
Η μάχη
Οι ανατριχιαστικές υποθέσεις παιδικής κακοποίησης που ήρθαν στο φως, τα τελευταία χρόνια, στην Αχαΐα και στην Ηλεία, σοκάροντας το πανελλήνιο, ευαισθητοποίησαν το ιατρικό προσωπικό να αναζητήσει -παρά το προσωπικό κόστος σε πολλές περιπτώσεις- ευθύνες σε περιπτώσεις κακοποίησης παιδιών. Στο πλαίσιο αυτό, λόγω της μαχητικότητάς τους, ξεχώρισαν δύο γιατροί στα δύο μεγάλα νοσοκομεία της Πάτρας, οι οποίοι προκάλεσαν το ενδιαφέρον της ηγεσίας του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Πρόκειται για τον υπεύθυνο της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας Παίδων και Εφήβων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών, Ανδρέα Ηλιάδη, και τον παιδοχειρουργό, διευθυντή ΕΣΥ στο Καραμανδάνειο Νοσοκομείο, Βασίλη Αλεξόπουλο, οι οποίοι ηγήθηκαν της προσπάθειας για τη δημιουργία επιτροπής (της οποίας πλέον αποτελούν μέλη) με αντικείμενο την έκδοση πρωτοκόλλου, Ιατροδικαστικής διερεύνησης περιστατικών παιδικής κακοποίησης υπό το υπουργείο Δικαιοσύνης.
Στην πολυετή επαγγελματική πορεία τους και οι δύο γιατροί ήρθαν αντιμέτωποι με περιστατικά τα οποία τους συγκλόνισαν και από τότε αποφάσισαν να συμβάλουν στην προσπάθεια για να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της κακοποίησης παιδιών και επιπλέον να «σπάσει» η επικίνδυνη σιωπή και αδιαφορία πολλές φορές των εμπλεκομένων στη διαχείριση τέτοιων περιστατικών. Ολα αυτά, βεβαίως, με μεγάλο κόστος, υπό τον φόβο μηνύσεων ή διώξεων, όπως σημειώνει στην «R» ο Β. Αλεξόπουλος, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία προστασία, νομική και μη, των γιατρών που καταγγέλλουν περιστατικά κακοποίησης.
Οι απειλές
«Οι γιατροί πρέπει να μπορούν να μιλούν χωρίς να φοβούνται ότι θα μηνυθούν ή ότι θα κατηγορηθούν. Να εκφράζουν την ιατρική τους άποψη ελεύθερα και, αν υπάρχει κάποιο ύποπτο περιστατικό, να παίρνει άμεσα τον δρόμο του με στόχο την προστασία του παιδιού. Προσωπικά εγώ αλλά και ο Ανδρέας (σ.σ.: Ηλιάδης) έχουμε πληρώσει μεγάλο τίμημα που βγαίνουμε μπροστά και μιλάμε. Εχουμε δεχθεί bullying και κάθε είδους απειλές. Κάποιοι στην περιοχή μας είναι κράτος εν κράτει και υπάρχει φοβερή ομερτά. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να καλύψει το νέο πρωτόκολλο. Εχουμε χάσει τόσα παιδιά από περιστατικά κακοποίησης. Στη μικρή Τζωρτζίνα (σ.σ.: κόρη της Ρ. Πισπιρίγκου) είχα βάλει τη γαστροστομία. Και υπάρχουν άλλα τόσα περιστατικά υπό διερεύνηση», λέει ο παιδοχειρουργός Β. Αλεξόπουλος.
Το χειρότερο απ’ όλα, όπως προσθέτει, είναι ότι στην κοινωνία περνά ένα μήνυμα ατιμωρησίας. «Είναι σαν να λέμε στους πιθανούς κακοποιητές να κάνουν ό,τι θέλουν στα παιδιά τους, αφού θα πέσουν στα μαλακά. Δυστυχώς, στη συντριπτική πλειονότητα αυτών των περιπτώσεων οι κακοποιητές είναι οι ίδιοι οι γονείς ή συγγενείς».
Καταγγελίες
Τόσο ο Β. Αλεξόπουλος όσο και ο Α. Ηλιάδης έχουν προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε συγκεκριμένες καταγγελίες πιθανής κακοποίησης παιδιών, οι οποίες παραμένουν υπό διερεύνηση. Πέρυσι τον Ιούλιο, ο παιδοχειρουργός είχε μιλήσει για ένα παιδί με ειδικές ανάγκες και από επιφανείς γονείς, που παρουσίαζε ύποπτα εγκαύματα στην πλάτη, τα οποία δεν μπορούσαν να έχουν προκληθεί από ατύχημα. Για την υπόθεση σχηματίστηκε δικογραφία, αλλά δυστυχώς κατά την άποψή του «το όλο περιστατικό κουκουλώθηκε». Λίγες ημέρες ύστερα από αυτή την καταγγελία και με αφορμή την υπόθεση Μουρτζούκου δόθηκε εντολή για έλεγχο όλων των φακέλων της υπηρεσίας. «Ξηλώθηκαν» όλοι από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πατρών.
