσαρεστημένοι από τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η δημοκρατία λειτουργεί. Πρόσφατη έρευνα του Ipsos σε δείγμα 10.000 πολιτών από εννέα δυτικές δημοκρατίες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 45% των πολιτών δηλώνουν δυσαρεστημένοι με τη δημοκρατία, ενώ οι χώρες με τα χειρότερα ποσοστά ήταν η Γαλλία και η Ολλανδία, που ακόμη απολαμβάνουν ένα σχετικά υψηλό επίπεδο ζωής.
Η παγκοσμιοποίηση
Οι δύο κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της μεταπολεμικής Ευρώπης, οι συντηρητικοί Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες, είχαν ουσιώδεις πολιτικές διαφορές τόσο στο επίπεδο των ιδεών όσο και της πολιτικής κουλτούρας. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Βέρνερ Μίλερ, μοιράζονταν κάτι κοινό: «Λειτουργούσαν ως κόμματα περιληπτικά, κόμματα δηλαδή που στόχευαν στη μετριοπάθεια και στην εκπροσώπηση πολλών και διαφορετικών κοινωνικών ομάδων». Σε μεγάλο βαθμό οι δύο αυτές παρατάξεις πληρώνουν το πολιτικό κόστος της σύνδεσής τους με την παγκοσμιοποίηση, τη λιτότητα που προέκυψε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων τα τελευταία 15 χρόνια. «Βεβαίως, τα κεντρώα κόμματα διατηρούν την αδράνεια, τους μηχανισμούς και την πελατεία που αναπαράγονται δεκαετίες τώρα», λέει ο Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τα κόμματα αυτά διατηρούν στα κοινοβουλευτικά και όχι στα προεδρικά συστήματα κάποια –αν και όχι την παλιά– επιρροή. Ωστόσο, μοιάζει να απευθύνονται πλέον σε κοινωνίες που δεν χαρακτηρίζονται από τον κεντρώο χαρακτήρα τους. «Υπάρχει πλέον ζήτηση για ισχυρές ηγεσίες, που αποδεικνύουν την ισχύ τους παραβιάζοντας τους κανόνες κι αυτό που θεωρούσαμε πολιτικό πολιτισμό».
Το ζήτημα έχει διαγενεακά χαρακτηριστικά. Ο κ. Μαραντζίδης υποστηρίζει πως στο ευρωπαϊκό τοπίο εμφανίζονται νέα κόμματα που ριζώνουν και βρίσκουν νέα ακροατήρια, όπως για παράδειγμα το κόμμα των Πειρατών που δημιουργήθηκε στη Σουηδία με βασικό πρόταγμα την αναμόρφωση των νόμων της πνευματικής ιδιοκτησίας, ατζέντα που αφορούσε αποκλειστικά τη νεότερη γενιά. «Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, θα εισέλθουμε σε έναν νέο κόσμο που δεν ελέγχουμε», τονίζει ο Νίκος Μαραντζίδης, ο οποίος επισημαίνει πως όσο χάνεται βιολογικά η γενιά της μεταπολεμικής Ευρώπης και εξαφανίζεται από τις κάλπες, το φαινόμενο αυτό θα γίνεται πιο έντονο.
«Η εκλογική συμπεριφορά των νεότερων ψηφοφόρων εξαρτάται από χώρα σε χώρα, αλλά θεωρώ ότι το πιο ενδιαφέρον σχετικό στοιχείο είναι η απομάκρυνσή τους από την πολιτική, η αποχή από τις εκλογές, η μεγάλη έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και, όπως είναι επόμενο, μια σαφής τάση προς τα αντισυστημικά κόμματα», επισημαίνει ο καθηγητής και συγγραφέας Τάκης Παππάς, που έχει διδάξει Συγκριτική Πολιτική σε πολλά πανεπιστήμια ευρωπαϊκών χωρών. «Στην Αμερική, επιπλέον, υπάρχει μια εμφανής στροφή προς τη Δεξιά – δείτε τα φαινόμενα Τσάρλι Κερκ, Νικ Φουέντες και άλλους ακροδεξιούς της νέας γενιάς που λειτουργούν ως καθοδηγητές», λέει ο κ. Παππάς.
