Το ρουσφέτι και ο «εκσυγχρονισμός»

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Το ρουσφέτι είναι μια συναλλαγή. Ο πολίτης υπόσχεται να στηρίξει τον πολιτικό στις εκλογές και ο πολιτικός προσφέρει ως αντάλλαγμα κάτι που επιθυμεί ο πολίτης, χωρίς, όμως, να το δικαιούται. Αυτό που κάνει ο πολίτης είναι ανήθικο, ενώ αυτό που κάνει ο πολιτικός είναι επιπλέον παράνομο, διότι παρακάμπτει κανόνες επειδή αυτοί δεν «εξυπηρετούν» τον πολίτη που θέλει να ευνοήσει εις βάρος των άλλων. Η κατανομή των δημόσιων πόρων, έτσι, δεν γίνεται με βάση τις αρχές της δικαιοσύνης, της ισότητας, της αξιοκρατίας, ή με στόχο την οικονομική αποτελεσματικότητα και το δημόσιο συμφέρον, αλλά κατευθύνεται εκεί όπου θα αυξήσει την πολιτική ισχύ ενός ατόμου ή ενός κόμματος.

Oταν το ρουσφέτι δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά είναι τόσο διαδομένο ώστε να δημιουργεί δικούς του άτυπους κανόνες, που αντικαθιστούν τους τυπικούς και απρόσωπους κανόνες, τότε το κράτος δικαίου καταντά ένα χυδαίο πελατειακό κράτος. Στο πελατειακό κράτος η πρόσβαση σε δημόσιους πόρους, σε κρατικές θέσεις και σε προνόμια δεν ρυθμίζεται από κανόνες δικαίου, αλλά από δίκτυα προσωπικών σχέσεων εξάρτησης μεταξύ πολιτικών ή κρατικών αξιωματούχων και πολιτών ή ομάδων πίεσης. Οι τελευταίοι είναι, δηλαδή, πελάτες των πρώτων.

Οταν οι πολίτες πιστεύουν ότι η πρόσβαση σε δικαιώματα εξαρτάται από προσωπικές γνωριμίες, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς καταρρέει. Και χωρίς εμπιστοσύνη, ακόμη και οι καλύτεροι τυπικοί θεσμοί θα αποτύχουν.

Σε ένα κράτος που δομείται πελατειακά, το ρουσφέτι αποτελεί τον βασικό μηχανισμό λειτουργίας του. Η σχέση δηλαδή είναι οργανική, καθώς το ρουσφέτι αποτελεί την καθημερινή πρακτική μέσω της οποίας αναπαράγεται το πελατειακό σύστημα. Εδραιώνει δεσμούς εξάρτησης που υποκαθιστούν τις θεσμικές διαδικασίες και παραβιάζουν τη νομιμότητα.

Στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα το ρουσφέτι αντιμετωπίζεται συχνά με ηθικούς όρους ή σαν μια κακή συνήθεια του πολιτικού μας συστήματος, κατάλοιπο μιας προνεωτερικής κοινωνίας που δεν έχει ακόμη εξοικειωθεί πλήρως με τη λειτουργία των θεσμών ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Αυτή η ερμηνεία είναι ανεπαρκής. Κατ’ αρχάς, η καταπολέμηση του ρουσφετιού δεν μπορεί να περιοριστεί σε ηθικές εκκλήσεις· απαιτεί θεσμικές εγγυήσεις που ενισχύουν την απρόσωπη λειτουργία του κράτους και περιορίζουν τη διακριτική ευχέρεια εκεί όπου γεννάται η πελατειακή συναλλαγή.