«Ηρθαν από το Εσωτερικών Υποθέσεων, έπειτα από έναν μήνα, και πήραν κατάθεση από εμένα και τον κ. Ηλιάδη. Τους δήλωσα δύο περιστατικά που θεωρώ ότι υπήρξε κακοποίηση και ο συνάδελφός μου τρία. Ακόμα είναι υπό διερεύνηση στην Εισαγγελία. Δεν έχει γίνει τίποτα. Χωρίς να αναφέρω παλαιότερα περιστατικά που έχουν παραγραφεί», αναφέρει ο Β. Αλεξόπουλος.
Το νέο περιστατικό
Στο νοσοκομείο όπου εργάζεται, το Καραμανδάνειο, νοσηλεύεται τις τελευταίες ημέρες ένα βρέφος 10 μηνών. Το κοριτσάκι, που διακομίστηκε από το Νοσοκομείο Πύργου, έχει ύποπτα σημάδια κακοποίησης. Κατάγματα, δαγκωματιές και παλαιότερα δερματικά τραύματα – πιθανότατα εγκαύματα. Αν και έχει κλείσει τρεις εβδομάδες νοσηλείας και παρά τις καταγγελίες των νοσοκομειακών γιατρών, η Εισαγγελία Πύργου δεν έχει προχωρήσει σε άσκηση διώξεων, με το παιδί και τη 18χρονη μητέρα Ρομά να παραμένουν υπό αστυνομική φρούρηση, γεγονός που δείχνει τη σοβαρότητα της υπόθεσης.
Και ενώ οι νοσοκομειακοί γιατροί που αντίκρισαν πρώτοι το παιδί κάνουν λόγο «ξεκάθαρα για βάναυση κακοποίηση», η ιατροδικαστική έκθεση φαίνεται να αφήνει «παράθυρα» ερμηνείας και δεν ξεκαθαρίζει αν πρόκειται για παραμέληση ή κακοποίηση. Αλλά και η παραμέληση, όπως επισημαίνει ο Β. Αλεξόπουλος, είναι μορφή κακοποίησης.
Ο ίδιος από την αρχή έθεσε σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τον χειρισμό της υπόθεσης του βρέφους. Σύμφωνα με όσα αναφέρει, το παιδί παρέμεινε για δέκα ημέρες στο Νοσοκομείο Πύργου χωρίς να ενημερωθούν άμεσα οι αρμόδιες Αρχές και ο ιατροδικαστής. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να οδήγησε σε αλλοίωση κρίσιμων ευρημάτων. «Το κάταγμα μηρού που φέρει το βρέφος θεωρείται “gold standard” ένδειξη κακοποίησης γι’ αυτή την ηλικία. Τέτοια κατάγματα σε βρέφη, σε ποσοστό 90%-95%, σχετίζονται με κακοποίηση, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Δέκα μηνών βρέφος δεν πέφτει. Και να πέσει δεν κάνει τέτοια κατάγματα. Ο μηχανισμός πρόκλησης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να πιάσει κάποιος τον μηρό του παιδιού με τα δυο του χέρια και να τον λυγίσει», λέει ο Β. Αλεξόπουλος.
«Καμία καθυστέρηση»
Το βρέφος σήμερα είναι καλά και θα συνεχίσει να λαμβάνει ενδοφλέβια αντιβίωση για την οστεομυελίτιδα από την οποία πάσχει. Πρόκειται για φλεγμονή του οστού λόγω του προηγηθέντος ανοιχτού κατάγματος στον μηρό. Παράλληλα, το παιδί είχε υποστεί και άλλο κάταγμα, όπως διαπίστωσαν οι γιατροί, στο αντιβράχιο, ενώ έφερε και δάγκωμα στην πλάγια κοιλιακή χώρα και, όπως διαπιστώνεται, από άνθρωπο. Το γεγονός παραδέχθηκε η μητέρα η οποία είπε πως έγινε από ξαδελφάκι του. Σύμφωνα, όμως, με τους γιατρούς, πρόκειται για σημάδι που έγινε από ενήλικο.
Από την πλευρά του και ο πρόεδρος του οργανισμού «Το Χαμόγελο του Παιδιού», Κώστας Γιαννόπουλος, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχει κανένα περιθώριο καθυστέρησης» για το συγκεκριμένο βρέφος. «Το παιδί πρέπει να απομακρυνθεί άμεσα από το περιβάλλον όπου μεγάλωνε και να τοποθετηθεί σε ασφαλή οικογένεια. Δυστυχώς, υπάρχουν σοβαρές δυσλειτουργίες στο σύστημα παιδικής προστασίας, με παιδιά να παραμένουν “παρκαρισμένα” σε νοσοκομεία ή να μετακινούνται μακριά από το οικείο τους περιβάλλον λόγω έλλειψης δομών. Χρειάζονται άμεσες παρεμβάσεις και ουσιαστική ενίσχυση των μηχανισμών προστασίας, καθώς παρόμοια περιστατικά θα συνεχίσουν να επαναλαμβάνονται».