«Τείχος» στην Ακροδεξιά. «Η Γερμανία είναι η μόνη χώρα όπου η Κεντροδεξιά προσπαθεί ακόμη να κρατήσει το “τείχος προστασίας” απέναντι στην Ακροδεξιά», λέει ο Γιαν Βέρνερ-Μίλερ, καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον.
Τι συμβαίνει στις ΗΠΑ
Η συζήτηση αυτή μπορεί να μην αφορούσε καν τις ΗΠΑ εάν δεν υπήρχε ο παράγων Ντόναλντ Τραμπ, που άλλαξε συθέμελα το πολιτικό σκηνικό στην υπερδύναμη. Ωστόσο, πέρα από τις προεδρικές εκλογές, τα δύο μεγάλα παραδοσιακά κόμματα εξακολουθούν να προσελκύουν πλατιά κοινωνικά στρώματα. Σχεδόν όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων χρόνων, ομοσπονδιακές, πολιτειακές ή τοπικές, καταλήγουν πολωτικές. Διαπιστώνονται ήδη διαφορές μεταξύ της παραδοσιακής κεντρώας τάσης του Δημοκρατικού Κόμματος και των πιο ριζοσπαστικών υποψηφίων, όπως και αυτές ανάμεσα στους παραδοσιακούς Ρεπουμπλικανούς και τους οπαδούς του κινήματος Make America Great Again.

Τα social media
Η καινούργια αυτή πολιτική πραγματικότητα είναι βέβαια και αποτέλεσμα της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων. Οι πλατφόρμες αυτές δεν λειτουργούν ως ουδέτεροι χώροι ανταλλαγής απόψεων – αντίθετα, είναι σχεδιασμένες ώστε να μεγιστοποιούν την προσοχή και την εμπλοκή του χρήστη. Και οι περίφημοι αλγόριθμοι προωθούν περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα, θυμό, αγανάκτηση, λύπη ή και θαυμασμό. Σε αυτό το μιντιακό περιβάλλον, η μετριοπάθεια, οι χαμηλοί τόνοι, ακόμη και η αμφιβολία υστερούν. Το αποτέλεσμα είναι προφανώς η πόλωση, αλλά και η αποδυνάμωση του πολιτικού κέντρου. «Ζούμε στην εποχή του αντικατεστημένου. Οι άνθρωποι απολαμβάνουν να ασκούν κριτική σε όλους τους θεσμούς που θεμελίωσαν τη φιλελεύθερη δημοκρατία», αναφέρει ο κ. Μαραντζίδης. Πιο συγκρατημένος, ο Γιαν Βέρνερ-Μίλερ μας καλεί, όπως λέει, να μην πέσουμε σε ένα είδος τεχνολογικής απαισιοδοξίας, που ήταν πάντα πολύ δελεαστική μετά κάθε επανάσταση στα μέσα ενημέρωσης. «Οταν εφευρέθηκε η τυπογραφία, ακολούθησαν οι θρησκευτικοί πόλεμοι. Επειτα εφευρέθηκε το ραδιόφωνο και προέκυψε ο Χίτλερ. Μετά μάθαμε την τηλεόραση και ακολούθησε ο Μακάρθι. Αυτά τα πράγματα δεν είναι εντελώς αναληθή, αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο απλά», υποστηρίζει ο κ. Βέρνερ-Μίλερ, που θεωρεί ότι αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει στην πολιτική είναι ο τρόπος με τον οποίο τα κόμματα και οι υποψήφιοι μπορούν πλέον να προσεγγίζουν και να κινητοποιούν τους ψηφοφόρους τους.