Η ιστορική ρίζα του βρίσκεται πράγματι στη συγκρότηση του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα. Σε μια κοινωνία όπου οι θεσμοί ήταν αδύναμοι και η κρατική διοίκηση περιορισμένης ισχύος. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική διαμεσολάβηση αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό πρόσβασης σε πόρους, προστασία και ευκαιρίες. Οι πελατειακές σχέσεις δεν ήταν απλώς προϊόν διαφθοράς· ήταν ένας τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας και της πολιτικής. Ο πολίτης δεν προσέφευγε σε απρόσωπους κανόνες, αλλά σε πρόσωπα (πάτρωνες) που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις: (α) όταν το θεσμικό πλαίσιο ήταν διεφθαρμένο και δημιουργούσε εμπόδια στην είσοδο ή (β) όταν το θεσμικό πλαίσιο ήταν ανοικτό και ανταγωνιστικό, αλλά ο πολίτης δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα ή τις προϋποθέσεις σε σχέση με άλλους.

Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους οι «εκσυγχρονιστικές» ελίτ πρωταγωνίστησαν στη δόμηση του πελατειακού κράτους και στη νομιμοποίηση του ρουσφετιού διά της ευρείας χρήσης του προς ίδιον όφελος. Εβαλα σε εισαγωγικά τη λέξη «εκσυγχρονιστές» για να συμπεριλάβω τους πραγματικούς εκσυγχρονιστές, αλλά και αυτούς (πολύ περισσότερους) που δηλώνουν εκσυγχρονιστές, αλλά είτε δεν είναι είτε δεν τα καταφέρνουν να γίνουν. Σχεδόν όλοι τους αντιμετωπίζουν το ρουσφέτι ως χρήσιμο εργαλείο.

Θα ακούσει κανείς συχνά από «εκσυγχρονιστές» το επιχείρημα ότι το ρουσφέτι είναι απαραίτητο για την εκλογή τους – που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του «εκσυγχρονιστικού» τους προγράμματος. Αλλά αυτό το τετριμμένο και αδύναμο επιχείρημα τελικά ενισχύει την υπονόμευση των θεσμών που υποτίθεται στηρίζουν οι «εκσυγχρονιστές». Κάθε απόπειρα εκσυγχρονισμού που θα επιχειρηθεί μέσα σε ένα πελατειακό πλαίσιο είναι θνησιγενής, καθώς το όλο εγχείρημα είναι στρεβλό.

Το ρουσφέτι επιβίωσε, διότι ενώ οι θεσμοί τυπικά εκσυγχρονίστηκαν δεν εσωτερικοποιήθηκαν από το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία. Αλλά το ρουσφέτι δεν διαβρώνει μόνο την αποτελεσματικότητα του κράτους, διαβρώνει τη νομιμοποίηση κάθε πολιτεύματος – φυσικά και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οταν οι πολίτες πιστεύουν ότι η πρόσβαση σε δικαιώματα εξαρτάται από προσωπικές γνωριμίες, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς καταρρέει. Και χωρίς εμπιστοσύνη, ακόμη και οι καλύτεροι τυπικοί θεσμοί θα αποτύχουν.

Σε περιόδους που το κράτος διακηρύσσει τον εκσυγχρονισμό του, η ανοχή σε τέτοιες πρακτικές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Διότι τότε η απόκλιση δεν μπορεί να αποδοθεί σε άγνοια ή αδυναμία· συνιστά συνειδητή επιλογή ή, στην καλύτερη περίπτωση, έλλειψη πολιτικής βούλησης. Και εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί μια πολιτική εξουσία να διεκδικεί τον τίτλο του εκσυγχρονιστή όταν ανέχεται ή υποτιμά τέτοιες πρακτικές; Ο εκσυγχρονισμός δεν είναι ζήτημα ρητορικής ή επιμέρους μεταρρυθμίσεων. Είναι, πρωτίστως, ζήτημα συνέπειας.

*Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tο format της επόμενης περιόδου, νέο μοντέλο εσόδων και tο σχέδιο «NBA Europe»

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Euroleague συνεδρίασε την Τρίτη 14/4 στη Βαρκελώνη, λαμβάνοντας σειρά στρατηγικών αποφάσεων που αφορούν το αγωνιστικό format, το οικονομικό μοντέλο διανομής...

Tελευταία Nέα