Η ελληνική περίπτωση
H Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση στα όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη – από τις εκλογές του 2012 κι έπειτα, προέκυψαν ουκ ολίγα κόμματα διαμαρτυρίας· ένα εξ αυτών ήταν οι Ανεξάρτητοι Ελληνες, που συγκυβέρνησαν μάλιστα με τον ΣΥΡΙΖΑ για μία τετραετία, μέχρι την πολιτική τους εξαΰλωση. Ωστόσο, από το 2019 και έπειτα, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πολιτική ηγεμονία, καταφέρνοντας να κερδίσει την αυτοδυναμία σε δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, πετυχαίνοντας τόσο το 2019 όσο και το 2023 να αλώσει το πολιτικό Κέντρο, προσελκύοντας στελέχη αλλά κυρίως ψηφοφόρους προερχομένους από το ΠΑΣΟΚ.
«Στην Ελλάδα ο μεσαίος χώρος, το μετριοπαθές Κέντρο, εξακολουθεί και διατηρεί τον καθοριστικό του ρόλο, αν και η κατάληψή του δεν είναι απαραίτητη συνθήκη. Είναι ικανή αλλά όχι πάντα αναγκαία συνθήκη για να κερδίσεις τις εκλογές», επισημαίνει ο Γιώργος Αράπογλου, διευθύνων σύμβουλος της Pulse και εξηγεί πως αυτοί που αυτοχαρακτηρίζονται κεντρώοι είναι και οι πλέον ευμετάβλητοι πολιτικά, υπό την έννοια ότι δεν παραμένουν ταυτισμένοι σε απόψεις και κόμματα. «Η κατάληψη και κατοχή του Κέντρου είναι η αναγκαία συνθήκη εκλογικής νίκης», λέει ο Τάκης Παππάς. «Η Ν.Δ. λοιπόν βρίσκεται, πάλι, σε εξαιρετικά πλεονεκτική θέση γιατί εκπροσωπεί τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους του Κέντρου (το “ιδεολογικό” Κέντρο), ενώ επίσης καταλαμβάνει το χωρικό Κέντρο, δηλαδή βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του όλου χώρου όπου διενεργείται ο κομματικός ανταγωνισμός με διάσπαρτες δυνάμεις ένθεν και ένθεν αυτής, χωρίς καμία δυνατότητα μεταξύ τους συνεργασιών».

Η διαφαινόμενη επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στις επερχόμενες εκλογές με ένα νέο κομματικό σχηματισμό συνοδεύεται και από το ερώτημα τού εάν ο πρώην πρωθυπουργός θα επιδιώξει να μετακινηθεί πολιτικά σε κεντρώους ψηφοφόρους με διαφορετικά πολιτικά χαρακτηριστικά από αυτά εκείνων που έδωσαν την εκλογική νίκη στον ΣΥΡΙΖΑ. «Δεν πιστεύω ότι ευνοεί τον Τσίπρα η μετακίνησή του στο Κέντρο», υποστηρίζει ο Νίκος Μαραντζίδης, διότι θεωρεί πως θα του στερήσει ακροατήρια που θέλουν να εκφράσουν ένα θυμό. «Στην περίπτωση του Τσίπρα το μεγάλο στοίχημα είναι το πώς θα εκφράσει το νέο, όταν κουβαλάει μια κυβερνητική εμπειρία», λέει ο ίδιος που θεωρεί ότι σε αυτά τα κοινά, ένα πιθανό κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού θα είχε μεγαλύτερη τύχη. «Βασικό αίτημα των αντισυστημικών ψηφοφόρων είναι να δοκιμάσουν κάτι που δεν δοκιμάστηκε», εξηγεί ο Γιώργος Αράπογλου και επισημαίνει ότι η απήχηση του Αλέξη Τσίπρα αφορά τα κοινά της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, όχι όμως και αυτά των αντισυστημικών ψηφοφόρων.

